Η συζήτηση που άνοιξε γύρω από την ιδέα μιας "Πατριωτικής Εισφοράς" δεν είναι ούτε παράλογη ούτε αδικαιολόγητη. Αντιθέτως, αντανακλά μια υπαρκτή κοινωνική ανησυχία: κατά πόσον το φορολογικό βάρος κατανέμεται δίκαια, σε μια χώρα μάλιστα όπου οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι παραμένουν οι πλέον ορατοί και συνεπείς φορολογούμενοι, ενώ μεγάλα τμήματα οικονομικής δραστηριότητας απολαμβάνουν “ιδιαίτερα καθεστώτα” ή διαθέτουν μεγαλύτερη ευχέρεια φορολογικού “εύρους”.
Το ερώτημα είναι απολύτως θεμιτό. Οι σύγχρονες ευρωπαϊκές δημοκρατίες δεν μπορούν να αγνοούν τις ανισότητες που παράγονται ή αναπαράγονται από τα φορολογικά τους συστήματα. Η κοινωνική συνοχή προϋποθέτει την αίσθηση ότι όλοι συμμετέχουν αναλογικά στα κοινά βάρη. Όταν αυτή η αίσθηση διαβρώνεται, διαβρώνεται μαζί της και η εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς.
Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, όμως, η απάντηση δεν μπορεί να βρίσκεται σε λύσεις που αποδυναμώνουν τους ίδιους τους θεσμούς.
Η ιδέα μιας "Πατριωτικής Εισφοράς" εμφανίζεται εκ πρώτης όψεως ελκυστική. Υπονοεί ότι όσοι έχουν μεγαλύτερη οικονομική δύναμη θα συνεισφέρουν περισσότερο στην αντιμετώπιση κοινωνικών αναγκών. Όμως πίσω από τη φαινομενική απλότητά της κρύβεται ένα θεμελιώδες πρόβλημα: μετατοπίζει τη συζήτηση από τους κανόνες στις προθέσεις και από τους θεσμούς στην πολιτική διαπραγμάτευση.
Η φορολογία σε ένα κράτος δικαίου δεν αποτελεί ζήτημα πατριωτισμού. Αποτελεί ζήτημα νόμου.
Οι πολίτες και οι επιχειρήσεις δεν φορολογούνται επειδή κρίνονται περισσότερο ή λιγότερο πατριώτες, κοινωνικά ευαίσθητοι ή πρόθυμοι να συνεισφέρουν. Φορολογούνται επειδή υπάρχουν γενικοί κανόνες που ισχύουν για όλους. Η δύναμη των φιλελεύθερων δημοκρατιών έγκειται ακριβώς σε αυτή τη διάκριση: η ηθική αξιολόγηση των προθέσεων παραμένει στην κοινωνία· η επιβολή υποχρεώσεων ανήκει στους θεσμούς.
Η ευρωπαϊκή εμπειρία προσφέρει χρήσιμα παραδείγματα. Το 1997, η κυβέρνηση του Tony Blair στη Βρετανία επέβαλε έκτακτη φορολόγηση στις ιδιωτικοποιημένες επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας. Η απόφαση υπήρξε αμφιλεγόμενη, αλλά στηρίχθηκε σε σαφές νομοθετικό πλαίσιο, αντικειμενικά κριτήρια και προκαθορισμένο κοινωνικό σκοπό. Αντίστοιχα, κατά την ενεργειακή κρίση του 2022, η Ευρωπαϊκή Ένωση προχώρησε σε έκτακτες ρυθμίσεις για τη φορολόγηση υπερκερδών στον ενεργειακό τομέα. Και πάλι, η λογική ήταν θεσμική: συγκεκριμένοι κανόνες, συγκεκριμένη διάρκεια, συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Κανείς δεν μπορεί να ζητήσει από τις επιχειρήσεις να αποδείξουν τον πατριωτισμό τους. Επιχειρήσεις που τα επενδυτικά τους κεφάλαια μπορεί να είναι αλλοδαπά.
Η διαφορά δεν είναι λεκτική. Είναι βαθιά πολιτική.
Μια "Πατριωτική Εισφορά" μπορεί σήμερα να παρουσιάζεται ως εθελοντική συνεισφορά. Αύριο, όμως, μπορεί να μετατραπεί σε υποχρεωτική επιβάρυνση. Και μεθαύριο να ζητηθεί από έναν άλλο κλάδο, με διαφορετικά κριτήρια και διαφορετικές σκοπιμότητες. Έτσι δημιουργείται μια γκρίζα ζώνη ανάμεσα στη φορολογική υποχρέωση και την πολιτική διαπραγμάτευση.
Σε αυτό το σημείο αναδύεται το πραγματικό θεσμικό πρόβλημα. Το κράτος παύει να λειτουργεί ως ουδέτερος θεσμοθέτης και μετατρέπεται σε διαμεσολαβητή μεταξύ κοινωνικών πιέσεων και οικονομικών ομάδων. Αντί να καθορίζει κανόνες, αρχίζει να διαπραγματεύεται εξαιρέσεις, εισφορές, συναινέσεις και ανταλλάγματα. Η σχέση μεταξύ Πολιτείας και οικονομίας αποκτά προσωπικά και συγκυριακά χαρακτηριστικά, ανοίγοντας χώρο στον υποκειμενισμό και, τελικά, στην πελατειακή λογική.
Η ιστορία των ευρωπαϊκών κρατών δείχνει ότι οι οικονομίες προοδεύουν όταν οι κανόνες είναι σταθεροί και προβλέψιμοι. Ιδίως για χώρες όπως η Ελλάδα, που επιδιώκουν να προσελκύσουν επενδύσεις και να διατηρήσουν διεθνώς ανταγωνιστικούς κλάδους όπως η ναυτιλία, η ενέργεια ή οι μεταφορές, η θεσμική αξιοπιστία είναι εξίσου σημαντική με το ύψος της φορολογίας.
Η ανάγκη για μεγαλύτερη φορολογική δικαιοσύνη είναι πραγματική. Η αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, η διεύρυνση της φορολογικής βάσης, η αναθεώρηση παρωχημένων εξαιρέσεων και η δικαιότερη κατανομή των βαρών αποτελούν απολύτως θεμιτούς στόχους. Όμως όλα αυτά πρέπει να επιδιώκονται μέσα από θεσμούς που ισχύουν για όλους και όχι μέσω έκτακτων ηθικών προσκλήσεων προς συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες.
Διότι ο πατριωτισμός είναι πολιτική και ηθική αξία. Η φορολογία είναι θεσμός.
Και όταν οι δημοκρατίες αρχίζουν να φορολογούν με βάση την πρώτη αντί να κυβερνούν με βάση τον δεύτερο, κινδυνεύουν να χάσουν ταυτόχρονα και τη δικαιοσύνη και τη βεβαιότητα δικαίου που έχουν ανάγκη για να ευημερήσουν.