Δεν είναι θέμα ταλέντου, πόρων ή δαπανών άμυνας. Είναι θέμα θεσμικής αρχιτεκτονικής, και η Ελλάδα έχει σήμερα, ίσως για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες, την ευκαιρία να το διορθώσει.
Η Ελλάδα και η Σουηδία μοιράζονται κάτι σπάνιο για ευρωπαϊκές χώρες αντίστοιχου μεγέθους: διατήρησαν επί δεκαετίες υψηλή αμυντική δαπάνη ως ποσοστό του ΑΕΠ, λόγω γεωπολιτικής αναγκαιότητας η μία, λόγω δόγματος αυτάρκειας η άλλη. Κι όμως, το αποτέλεσμα διαφέρει ριζικά.
Η Σουηδία, με πληθυσμό κατά τι μικρότερο της Ελλάδας, διαθέτει σήμερα βιομηχανία —μαχητικά αεροσκάφη, ναυτικά συστήματα διοίκησης, ραντάρ, υποβρύχια— που εξάγεται σε δεκάδες χώρες.
Η Ελλάδα, παρά το ότι υπήρξε από τους μεγαλύτερους εισαγωγείς όπλων παγκοσμίως, διαθέτει αμυντική βιομηχανία η οποία, με ελάχιστες εξαιρέσεις, παραμένει εξαρτημένη, υποχρηματοδοτούμενη και χωρίς σοβαρή εξαγωγική παρουσία.
Η ερμηνεία που προσφέρεται συνήθως, «η Ελλάδα δεν είχε χρήματα» ή «η Σουηδία είναι πιο πλούσια», δεν αντέχει στην εξέταση. Το πρόβλημα είναι θεσμικό.
Το σουηδικό υπόδειγμα: αναγκαστική αυτάρκεια, τεχνοκρατική συνέχεια
Πριν από κάθε θεσμική εξήγηση, αξίζει να αναγνωριστεί μια βαθύτερη ιστορική ασυμμετρία που συχνά παραβλέπεται. Η Σουηδία υπήρξε, από τον 16ο έως τις αρχές του 18ου αιώνα, μια πραγματική αυτοκρατορία της Βαλτικής, με εδάφη και επιρροή εκατέρωθεν της θάλασσας: η σημερινή Φινλανδία παρέμεινε σουηδικό έδαφος μέχρι το 1809, ενώ τμήματα των σημερινών Βαλτικών χωρών και της Ουκρανίας βρίσκονταν υπό σουηδικό έλεγχο μέχρι το 1709. Αργότερα ακολούθησε ένωση με τη Νορβηγία, που όμως διαλύθηκε με πρωτοβουλία και ενέργειες των Νορβηγών το 1905 (το γεγονός της τότε Ένωσης με τη Νορβηγία εξηγεί, για όσους δεν το γνωρίζουν, γιατί το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης απονέμεται στο Όσλο από τη Νορβηγία, ενώ όλα τα υπόλοιπα βραβεία Νόμπελ απονέμονται από τη Σουηδία – ο Σουηδός Άλφρεντ Νόμπελ θεώρησε σωστό και η "αδελφή χώρα" Νορβηγία, ως μέρος της Ένωσης με τη Σουηδία, να απονείμει ένα από τα βραβεία του).
Μια χώρα με τέτοια συνεχή κρατική υπόσταση επί αιώνες συσσώρευσε θεσμική μνήμη, διοικητική εμπειρία και κρατική υποδομή που η Ελλάδα, ως ανεξάρτητο κράτος μόλις από το 1830, απλούστατα δεν είχε τον χρόνο να αναπτύξει.
Σε αυτό προστίθεται ένας καθαρά βιομηχανικός παράγοντας:
Η Σουηδία διέθετε ήδη από τον 19ο αιώνα δύο σπάνια πλεονεκτήματα. Πλούσια κοιτάσματα σιδηρομεταλλεύματος, πρώτης ύλης κρίσιμης για κάθε αμυντική βιομηχανία, και πρώιμη βιομηχανική βάση στην κατασκευή όπλων — η Bofors ιδρύθηκε ήδη το 1883, με βασικό μέτοχο τον Alfred Nobel.
Η εμπορευματοποίηση της δυναμίτιδας, ανακάλυψη του ίδιου του Νόμπελ, συσσώρευσε τεράστια κεφάλαια που χρηματοδότησαν την ανάπτυξη της σουηδικής βαριάς και αμυντικής βιομηχανίας ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα — δηλαδή σχεδόν έναν αιώνα πριν η Ελλάδα αποκτήσει καν τις βασικές κρατικές δομές για να σκεφτεί κάτι αντίστοιχο.
Αυτή η μακρά, αδιάλειπτη βιομηχανική συσσώρευση —πρώτες ύλες, κεφάλαιο, τεχνογνωσία, κρατική συνέχεια— είναι το υπόβαθρο πάνω στο οποίο χτίστηκαν αργότερα οι θεσμικές επιλογές του 20ού αιώνα.
Η ιστορική αυτή προίκα δεν εξηγεί απλώς γιατί η Σουηδία ξεκίνησε νωρίτερα. Εξηγεί και γιατί κατάφερε να χτίσει θεσμούς που άντεξαν στον χρόνο. Ένα κράτος με αδιάλειπτη κρατική υπόσταση από τον Μεσαίωνα έχει την πολυτέλεια να αναπτύξει διοικητική παράδοση, γραφειοκρατική μνήμη και θεσμική κουλτούρα λογοδοσίας που μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά ανεξάρτητα από πολιτικές ανακατατάξεις — ακριβώς το είδος συνέχειας που επέτρεψε στη Σουηδική Υπηρεσία Προμηθειών των Ενόπλων Δυνάμεων (FMV) να λειτουργεί επί δεκαετίες ως σταθερός, τεχνοκρατικός πελάτης.
Η Ελλάδα, αντίθετα, χτίστηκε ως κράτος μέσα σε συνθήκες συνεχούς ασυνέχειας — πόλεμοι, κατοχή, εμφύλιος, δικτατορίες, μεταπολίτευση— χωρίς ποτέ να αποκτήσει τον χρόνο ηρεμίας που χρειάζεται μια διοικητική παράδοση για να παγιωθεί.
Η δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία που περιγράφουμε παρακάτω δεν είναι επομένως τυχαία «ελληνική ιδιοσυγκρασία», αλλά εν μέρει προϊόν αυτής της ασταθούς κρατικής νεότητας.
Αυτό όμως δεν πρέπει να λειτουργήσει ως άλλοθι. Η ιστορία εξηγεί την αφετηρία, δεν καθορίζει το μέλλον — άλλες χώρες με εξίσου νεαρή ή ταραγμένη κρατική ιστορία (η ίδια η Νότια Κορέα, για παράδειγμα) κατάφεραν μέσα σε λίγες δεκαετίες να χτίσουν αμυντική βιομηχανία παγκοσμίου επιπέδου μέσα από συνειδητή θεσμική επιλογή.
Η ιστορική προίκα εξηγεί γιατί το ελληνικό εγχείρημα ήταν δυσκολότερο. Δεν εξηγεί γιατί παραμένει ημιτελές σήμερα, σχεδόν διακόσια χρόνια μετά.
Πέραν της ιστορικής προίκας, πάντως, τρεις συγκεκριμένοι θεσμικοί παράγοντες του 20ού αιώνα εξηγούν το μεγαλύτερο μέρος της διαφοράς που βλέπουμε σήμερα:
Πρώτον, το ιστορικό δόγμα μη συμμαχίας («alliansfrihet») μετέτρεψε την αυτάρκεια σε στρατηγική αναγκαιότητα, όχι επιλογή. Χωρίς σύμμαχο να εγγυηθεί προμήθειες σε περίπτωση σύγκρουσης, η Στοκχόλμη αναγκάστηκε να χτίσει πλήρη εγχώρια αλυσίδα εφοδιασμού —από το μαχητικό αεροσκάφος μέχρι το υποβρύχια και το ραντάρ— ως ενιαίο σύστημα, όχι ως άθροισμα μεμονωμένων προμηθειών.
Δεύτερον, η Σουηδική Υπηρεσία Αμυντικού Υλικού (FMV) λειτούργησε επί δεκαετίες ως απαιτητικός τεχνοκρατικός πελάτης, θέτοντας προδιαγραφές αιχμής και επιτρέποντας στη βιομηχανία μακρόχρονο ορίζοντα σχεδιασμού, μέσα από τακτικές πενταετείς/δεκαετείς αμυντικές αποφάσεις που δένουν δόγμα, επιχειρησιακές ανάγκες και βιομηχανική βάση σε ενιαίο έγγραφο. Ένας θεσμός σαν το σουηδικό Totalförsvarets forskningsinstitut, FOI (Swedish National Defence Research Institute – Swedish Defence Research Agency), συνδεδεμένος στενά με το Υπουργείο Άμυνας (το μεγαλύτερο think tank της χώρας με ερευνητική δραστηριότητα και κύρια εφαρμοσμένη έρευνα και ανάπτυξη σε όλο το επιστημονικό φάσμα), τροφοδοτεί αυτόν τον σχεδιασμό, μεταξύ άλλων, με σενάρια μελλοντικού πεδίου μάχης και τεχνολογικές προβλέψεις.
Τρίτον, η σταθερή ιδιοκτησιακή δομή —η Saab παραμένει ιδιωτική, εισηγμένη, με μακροπρόθεσμους θεσμικούς μετόχους όπως η Investor AB των Wallenberg— προστάτεψε τη βιομηχανία από τον κύκλο εναλλαγής κυβερνήσεων.
Σε αυτό προστίθεται ένα dual-use οικοσύστημα όπου η πολιτική τεχνολογία (πχ η Ericsson σε επικοινωνίες, αυτοκινητοβιομηχανία σε χερσαία συστήματα) τροφοδοτεί την αμυντική, κάτι που στην Ελλάδα ουσιαστικά δεν συμβαίνει.
Είναι σημαντικό να τονιστεί: η πρόσφατη ένταξη της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ και ο πόλεμος στην Ουκρανία αύξησαν δραματικά τη ζήτηση για σουηδικά συστήματα — δεν δημιούργησαν όμως τη βιομηχανική βάση. Αυτή προϋπήρχε επί δεκαετίες.
Το ελληνικό αδιέξοδο: πελατειακή διοίκηση, όχι έλλειψη πόρων
Οι μεγάλες ελληνικές αμυντικές βιομηχανίες —Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία (ΕΑΒ), Ελληνικά Βιομηχανία Οχημάτων (ΕΛΒΟ), Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα (ΕΑΣ)— υπήρξαν, σχεδόν σε όλη τη διαδρομή τους, κρατικές ή κρατικά ελεγχόμενες.
Χαρακτηριστική η περίπτωση των Ελληνικών Αμυντικών Συστημάτων (ΕΑΣ), ομίλου που προέκυψε το 2014 από τη συγχώνευση δύο ιστορικών πυρήνων: της ΠΥΡΚΑΛ, με ρίζες που ανάγονται στο 1874 και παράδοση άνω των 130 ετών στην κατασκευή πυρομαχικών κάθε διαμετρήματος συμβατών με ΝΑΤΟϊκά οπλικά συστήματα, και της ΕΒΟ (1977), με δραστηριότητα σε φορητό οπλισμό, όλμους, οπλικά συστήματα και προωθητικές πυρίτιδες.
Πρόκειται δηλαδή για όμιλο με βαθιά τεχνική παράδοση και τεχνογνωσία δεκαετιών — ακριβώς το είδος υποδομής που, σε σουηδικό πλαίσιο, θα είχε αξιοποιηθεί ως πυρήνας εξαγωγικής ισχύος.
Στην ελληνική περίπτωση, όμως, η ΕΑΣ αποτελεί ίσως το πιο ξεκάθαρο παράδειγμα του προβλήματος που περιγράφουμε: τεχνική εμπειρία και ιστορικό βάθος δεν αρκούν όταν απουσιάζει η θεσμική συνέχεια.
Αυτό από μόνο του δεν είναι το πρόβλημα. Η Saab για δεκαετίες λειτούργησε κάτω από στενή κρατική καθοδήγηση (στη σχέση της ως προμηθευτή με μοναδικό πελάτη τις Ένοπλες Δυνάμεις, δηλαδή το σουηδικό δημόσιο) χωρίς να χάσει την αποτελεσματικότητά της.
Μεγάλο πρόβλημα για τις υπο δημόσιο έλεγχο αμυντικές βιομηχανίες στην Ελλάδα είναι η δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία και η (συνήθης) αλλαγή ηγεσίας με κάθε κυβερνητική εναλλαγή (ενίοτε ακόμη και μετά από υπουργική αλλαγή) αντί βάσει τεχνοκρατικών κριτηρίων, απουσία κουλτούρας λογοδοσίας και μέτρησης απόδοσης, και κοντόφθαλμη διαχείριση χωρίς μακρόχρονο σχεδιασμό. Το τελευταίο είναι φαινόμενο που δεν περιορίζεται στον δημόσιο τομέα αλλά διαπερνά και τμήμα του ιδιωτικού.
Δεύτερο κρίσιμο σημείο: η Ελλάδα, παρά το ότι υπήρξε από τους μεγαλύτερους εισαγωγείς οπλικών συστημάτων παγκοσμίως (F-16, Leopard, και πρόσφατα Belharra), σπάνια αξιοποίησε τα αντισταθμιστικά ωφελήματα (offsets) για πραγματική τεχνολογική μεταφορά. Τα offsets παρέμειναν συχνά συμβολικά ή κατευθύνονταν εκτός στρατηγικών τομέων — ακριβώς το αντίθετο από το πώς η Σουηδία ενσωμάτωσε τη μεταφορά τεχνογνωσίας στον σχεδιασμό εξαγωγών της.
Τρίτο, δεν υπήρξε ποτέ στην Ελλάδα ο αντίστοιχος «απαιτητικός πελάτης» της Σουηδικής Υπηρεσίας Προμηθειών των Ενόπλων Δυνάμεων (FMV).
Το ελληνικό επιτελικό σύστημα προτίμησε συστηματικά την αγορά έτοιμου εξοπλισμού άμεσα διαθέσιμου στην αγορά αντί της ανάπτυξης εγχώριων προδιαγραφών αιχμής — επιλογή κατανοητή βραχυπρόθεσμα, καταστροφική μακροπρόθεσμα.
Τέταρτο, απουσιάζει παντελώς θεσμός αντίστοιχος του Σουηδικού National Defence Research Agency (FOI): όργανο ή think tank που να συνεργάζεται συστηματικά με τις Ένοπλες Δυνάμεις για future studies — μελέτη του αυριανού πεδίου μάχης υπό τη σκιά τεχνολογιών όπως τα μη επανδρωμένα συστήματα, και τη μετάφρασή του σε μακρόχρονη βιομηχανική στρατηγική. Χωρίς τέτοιο όργανο, η ελληνική αμυντική πολιτική παραμένει αντιδραστική, όχι προνοητική.
Τέλος, η δημοσιονομική κρίση της περιόδου 2010-2018 επιδείνωσε αλλά δεν δημιούργησε το πρόβλημα — η πελατειακή διοίκηση προϋπήρχε.
Οι κανόνες κρατικών ενισχύσεων της ΕΕ περιόρισαν περαιτέρω εργαλεία στήριξης που η Σουηδία αξιοποίησε μέσω άλλων μηχανισμών.
Η γέφυρα προς το μέλλον: το παράδειγμα Belharra
Υπάρχει σήμερα ένα συγκεκριμένο, απτό σημείο σύγκλισης των δύο ιστοριών. Ελλάδα και Σουηδία προμηθεύονται και οι δύο τη γαλλική φρεγάτα FDI (Belharra), δημιουργώντας δυνητικά κοινή πλατφόρμα διαλειτουργικότητας εντός ΝΑΤΟ. Ταυτόχρονα, η Saab μόλις υπέγραψε συμβόλαιο ύψους 8,7 δισ. κορωνών με τη γερμανική ναυπηγική TKMS για εξοπλισμό τεσσάρων φρεγατών MEKO A-200 με το ναυτικό σύστημα διοίκησης μάχης 9LV και ραντάρ Sea Giraffe.
Αυτό αποκαλύπτει κάτι κρίσιμο για το πώς θα έπρεπε να σκέφτεται η Ελλάδα: η Σουηδία δεν χρειάστηκε να χτίσει το δικό της σκάφος για να έχει στρατηγική και εμπορική αξία. Εξάγει το «μυαλό» του σκάφους —αισθητήρες, συστήματα διοίκησης και ελέγχου— πάνω σε πλατφόρμες τρίτων χωρών. Αυτό είναι το ακριβώς αντίθετο από το ελληνικό μοντέλο, όπου η εγχώρια βιομηχανία παραμένει παθητικός αποδέκτης ξένης τεχνολογίας, χωρίς αντίστοιχο εξαγώγιμο προϊόν υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Το ερώτημα που αξίζει να τεθεί δεν είναι «πώς θα χτίσουμε δικό μας πολεμικό πλοίο» — ερώτημα μη ρεαλιστικό βραχυπρόθεσμα — αλλά: θα μπορούσε η ίδια η ελληνική Belharra να γίνει η πλατφόρμα πάνω στην οποία η χώρα διεκδικεί ρεαλιστικά ένα συγκεκριμένο κομμάτι της αλυσίδας αξίας, πχ έναν αισθητήρα, ένα υποσύστημα διοίκησης, αντί απλώς να αγοράζει έτοιμο πακέτο;
Τι θα χρειαζόταν πραγματικά
Η λύση δεν είναι απλή αντιγραφή του σουηδικού μοντέλου, ούτε απλή αύξηση δαπανών —κάτι που ήδη συμβαίνει τα τελευταία χρόνια χωρίς να έχει ακόμη αλλάξει το θεσμικό υπόβαθρο.
Θα χρειαζόταν:
– Τεχνοκρατικό διορισμό διοικήσεων με θητεία ανεξάρτητη του κυβερνητικού κύκλου.
– Πραγματική, ελέγξιμη απαίτηση τεχνολογικής μεταφοράς σε κάθε νέα μεγάλη σύμβαση προμήθειας· συγκέντρωση πόρων σε λίγους στρατηγικούς πυλώνες αντί κατακερματισμού σε πολλαπλές υποχρηματοδοτούμενες δομές
– Δημιουργία θεσμού future studies συνδεδεμένου με τις Ένοπλες Δυνάμεις, κατά το πρότυπο του σουηδικού National Defence Research Agency (Totalförsvarets forskningsinstitut, FOI)
Η ερώτηση δεν είναι αν η Ελλάδα διαθέτει σήμερα το κεφάλαιο για κάτι τέτοιο — η πρόσφατη στροφή σε ναυπηγεία, αεροπορική βιομηχανία και νέες συμβάσεις δείχνει ότι το κεφάλαιο υπάρχει. Το ερώτημα είναι αν θα επαναληφθούν τα ίδια θεσμικά λάθη μιας δημοσιοϋπαλληλικής νοοτροπίας που θυσίασε τον μακρόχρονο σχεδιασμό στον βωμό της βραχυπρόθεσμης πολιτικής σκοπιμότητας, ή αν θα υπάρξει, επιτέλους, πραγματική ρήξη μαζί της.