Το δίλημμα του κεντροαριστερού

Σταύρος Μ. Θεοδωράκης 15 Ιουλ 2026

Οι δημοσκοπήσεις των τελευταίων μηνών δείχνουν κάτι που δύσκολα μπορεί πλέον να αγνοηθεί. Το ΠΑΣΟΚ δεν έχει καταφέρει να μετατρέψει τη φθορά της κυβέρνησης και την κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ σε ισχυρή πολιτική δυναμική.

Δεν έχει καταφέρει να γίνει ο υποδοχέας της κοινωνικής δυσαρέσκειας και, κυρίως, δεν έχει καταφέρει να πείσει ότι μπορεί να αποτελέσει την εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης απέναντι στη Νέα Δημοκρατία.

Και τώρα εμφανίζεται ξανά ο Αλέξης Τσίπρας.

Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η επιστροφή του μπορεί να αναδιατάξει τον χώρο της αντιπολίτευσης. Μπορεί να δημιουργήσει έναν νέο πολιτικό φορέα, να συγκεντρώσει ένα σημαντικό εκλογικό ποσοστό και, πιθανότατα, να επικρατήσει του ΠΑΣΟΚ στον χώρο της κεντροαριστεράς. Παρότι ο ίδιος, τουλάχιστον μέχρι σήμερα, επιλέγει να τοποθετεί τον υπό διαμόρφωση φορέα του στην «αριστερά» και όχι στην κεντροαριστερά.

Το ερώτημα είναι: για ποιον σκοπό;

Για να γίνει αρχηγός της αντιπολίτευσης; Πιθανόν.

Για να κυριαρχήσει στην κεντροαριστερά; Επίσης πιθανόν.

Για να νικήσει τη Νέα Δημοκρατία;

Δεν φαίνεται πώς μπορεί να συμβεί αυτό.

Όχι επειδή ο Αλέξης Τσίπρας στερείται πολιτικών ικανοτήτων. Ούτε επειδή δεν διαθέτει πολιτικό ακροατήριο.

Το πρόβλημά του είναι διαφορετικό.

Έχει βεβαρημένο πολιτικό παρελθόν.

Έχει απειλήσει τον τρόπο ζωής μιας μεγάλης μερίδας των Ελλήνων. Έχει προδώσει κατά τρόπο που δύσκολα συγχωρείται μια εξίσου μεγάλη μερίδα πολιτών που τον εμπιστεύθηκε. Και έχει θυσιάσει πολιτικούς συντρόφους στη δική του πολιτική διάσωση.

Τίποτε βέβαια από αυτά δεν εμποδίζει έναν πολιτικό να επιστρέψει στο πολιτικό προσκήνιο.

Μπορεί να δημιουργήσει κόμμα, να αναδιατάξει τον χώρο της αντιπολίτευσης και να επικρατήσει του ΠΑΣΟΚ.

Το παρελθόν του όμως θέτει ένα πολύ συγκεκριμένο όριο στις δυνατότητές του: τη δημιουργία μιας κοινωνικής και πολιτικής πλειοψηφίας ικανής να κυβερνήσει τη χώρα.

Και εδώ βρίσκεται το παράδοξο της σημερινής πολιτικής συγκυρίας.

Ένα μεγάλο μέρος των πολιτών που επιθυμεί την πολιτική αλλαγή μπορεί να θεωρήσει ότι η επιστροφή του Τσίπρα και η επικράτησή του στον χώρο της κεντροαριστεράς δημιουργούν επιτέλους έναν ισχυρό αντίπαλο απέναντι στη Νέα Δημοκρατία.

Αλλά μπορεί να συμβεί ακριβώς το αντίθετο.

Η Νέα Δημοκρατία θα έχει απέναντί της έναν πολιτικό αντίπαλο που γνωρίζει καλά. Έναν αντίπαλο με ισχυρή παρουσία και αναμφισβήτητες πολιτικές ικανότητες, αλλά και με ένα παρελθόν που εξακολουθεί να προκαλεί ισχυρές αντιδράσεις σε μεγάλα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας.

Έναν αντίπαλο που μπορεί να συσπειρώσει τους δικούς του ψηφοφόρους, αλλά ταυτόχρονα να συσπειρώσει εναντίον του και τους ψηφοφόρους της Νέας Δημοκρατίας.

Και όχι μόνο αυτούς.

Μπορεί να οδηγήσει προς τη Νέα Δημοκρατία πολίτες που σήμερα έχουν απομακρυνθεί από αυτήν, είναι δυσαρεστημένοι από την κυβέρνηση και θα μπορούσαν, υπό διαφορετικές συνθήκες, να αναζητήσουν μια άλλη πολιτική επιλογή.

Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο.

Άλλο πράγμα η επικράτηση στον χώρο της αντιπολίτευσης και άλλο η δημιουργία μιας κοινωνικής και πολιτικής πλειοψηφίας ικανής να κυβερνήσει τη χώρα.

Η σύγκριση, άλλωστε, είναι από μόνη της παράδοξη. Από τη μία βρίσκεται ένα ιστορικό κόμμα, με βαθιές ρίζες στην ελληνική κοινωνία, εμπειρία διακυβέρνησης, στελέχη και πολιτικό πρόγραμμα. Από την άλλη, ένας υπό διαμόρφωση πολιτικός φορέας για τον οποίο, προς το παρόν, γνωρίζουμε ουσιαστικά μόνο το πρόσωπο που θα ηγηθεί.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το δίλημμα του κεντροαριστερού ψηφοφόρου.

Δεν αφορά μόνο το ποιος θα επικρατήσει στον χώρο της αντιπολίτευσης. Αφορά το ποια από τις σημερινές επιλογές μπορεί να οδηγήσει κάποτε στη δημιουργία μιας κοινωνικής και πολιτικής πλειοψηφίας ικανής να κυβερνήσει τη χώρα.

Αν το ΠΑΣΟΚ ηττηθεί στρατηγικά και ο Τσίπρας αναδειχθεί στον κυρίαρχο εκφραστή της κεντροαριστεράς, πολλοί μπορεί να θεωρήσουν ότι δημιουργήθηκε επιτέλους ο αντίπαλος της Νέας Δημοκρατίας.

Μοιάζει ότι θα έχει συμβεί ακριβώς το αντίθετο.

Η Νέα Δημοκρατία θα έχει απέναντί της τον αντίπαλο που ευκολότερα μπορεί να νικήσει.

Αν έτσι έχουν τα πράγματα, οι ψηφοφόροι της κεντροαριστεράς στις επόμενες εκλογές δεν θα αποφασίσουν μόνο ποιον θέλουν να τους εκπροσωπεί στην Βουλή.

Θα κληθούν να αποφασίσουν και ποιον θέλουν να κυβερνήσει κάποτε τη χώρα.