Όταν τα δεδομένα χαλούν το αφήγημα της απαξίωσης και η «αριστεία» πρέπει επιτέλους να μετριέται με το ίδιο μέτρο για όλους.
Για αρκετά χρόνια στην Ελλάδα αναπτύχθηκε μια ιδιότυπη πολιτική και σαφούς προσανατολισμού και σκόπευσης, δημοσιολογική μόδα.
Ήταν περίπου ένδειξη “εκσυγχρονισμού” το να απαξιώνεις και να κατακεραυνώνεις το δημόσιο Πανεπιστήμιο.
Να μιλάς για τα ελληνικά ΑΕΙ σχεδόν αποκλειστικά μέσα από τις παθογένειές τους. Για καταλήψεις, «αιώνιους» φοιτητές, γραφειοκρατία, συντεχνίες, εσωστρέφεια, χαμηλές επιδόσεις. Να παρουσιάζεις ένα ολόκληρο πανεπιστημιακό σύστημα περίπου ως αποτυχημένο κατάλοιπο μιας άλλης εποχής, το οποίο αδυνατεί να παρακολουθήσει τον διεθνή ανταγωνισμό.
Και ήταν πολλοί/ες, από αξιόλογους ανθρώπους, που θα έλεγε κανείς, “αγάπησαν” να μισούν το δημόσιο Πανεπιστήμιο.
Πάνω σε αυτό το υπόβαθρο οικοδομήθηκε, σταδιακά αλλά σταθερά, ένα πολιτικό συμπέρασμα: αφού το δημόσιο Πανεπιστήμιο δεν μπορεί, ας έρθει ο ιδιωτικός ανταγωνιστής να μας δείξει πώς γίνεται.
Τη λογική αυτή την είχαμε αμφισβητήσει πολύ πριν φτάσουμε στη σημερινή συζήτηση. Ήδη γράφαμε ότι η πραγματική πρόκληση δεν ήταν η κατασκευή νέων «εχθρών» μέσα στα ΑΕΙ αλλά η χρηματοδότηση, η αξιολόγηση και ο ουσιαστικός εκσυγχρονισμός τους (Κώστας Χλωμούδης, «Για την “απελευθέρωση” των ΑΕΙ στην Ελλάδα», 22.12.2023, Μεταρρύθμιση).
Και σήμερα πλέον γνωρίζουμε ότι φτιάχνοντας δείκτες αξιολόγησης και συγκροτώντας βάσεις δεδομένων έχουμε την πολυτέλεια να αμφισβητούμε ευθέως τους μύθους. Οι μετρήσιμοι δείκτες ενίοτε καταρρίπτουν τα άκριτα και αυθαίρετα αφηγήματα.
Οι αριθμοί που δεν χωρούν στην καρικατούρα των εμμονών.
Τα νέα στοιχεία της ειδικής Transparent Ranking of Universities του Cybermetrics Lab του ισπανικού CSIC χρησιμοποιούν τη βάση OpenAlex και αξιολογούν τα ιδρύματα με βάση τον αριθμό των εργασιών τους που ανήκουν στο παγκόσμιο Top 1% των περισσότερο αναφερόμενων επιστημονικών δημοσιεύσεων την περίοδο 2021–2025, με δευτερεύον κριτήριο το Top 10%. Η αλλαγή αυτή είναι ουσιώδης σε σχέση με την αντίστοιχη αποτύπωση του 2025 που στηριζόταν κυρίως στον συνολικό αριθμό ετεροαναφορών των κορυφαίων ερευνητών (Ιωάννης Δ. Παππάς, «Webometrics: Παγκόσμια ανακατάταξη των ελληνικών ΑΕΙ όσον αφορά στην ακαδημαϊκή έρευνα», 10.9.2026, Alfavita).
Πρέπει να είμαστε ακριβείς. Δεν πρόκειται για συνολική αξιολόγηση της ποιότητας ενός Πανεπιστημίου. Δεν μετρά το σύνολο της διδασκαλίας, τη φοιτητική μέριμνα, τη διοίκηση ή την κοινωνική του συνεισφορά. Μετρά όμως κάτι κάθε άλλο παρά δευτερεύον για ένα Πανεπιστήμιο: την ερευνητική του ισχύ και τη διεθνή απήχηση του επιστημονικού του έργου.
Τα αποτελέσματα αυτής της μέτρησης λοιπόν έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Επτά ελληνικά δημόσια Πανεπιστήμια βρίσκονται μεταξύ των πρώτων 1.000 παγκοσμίως στη συγκεκριμένη ερευνητική κατάταξη: το ΕΚΠΑ στην 152η θέση, το ΑΠΘ στην 336η, το Πανεπιστήμιο Πατρών στην 646η, το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας στην 666η, το ΕΜΠ στην 722η, το Πανεπιστήμιο Κρήτης στην 787η και το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων στην 831η. Άλλα εννέα ελληνικά ΑΕΙ βρίσκονται στη δεύτερη χιλιάδα και άλλα πέντε στην τρίτη.
Κάτι, λοιπόν, δεν ταιριάζει με την εικόνα ενός περίπου επιστημονικά χρεοκοπημένου δημόσιου πανεπιστημιακού συστήματος.
Και προφανώς υπάρχουν προβλήματα και παθογένειες.
Μην παρασυρθούμε και κάνουμε ένα αντίστροφο λάθος. Ο πίνακας δεν αποτελεί πιστοποιητικό αριστείας για κάθε ΑΕΙ της χώρας. Τα πανεπιστήμια έχουν να κάνουν δουλειά. Η διαρκής διεθνής αξιολόγηση ήρθε επιτέλους ως κουλτούρα και στη χώρα μας. Και αυτό επιβάλλει κανόνες εξέλιξης σε κάθε δομή ΑΕΙ και στο σύνολό τους.
Υπάρχουν δημόσια ΑΕΙ με αισθητά χαμηλότερες επιδόσεις. Το Διεθνές Πανεπιστήμιο της Ελλάδος, για παράδειγμα (δεν θέλω να ασχοληθώ με τις προβεβλημένες προσωπικότητες από τις διορισμένες Διοικήσεις του από την έναρξη λειτουργίας του και τις ευθύνες τους) εμφανίζεται στη θέση 9.179, με μόλις τρεις εργασίες στο Top 1%, ενώ το Πάντειο βρίσκεται στη θέση 3.879 με 37.
Αντίστοιχα στοιχεία και ευρήματα δεν πρέπει ούτε μπορούν να κρυφτούν ή να αποσιωπηθούν. Κάθε άλλο. Και είναι ακριβώς αυτό που σημαίνει αξιολόγηση.
Να γνωρίζουμε πού ένα ίδρυμα αποδίδει εξαιρετικά, πού υπολείπεται, γιατί υπολείπεται και με ποιο συγκεκριμένο σχέδιο δεσμεύεται να καλύψει την απόσταση.
Όχι να χρησιμοποιούμε επιλεκτικά την αξιολόγηση ως πολιτικό ρόπαλο εναντίον του δημόσιου Πανεπιστημίου και να την ξεχνάμε όταν έρχεται η ώρα να αξιολογηθούν οι επίδοξοι ιδιωτικοί ανταγωνιστές του.
Αυτή ακριβώς ήταν άλλωστε η θέση μας όταν υποστηρίζαμε ότι, μετά το τέλος των «Σορβόνων» της επικοινωνιακής υπερβολής, έπρεπε να στραφούμε επιτέλους στα υπαρκτά προβλήματα των ελληνικών ΑΕΙ και στις πραγματικές τους αδυναμίες (Κώστας Χλωμούδης, «Το τέλος των ψευδαισθήσεων και τα υπαρκτά προβλήματα των ελληνικών ΑΕΙ», 2025, Μεταρρύθμιση).
Η πραγματική εξαίρεση: έρευνα στην Ελλάδα, με πολύ λιγότερους πόρους
Αυτό το στοιχείο πολύ πιο δύσκολο να αγνοηθεί. Ιδιαιτέρως όταν έχει στηθεί ολόκληρος μηχανισμός επικοινωνίας για να υποστηρίξει ότι τα ελληνικά πανεπιστήμια δεν έχουν πρόβλημα χρηματοδότησης, αλλά είναι ένα συντεχνιακό αίτημα των πανεπιστημιακών.
Τα ελληνικά Πανεπιστήμια, λοιπόν, δεν παράγουν αυτό το ερευνητικό έργο σε συνθήκες χρηματοδοτικής, έστω και σχετικής, επάρκειας. Το παράγουν υπό καθεστώς χρόνιας χρηματοδοτικής υστέρησης.
Σύμφωνα με το Education at a Glance 2025, η δημόσια δαπάνη στην Ελλάδα αντιστοιχεί σε μόλις 4.497 δολάρια ανά φοιτητή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, σε όρους ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης (PPP), όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι 15.102 δολάρια. Δηλαδή λιγότερο από το ένα τρίτο.
Μάλιστα, ο ΟΟΣΑ παρατηρεί ότι, σε αντίθεση με τις περισσότερες χώρες, στην Ελλάδα η δημόσια δαπάνη ανά φοιτητή είναι χαμηλότερη στην τριτοβάθμια εκπαίδευση —όπου περιλαμβάνεται και η έρευνα και ανάπτυξη— από ό,τι στις χαμηλότερες βαθμίδες!
Η συνολική επένδυση στην εκπαίδευση αντιστοιχεί στο 3,9% του ΑΕΠ έναντι 4,7% κατά μέσο όρο στον ΟΟΣΑ (ΟΟΣΑ, Education at a Glance 2025: Greece, 9.9.2025).
Αυτό είναι ίσως και η μεγαλύτερη ευθύνη και ανάγκη αυτοκριτικής, για όσους επί χρόνια αναζητούσαν το πρόβλημα αποκλειστικά στο εσωτερικό των Πανεπιστημίων και ιδιαιτέρως στους πανεπιστημιακούς-ερευνητές: Τι θα μπορούσαν να κάνουν αυτά τα ιδρύματα εάν χρηματοδοτούνταν, έστω πλησιέστερα, στα επίπεδα των χωρών με τις οποίες απαιτούμε να τα συγκρίνουμε;
Διότι είναι κάπως παράδοξο να απαιτούμε από τα ελληνικά ΑΕΙ επιδόσεις μεγάλων ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων, διατηρώντας ταυτοχρόνως τη χρηματοδότησή τους σε χαμηλό κλάσμα του διεθνούς μέσου όρου.
Και το χειρότερο δε είναι ότι, στη συνέχεια, χρησιμοποιούμε ορισμένες από τις συνέπειες αυτής της υποχρηματοδότησης ως επιχείρημα εναντίον του ίδιου του δημόσιου χαρακτήρα τους.
Αυτό δεν είναι αξιολόγηση. Είναι πολιτική μεροληψία.
Τα ιδιωτικά ΑΕΙ και η πρώτη συνάντηση τους με το κριτήριο της έρευνας
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η σύγκριση με τα κολέγια, που λειτούργησαν επί χρόνια στην Ελλάδα και ορισμένα από τα οποία βρίσκονται, άμεσα ή έμμεσα, στον δρόμο της “πανεπιστημιοποίησής” τους μέσω των ΝΠΠΕ.
Το Deree εμφανίζεται στην 23η θέση της ελληνικής κατάταξης, στην παγκόσμια θέση 3.546, με 45 δημοσιεύσεις στο Top 1%.
Το Metropolitan College βρίσκεται στην 26η ελληνική θέση και στην 8.163η παγκοσμίως, με μόλις πέντε δημοσιεύσεις στο Top 1%.
Το Aegean College καταγράφει δύο εργασίες στο Top 1% και έξι στο Top 10%.
Και αρκετοί άλλοι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί φορείς έχουν ουσιαστικά μηδενική παρουσία στη συγκεκριμένη μέτρηση (Ιωάννης Δ. Παππάς, 10.9.2026, Alfavita).
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούν να εξελιχθούν. Μακάρι να εξελιχθούν.
Ούτε σημαίνει ότι πρέπει να εμποδιστεί η λειτουργία πραγματικά αξιόπιστων, διεθνώς αναγνωρισμένων και πράγματι πανεπιστημιακών μη κρατικών μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων στην Ελλάδα.
Άλλο όμως αυτό και άλλο να αναγορεύεται σε «Πανεπιστήμιο» μια υφιστάμενη εκπαιδευτική επιχειρηματική δομή επειδή συνδέθηκε συμβατικά με ένα ξένο ίδρυμα.
Γιατί η “πανεπιστημιακότητα” δεν είναι ταμπέλα.
Είναι διδασκαλία και έρευνα.
Είναι οργανικά ενταγμένο και συμβεβλημένο ακαδημαϊκό προσωπικό, με τα απαιτούμενα προσόντα και αξιολόγηση από τους “ομότεχνούς” συναδέλφους τους.
Είναι εργαστήρια, ερευνητικές ομάδες, διδακτορικές σπουδές, διεθνείς δημοσιεύσεις, ακαδημαϊκή ελευθερία και θεσμική συνέχεια.
Και όλα αυτά πρέπει να μετρώνται.
Η “ποιότητα” και η σειρά αξιολόγησης δεν μεταβιβάζεται με franchise
Πριν λίγες ημέρες επισημαίναμε κάτι εξαιρετικά απλό. Η διεθνής κατάταξη ενός ξένου μητρικού Πανεπιστημίου δεν μεταβιβάζεται αυτομάτως στο ελληνικό παράρτημά του.
Άλλο το μητρικό Πανεπιστήμιο, άλλο το παράρτημα στην Ελλάδα, άλλο το συγκεκριμένο πρόγραμμα σπουδών και άλλο το ακαδημαϊκό προσωπικό που πραγματικά θα το υπηρετεί και με τα βιογραφικά τους, σε πραγματικό χρόνο επικαιροποιημένα, θα διαμορφώνουν τη βάση αξιολόγησής τους.
Η διεθνής φήμη του μητρικού ιδρύματος δεν είναι κληρονομικό δικαίωμα του παραρτήματος (Κώστας Χλωμούδης, «Πολλοί ή λίγοι οι πτυχιούχοι στη Χώρα; Η κυβερνητική αντίφαση και η “αριστεία” των ΝΠΠΕ», 5.9.2026, Μεταρρύθμιση).
Και οι πρόσφατες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας έκαναν ακόμη επιτακτικότερη την ανάγκη συγκεκριμένων, διαφανών και μετρήσιμων κριτηρίων.
Το ζήτημα δεν είναι να ακυρωθεί ιδεολογικά και πολιτικά ο θεσμός αυτός.
Το ζήτημα είναι πολύ πιο απλό: Ποια ακριβώς ακαδημαϊκά χαρακτηριστικά μετατρέπουν έναν πάροχο σχετικών εκπαιδευτικών υπηρεσιών σε Πανεπιστήμιο;
Τις αδυναμίες της κυβερνητικής εφαρμογής του νόμου είχαμε επισημάνει και αμέσως μετά τις αποφάσεις του ΣτΕ, όταν θέταμε ζητήματα υποδομών, προγραμμάτων σπουδών, πιστοποίησης και πραγματικής ακαδημαϊκής επάρκειας (Κώστας Χλωμούδης, «Περί των αποφάσεων του ΣτΕ για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια», 16.8.2026, Μεταρρύθμιση). Η ηχηρή παραίτηση του πρύτανη του ιδιωτικού πανεπιστημίου Keele Greece καθηγητή κου Οδυσσέα Ζώρα, με αναφορά sτις ευθύνες του υπουργείου και την υπονόμευση του έργου τους, όπως χαρακτηριστικά δήλωσε, είναι ενδεικτική και επιβεβαιώνει της παρατηρήσεις μας.
Είναι, πράγματι, καλή η ιδέα να βάλουμε στις προϋποθέσεις και κατώφλι ερευνητικών δυνατοτήτων.
Η πρόταση του κου Ιωάννη Παππά αξίζει σοβαρής συζήτησης.
Γιατί να μην υπάρχει στην αξιολόγηση ενός ΝΠΠΕ και ένα αντικειμενικό ελάχιστο κριτήριο ερευνητικής παρουσίας;
Η συγκεκριμένη πρόταση είναι να συνδέεται το κατώφλι με τις επιδόσεις των χαμηλότερα κατατασσόμενων δημόσιων ΑΕΙ και, ενδεικτικά, να απαιτούνται τουλάχιστον περίπου 15 δημοσιεύσεις στο παγκόσμιο Top 1% (Ιωάννης Δ. Παππάς, 10.9.2026, Alfavita).
Δεν είμαι βέβαιος ούτε και απόλυτος ότι πρέπει να υιοθετήσουμε μηχανιστικά ακριβώς τον αριθμό «15».
Είμαι όμως βέβαιος ότι πρέπει να υπάρχει δυνατότητα προϋποτιθέμενου δείκτη.
Και όχι ένας μόνο δείκτης. Ερευνητικές δημοσιεύσεις. Διεθνής απήχηση. Ποιότητα και αριθμός μόνιμου ακαδημαϊκού προσωπικού. Ανταγωνιστικά ερευνητικά προγράμματα. Διδακτορική δραστηριότητα. Εργαστηριακές υποδομές. Σταθερότητα των μελών ΔΕΠ. Αναλογία φοιτητών προς διδάσκοντες.
Γιατί το κρίσιμο δεν είναι αν ένα Πανεπιστήμιο είναι δημόσιο ή ιδιωτικό, κερδοσκοπικό ή όχι. Το κρίσιμο είναι: αν η λέξη «Πανεπιστήμιο» σημαίνει κάτι, πρέπει να σημαίνει το ίδιο για όλους.
Για το ΕΚΠΑ και το ΑΠΘ. Για το Πάντειο και το ΔΙΠΑΕ. Για το Deree και το Metropolitan. Και για κάθε ΝΠΠΕ που ζητά άδεια λειτουργίας.
Μεταρρύθμιση δεν είναι η πολιτική απαξίωσης του δημόσιου Πανεπιστημίου
Ήρθε η ώρα του εξορθολογισμού του δημόσιου λόγου μας και της αποκατάστασης του νοήματος των εννοιών.
Η υπεράσπιση του δημόσιου Πανεπιστημίου δεν σημαίνει άρνηση των μεταρρυθμίσεων.
Όποιος/α επιθυμεί να στηρίξει πραγματικά το δημόσιο πανεπιστήμιο και τελικά το σύνολο της ανώτατης εκπαίδευσης στη χώρα, δεν μπορεί παρά να επιμένει σε διαρκείς μεταρρυθμίσεις των όρων και των κανόνων λειτουργίας των σχετικών δομών της, ανεξαρτήτως συγκυρίας και χρώματος της εκτελεστικής εξουσίας.
Έχουμε υποστηρίξει την αξιολόγηση, τη διεθνοποίηση, την ευρωπαϊκή εναρμόνιση, ακόμη και αλλαγές που μεγάλο μέρος της πανεπιστημιακής κοινότητας αντιμετώπιζε και ίσως ακόμη αντιμετωπίζει, με επιφύλαξη.
Στη συζήτηση για την Bologna, για παράδειγμα, υποστηρίξαμε ρητά ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να λειτουργεί ως ακαδημαϊκή εξαίρεση από τον Ευρωπαϊκό Χώρο Ανώτατης Εκπαίδευσης και ότι χρειάζεται οργανωμένος οδικός χάρτης μεταρρυθμίσεων, με διάλογο και χωρίς κυβερνητικούς αιφνιδιασμούς (Κώστας Χλωμούδης, «Τα ελληνικά ΑΕΙ και ο “Bologna-ϊκός” εκσυγχρονισμός», 10.6.2025, Μεταρρύθμιση).
Επομένως η πραγματική διαχωριστική γραμμή δεν μπορεί να είναι ο παραλογισμός: μεταρρυθμιστές εναντίον υπερασπιστών του δημόσιου Πανεπιστημίου. Η αντιπαράθεση πρέπει να είναι: μεταρρύθμιση του δημόσιου Πανεπιστημίου για να ανταγωνισθεί διεθνώς στις σύγχρονες συνθήκες ή απαξίωσή του προκειμένου να νομιμοποιηθεί πολιτικά η υποκατάστασή του.
Αυτά είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα.
Επτά χρόνια αργότερα, η συζήτηση αντιστρέφεται
Υπό αυτή την έννοια η πολιτική ευθύνη μιας ετερόκλιτης πολιτικής συμμαχίας απαξίωσης των ελληνικών ΑΕΙ, δεν μπορεί να παρακαμφθεί.
Μετά από επτά χρόνια διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, δύσκολα μπορεί πλέον κανείς να αποδίδει τις αδυναμίες των δημόσιων Πανεπιστημίων αποκλειστικά σε κάποια απρόσωπη ιστορική κακοδαιμονία.
Η κυβέρνηση επέλεξε τις προτεραιότητές της. Επένδυσε τεράστιο πολιτικό και επικοινωνιακό κεφάλαιο στην Πανεπιστημιακή Αστυνομία, για να αναγνωρίσει τελικά ο ίδιος ο Πρωθυπουργός ότι ήταν «αχρείαστη».
Επέλεξε την Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής, αφήνοντας επί σειρά ετών χιλιάδες θέσεις κενές, ιδιαίτερα στα περιφερειακά Πανεπιστήμια.
Και ταυτόχρονα οικοδόμησε ένα επικοινωνιακό περιβάλλον μέσα στο οποίο το δημόσιο ΑΕΙ εμφανιζόταν, ως επί το πλείστο, ως το πρόβλημα και το ιδιωτικό ως περίπου αυτονόητη μεταρρυθμιστική απάντηση.
Για την Πανεπιστημιακή Αστυνομία θυμίσαμε μόλις πριν από λίγες ημέρες ότι οι πολιτικές δεν αξιολογούνται από την ένταση με την οποία χειροκροτούνται όταν εξαγγέλλονται αλλά από την εφαρμογή και το αποτέλεσμά τους (Κώστας Χλωμούδης, «Το λυκόφως της μεταρρυθμιστικής ρητορείας», 7.9.2026, Μεταρρύθμιση).
Το ίδιο ακριβώς πρέπει να κάνουμε τώρα και με την πολιτική για την Ανώτατη Εκπαίδευση συνολικά.
Τα δημόσια ΑΕΙ δεν χρειάζονται αγιογραφία
Δεν χρειάζεται να ωραιοποιήσουμε τίποτε στα ελληνικά δημόσια ΑΕΙ.
Υπάρχουν ελληνικά Πανεπιστήμια και Τμήματα που πρέπει να αλλάξουν δραστικά.
Υπάρχει εσωστρέφεια.
Υπάρχουν αναχρονιστικές δομές, αδύναμο management, μεγάλες διαφορές απόδοσης μεταξύ Ιδρυμάτων, ακαδημαϊκός κορπορατισμός, ανεπαρκής διεθνοποίηση, περιορισμένη αξιοποίηση των δεικτών ικανοποίησης χρηστών...
Και τα νέα στοιχεία είναι χρήσιμα ακριβώς επειδή επιτρέπουν να εντοπίζουμε καλύτερα τις αποκλίσεις.
Αυτές πρέπει να αντιμετωπιστούν με σχέδιο, χρονοδιάγραμμα, μετρήσιμους στόχους και λογοδοσία.
Αλλά άλλο να θέλεις να μεταρρυθμίσεις το δημόσιο Πανεπιστήμιο και άλλο να θέλεις πρώτα να το απαξιώσεις, ώστε να καταστήσεις πολιτικά ευκολότερη την υποκατάστασή του.
Το πρώτο είναι μεταρρυθμιστική πολιτική. Το δεύτερο είναι ιδεολογική μηχανική.
Και μια πρόβλεψη που αρχίζει ήδη να επιβεβαιώνεται στην πράξη
Μόλις πριν από λίγες ημέρες επαναλαμβάναμε την διατυπωμένη εκτίμησή μας ότι, παρά τα προβλήματα, τις ελλείψεις και την υποχρηματοδότησή τους, τα περισσότερα ελληνικά δημόσια Πανεπιστήμια θα εξακολουθήσουν για αρκετό καιρό να βλέπουν τα νέα ιδιωτικά Πανεπιστήμια όχι μπροστά τους αλλά στον καθρέφτη τους (Κώστας Χλωμούδης, 5.9.2026, Μεταρρύθμιση).
Τα νέα στοιχεία δεν αποδεικνύουν βεβαίως ότι αυτό θα ισχύει για πάντα. Και δεν θα έπρεπε να ευχόμαστε να ισχύει για πάντα.
Ο πραγματικός ανταγωνισμός υψηλής ποιότητας μόνο καλό μπορεί να κάνει.
Δείχνουν όμως πόσο διαφορετικό είναι σήμερα το σημείο εκκίνησης από αυτό που επί χρόνια μας περιέγραφαν. Και γεννούν μια, μάλλον άβολη, ερώτηση προς όσους/ες επένδυσαν πολιτικά και δημοσιολογικά στη συστηματική απαξίωση των δημόσιων ΑΕΙ: Αν αυτά τα Πανεπιστήμια, με αυτή την υποχρηματοδότηση, παράγουν ήδη τέτοιο ερευνητικό έργο, μήπως το πραγματικό ελληνικό πρόβλημα δεν ήταν ποτέ ότι είχαμε “πολύ δημόσιο Πανεπιστήμιο”;
Μήπως ήταν ότι είχαμε πολύ λίγο ενδιαφέρον να το κάνουμε καλύτερο;
Τώρα λοιπόν που διαθέτουμε περισσότερα δεδομένα, μπορούμε να κάνουμε κάτι πράγματι μεταρρυθμιστικό. Να πάψουμε να αξιολογούμε θεσμούς ανάλογα με το αν είναι δημόσιοι ή ιδιωτικοί.
Να αξιολογούμε όλους με τα ίδια απαιτητικά κριτήρια και προφανώς τις ίδιες προϋποθέσεις.
Και ας αφήσουμε τους δείκτες και τους αριθμούς να μιλήσουν.
Γιατί, όπως φαίνεται, έχουν ήδη αρχίσει να λένε ορισμένα πράγματα που εκείνοι/ες που “αγάπησαν να μισούν” το δημόσιο Πανεπιστήμιο θα χρειαστεί να κάνουν την αυτοκριτική τους για ότι δημιούργησαν συνειδητά ή ασυνείδητα. Ένας απολογισμός δημόσιος ή στη συνείδησή τους.