Το τελευταίο διάστημα επέλεξα να γράψω πολλές φορές για τις εξελίξεις στο ΠΑΣΟΚ.
Όχι επειδή θεωρώ ότι η τύχη ενός κόμματος είναι το σημαντικότερο πολιτικό ζήτημα της χώρας. Ούτε επειδή πιστεύω ότι η πορεία ενός κόμματος καθορίζει την πορεία της Ελλάδας.
Έγραψα επειδή το ΠΑΣΟΚ υπήρξε για δεκαετίες ένας από τους βασικούς πυλώνες του πολιτικού μας συστήματος και επειδή εξακολουθώ να πιστεύω ότι η χώρα χρειάζεται έναν ισχυρό, σοβαρό και προγραμματικά συγκροτημένο χώρο ανάμεσα στη συντηρητική παράταξη και στην παράταξη του λαϊκισμού.
Όσα έγραψα δεν αφορούσαν πρόσωπα. Αφορούσαν επιλογές.
Έγραψα ότι η συνεχής αναφορά στο «να φύγει ο Μητσοτάκης» δεν συγκροτεί πολιτική πρόταση. Πως η αντιπολίτευση από μόνη της δεν μπορεί να υποκαταστήσει την πρόταση. Πως δεν δημιουργεί πολιτική ταυτότητα.
Έγραψα ότι η προσπάθεια προσέγγισης ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ κινδυνεύει να απομακρύνει τους πολίτες που αναζητούν μια αυτόνομη, αξιόπιστη μεταρρυθμιστική πρόταση που δεν θα ορίζεται σε αντιδιαστολή με τη Νέα Δημοκρατία ή τον ΣΥΡΙΖΑ.
Υποστήριξα επίσης ότι οι πολίτες δεν αναζητούν μόνο καταγγελίες. Αναζητούν απαντήσεις στα ερωτήματά τους.
Δεν τα έγραφα επειδή θεωρούσα ότι κατέχω κάποια ιδιαίτερη σοφία. Δεν κατέχω. Τα έγραφα επειδή αυτά διέκρινα να συζητούν φίλοι και γνωστοί, άνθρωποι με αγωνία για τη χώρα, που επί χρόνια κινούνταν στον χώρο του κέντρου και της κεντροαριστεράς.
Σήμερα, βλέποντας τις δημοσκοπήσεις να καταγράφουν στασιμότητα ή ακόμη και υποχώρηση του ΠΑΣΟΚ, δεν αισθάνομαι δικαιωμένος.
Μακάρι οι εξελίξεις να με είχαν διαψεύσει.
Η πολιτική δεν είναι διαγωνισμός προβλέψεων.
Δεν υπάρχει καμία ικανοποίηση στο να βλέπεις να επιβεβαιώνονται εκτιμήσεις που αφορούν τις δυσκολίες ενός χώρου τον οποίο θεωρείς απαραίτητο όχι μόνο για την ισορροπία του πολιτικού συστήματος αλλά και για την πορεία της χώρας.
Δεν γνωρίζω αν η πορεία που περιέγραφα θα οδηγούσε το ΠΑΣΟΚ σε υψηλότερα δημοσκοπικά ποσοστά ή σε καλύτερες εκλογικές επιδόσεις.
Υποστηρίζω όμως ότι θα μπορούσε να το οδηγήσει να γίνει χρήσιμο για τη χώρα.
Γιατί ανησυχώ πως οι καιροί που έρχονται θα είναι δυσκολότεροι από αυτούς που φεύγουν.
Και γιατί πιστεύω ότι ένας τέτοιος χώρος μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην αντιμετώπισή τους.
Αν οι ανησυχίες μου περιορίζονταν στην πορεία ενός κόμματος, ίσως να μην άξιζε καν να τις καταγράψω. Τα κόμματα ανεβαίνουν και πέφτουν. Οι ηγεσίες έρχονται και παρέρχονται. Οι δημοσκοπήσεις αλλάζουν από μήνα σε μήνα.
Αυτό που με ανησυχεί είναι ότι η δημόσια συζήτηση στη χώρα μοιάζει ολοένα και περισσότερο να περιστρέφεται γύρω από πρόσωπα, εντυπώσεις και επικοινωνιακές συγκρούσεις και ολοένα λιγότερο γύρω από τις μεγάλες προκλήσεις που έχουμε μπροστά μας.
Ζούμε σε μια εποχή γεωπολιτικών ανακατατάξεων, πολέμων, οικονομικών αβεβαιοτήτων, τεχνολογικών μετασχηματισμών και αυξανόμενης δυσπιστίας απέναντι στους θεσμούς. Σε μια τέτοια εποχή, η Ελλάδα δεν χρειάζεται απλώς κόμματα που διεκδικούν ψήφους. Χρειάζεται κόμματα που μπορούν να παράγουν ιδέες, να διαμορφώνουν συναινέσεις και να αναλαμβάνουν ευθύνες.
Γι' αυτό έγραφα.
Όχι επειδή με ενδιέφερε η τύχη ενός κόμματος ως εκλογικού μηχανισμού.
Ούτε επειδή θεωρώ ότι η αρθρογραφία ενός απλού πολίτη μπορεί από μόνη της να αλλάξει την πορεία των πραγμάτων.
Αλλά επειδή πιστεύω ότι η σιωπή δεν τα αλλάζει ποτέ.