Δραματική μείωση της γεννητικότητας κατά 55% στην Ελλάδα

14 Σεπ 2026

Δραματικές είναι οι αλλαγές που βιώνει η χώρα μας όσον αφορά την υπογεννητικότητα. Οι γεννήσεις από 148 χιλ. κατά μέσο όρο το 1979-80 περιορίστηκαν στις 67 χιλ. το 2024-2025, ενώ η μέση ηλικία απόκτησης των παιδιών αυξήθηκε κατά 6 σχεδόν έτη , από 26,2 στα 32,2 έτη αντίστοιχα. Τα στοιχεία αυτά προέρχονται από έρευνα του αφυπηρετήσαντος καθηγητή Δημογραφίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και διευθυντή του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ) Βύρωνα Κοτζαμάνη.

Η μείωση των γεννήσεων που ξεκίνησε τα τέλη της δεκαετίας του ’70 και συνεχίζεται, αν εξαιρέσουμε την περίοδο 2003-09 που είχαμε μια μικρή αύξηση εξαιτίας κυρίως της μαζικής μετά το 1990 εισόδου αλλοδαπών, οφείλεται, σύμφωνα με την έρευνα, στην πτώση της διαγενεακής γονιμότητας των γυναικών, καθώς αυτές που γεννήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ’50 απέκτησαν 2,0 παιδιά, ενώ όσες γεννήθηκαν γύρω από το 1985 λιγότερα από 1,5..

Λιγότερες γεννήσεις, περισσότεροι θάνατοι

Η συρρίκνωση των γεννήσεων συνδυάζεται με την αύξηση των θανάτων, με αποτέλεσμα το φυσικό ισοζύγιο της χώρας να έχει περάσει πλέον σε αρνητικό έδαφος.

Την περίοδο 1971-1980 οι γεννήσεις ήταν κατά 638.000 περισσότερες από τους θανάτους. Την επόμενη δεκαετία το πλεόνασμα περιορίστηκε στις 276.000 και στη δεκαετία 1991-2000 στις μόλις 22.000.

Από το 2011 έως το 2020 καταγράφηκαν 267.000 περισσότεροι θάνατοι από γεννήσεις, ενώ μόνο την πενταετία 2021-2025 η διαφορά έφτασε τις 290.000.

Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι η μεταβολή του λόγου θανάτων προς γεννήσεις. Το 2009 αντιστοιχούσαν στην Ελλάδα 92 θάνατοι για κάθε 100 γεννήσεις. Το 2024 ο αριθμός είχε σχεδόν διπλασιαστεί, φτάνοντας τους 184 θανάτους ανά 100 γεννήσεις.

Η δημογραφική εικόνα αλλάζει από νομό σε νομό

Πίσω από τον εθνικό μέσο όρο κρύβονται, ωστόσο, πολύ μεγάλες διαφορές. Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία για τους νομούς την περίοδο 2009-2024, οι γεννήσεις στην Ελλάδα μειώθηκαν συνολικά κατά 42%, από 117.440 σε 68.310.

Σε έξι νομούς της ηπειρωτικής χώρας —Θεσπρωτία, Γρεβενά, Φθιώτιδα, Κοζάνη, Ευρυτανία και Φλώρινα— η πτώση ξεπέρασε το 50%.

Σε ακόμη δέκα νομούς η μείωση κινήθηκε μεταξύ 45% και 50%.

Στον αντίποδα, έξι νησιωτικοί νομοί κατέγραψαν μικρότερη υποχώρηση, κάτω από 30%. Στις Κυκλάδες και στη Ζάκυνθο η μείωση ήταν μικρότερη ακόμη και από 15%.

Ανάλογες αποκλίσεις εμφανίζονται και όταν συγκριθούν οι θάνατοι με τις γεννήσεις.

Το 2024 ο λόγος θανάτων ανά 100 γεννήσεις κυμαινόταν στους νομούς της χώρας από 79 έως 276. Τα Δωδεκάνησα, η Ξάνθη και τρεις από τους τέσσερις νομούς της Κρήτης —Χανιά, Ρέθυμνο και Ηράκλειο— είχαν λιγότερους θανάτους από γεννήσεις.

Αντίθετα, σε 17 νομούς, όλοι στην ηπειρωτική Ελλάδα, καταγράφηκαν από 175 έως 276 θάνατοι ανά 100 γεννήσεις.