Μέσα σε δύο ημέρες αποφυλακίστηκαν δύο πρόσωπα που προέρχονται από τα δύο αντίθετα άκρα της πολιτικής βίας. Στις 14 Σεπτεμβρίου ο Νίκος Μαζιώτης, καταδικασμένος για τη δράση του «Επαναστατικού Αγώνα». Μία ημέρα αργότερα ο Ηλίας Κασιδιάρης, καταδικασμένος στην υπόθεση της εγκληματικής οργάνωσης Χρυσή Αυγή.
Η σύμπτωση προσφέρεται για κάτι περισσότερο από εύκολους συμψηφισμούς. Προσφέρεται για μια σοβαρή συζήτηση γύρω από τα όρια της δημοκρατικής ανοχής.
Η Δημοκρατία κρίνει πράξεις και εφαρμόζει νόμους. Όποιος εκτίει την ποινή του επιστρέφει στην κοινωνία με τα δικαιώματα που του αναγνωρίζει η έννομη τάξη. Αυτό ακριβώς ξεχωρίζει το κράτος δικαίου από την πολιτική εκδίκηση. Η ποινή έχει αρχή και τέλος. Η Δημοκρατία ούτε εκδικείται ούτε εξορίζει πολίτες από την κοινωνία εφ’ όρου ζωής.
Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά.
Ο Μαζιώτης αποφυλακίστηκε έχοντας εκτίσει την ποινή του και, λίγο πριν από την έξοδό του, επέμεινε δημόσια στις πολιτικές και «αγωνιστικές» με πολλά εισαγωγικά επιλογές του και στην υπεράσπιση του Επαναστατικού Αγώνα. Μέχρι στιγμής, πάντως, δεν έχει ανακοινώσει πρόθεση μετατροπής αυτής της τοποθέτησης σε κομματική ή εκλογική παρουσία.
Ο Κασιδιάρης έκανε ακριβώς το αντίθετο ως προς το δεύτερο σκέλος. Βγαίνοντας από τη φυλακή ανακοίνωσε ευθέως την επιστροφή του στην πολιτική και την παρουσία ενός «νέου ισχυρού εθνικού κόμματος». Είχε ήδη δηλώσει ότι σχεδιάζει συμμετοχή σε νέο κομματικό σχηματισμό χωρίς ο ίδιος να εμφανίζεται ως επικεφαλής του.
Εδώ βρίσκεται το πραγματικό πολιτικό ζήτημα.
Η Δημοκρατία οφείλει να αντιμετωπίζει με την ίδια θεσμική αυστηρότητα κάθε οργανωμένη πολιτική βία, ανεξαρτήτως ιδεολογικού προσήμου. Η βόμβα της επαναστατικής τρομοκρατίας και το τάγμα εφόδου του νεοναζισμού γεννιούνται από διαφορετικές πολιτικά εγκλήματικές ιδεολογίες. Συναντώνται όμως σε ένα σημείο: στην πεποίθηση ότι ο πολιτικός σκοπός μπορεί να νομιμοποιήσει τη βία.
Καμία «δική μας» βία λοιπόν. Καμία επιλεκτική ευαισθησία. Καμία ιδεολογική ασυλία.
Ταυτόχρονα, η Δημοκρατία οφείλει να διακρίνει την προσωπική ελευθερία μετά την έκτιση μιας ποινής από την οργανωμένη προσπάθεια επανεισόδου ενός καταδικασμένου πολιτικού μηχανισμού στους θεσμούς. Η κάλπη προσφέρει αντιπροσώπευση. Δεν αποτελεί πλυντήριο πολιτικού και ποινικού παρελθόντος.
Και εδώ η περίπτωση Κασιδιάρη αποκτά ιδιαίτερη θεσμική σημασία. Η ενδεχόμενη χρησιμοποίηση άλλων προσώπων στην ηγεσία ενός κόμματος προκειμένου να παρακαμφθούν θεσμικά κωλύματα αποτελεί ζήτημα που οφείλουν να κρίνουν τα αρμόδια δικαστικά όργανα βάσει πραγματικών στοιχείων, όχι πολιτικών σκοπιμοτήτων.
Απέναντι σε αυτό ακούγεται συχνά το επιχείρημα ότι «το μαύρο των Κασιδιάρηδων το πολεμάς, δεν το απαγορεύεις». Η φράση ακούγεται φιλελεύθερη, αλλά παρακάμπτει μια κρίσιμη διάκριση: άλλο η απαγόρευση μιας ιδέας και άλλο η θεσμική αναχαίτιση μιας εγκληματικής οργάνωσης που επιχειρεί να εμφανιστεί ξανά ως νόμιμο πολιτικό κόμμα. Η Δημοκρατία δεν απαγορεύει την ψήφο ούτε τιμωρεί την πολιτική διαφωνία. Θέτει, όμως, όρια σε όσους χρησιμοποίησαν τη βία ως οργανωμένο εργαλείο και επιχειρούν να επιστρέψουν στους θεσμούς μέσω προσώπων-βιτρίνας. Το «μαύρο» δεν γίνεται λιγότερο επικίνδυνο επειδή του επιτρέπουμε να μεταμφιεστεί σε κοινοβουλευτικό σχήμα. Πολεμιέται πολιτικά, κοινωνικά και ιδεολογικά· αλλά, όταν παραβιάζει τον νόμο, αντιμετωπίζεται και θεσμικά. Η απαγόρευση μιας εγκληματικής πολιτικής δομής δεν είναι απαγόρευση της δημοκρατίας. Είναι άμυνα της δημοκρατίας απέναντι σε εκείνους που θέλουν να τη χρησιμοποιήσουν για να την καταλύσουν.
Αυτή είναι η δύναμη μιας φιλελεύθερης Δημοκρατίας, προστατεύει τα δικαιώματα ακόμη και εκείνων που πολέμησαν τις αρχές της, ενώ ταυτόχρονα προστατεύει τους θεσμούς της από τη βία και τους μηχανισμούς που επιχειρούν να την επαναφέρουν στην πολιτική ζωή με καινούργια συσκευασία.
Ούτε δεξιά ούτε αριστερή βία. Ούτε επιλεκτική μνήμη ούτε επιλεκτική ανοχή.
Η Δημοκρατία έχει χώρο για όλες τις ιδέες. Εχει καθήκον να μην προσφέρει θεσμικό καταφύγιο στη βία.