Η πρόσφατη τραγική υπόθεση που έφερε ξανά στο προσκήνιο την ασφάλεια των ιατρικών πράξεων και τη λειτουργία ιδιωτικών χώρων παροχής υπηρεσιών υγείας δεν πρέπει να γίνει αφορμή για έναν ακόμη γύρο πολιτικής αντιπαράθεσης.
Χρειάζεται κάτι δυσκολότερο. Να δούμε ψύχραιμα πώς λειτουργεί σήμερα το σύστημα ελέγχου της Υγείας στην Ελλάδα και, κυρίως, αν είναι σχεδιασμένο ώστε να προλαμβάνει τον κίνδυνο πριν αυτός μετατραπεί σε τραγωδία.
Το ερώτημα δεν είναι απλώς «ποιος φταίει;». Το ερώτημα είναι ποιος έπρεπε να έχει δει τον κίνδυνο πριν συμβεί το περιστατικό;
Το 2001 δημιουργήθηκε το Σώμα Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας, το γνωστό ΣΕΥΥΠ. Ο ν. 2920/2001 δημιούργησε έναν εξειδικευμένο μηχανισμό ελέγχου με υγειονομικούς, διοικητικούς, οικονομικούς και κοινωνικούς επιθεωρητές και με σημαντικές ελεγκτικές αρμοδιότητες.
Το ΣΕΥΥΠ δεν ήταν ένας τέλειος θεσμός. Όπως κανένας ελεγκτικός μηχανισμός δεν είναι. Είχε όμως ένα σημαντικό πλεονέκτημα, η Υγεία ήταν το αντικείμενό του.
Υπήρχε συσσωρευμένη τεχνογνωσία, θεσμική μνήμη και εμπειρία στην αναζήτηση παραβάσεων μέσα σε ένα ιδιαίτερα σύνθετο περιβάλλον.
Το 2019 η Πολιτεία επέλεξε διαφορετικό μοντέλο. Το ΣΕΥΥΠ καταργήθηκε ως αυτοτελές σώμα και οι αρμοδιότητές του εντάχθηκαν στην Εθνική Αρχή Διαφάνειας, μαζί με τις αρμοδιότητες άλλων ελεγκτικών μηχανισμών του Δημοσίου.
Η επιλογή αυτή είχε τη δική της λογική: μία ισχυρή, ανεξάρτητη και οριζόντια Αρχή μπορεί να συγκεντρώνει τεχνογνωσία, να διασταυρώνει στοιχεία και να αντιμετωπίζει τη διαφθορά με ενιαίο τρόπο.
Ορισμένοι ισχυρίζονται σήμερα ότι δεν έπρεπε να καταργηθεί το ΣΕΥΥΠ και ότι μετά από αυτό καταργήθηκαν οι έλεγχοι. Αυτό όμως δεν είναι αλήθεια. Το ζήτημα δεν είναι αν ήταν σωστό ή λάθος να ενσωματωθεί στην Εθνική Αρχή Διαφάνειας. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν μέσα σε αυτή τη νέα αρχιτεκτονική διατηρήθηκε επαρκής εξειδίκευση για την ασφάλεια των υπηρεσιών υγείας.
Η Εθνική Αρχή Διαφάνειας πραγματοποιεί ελέγχους στον χώρο της Υγείας. Έχει ελέγξει ιδιωτικές κλινικές, μονάδες αιμοκάθαρσης, διαγνωστικά κέντρα και άλλους φορείς και έχει εντοπίσει παραβάσεις και ελλείψεις. Το πρόβλημα επομένως δεν είναι η πλήρης απουσία ελεγκτικού μηχανισμού. Το πρόβλημα είναι ότι ο έλεγχος της Υγείας σήμερα είναι κατανεμημένος σε πολλούς διαφορετικούς φορείς, με διαφορετικές αρμοδιότητες. Υπουργείο Υγείας, Ιατρικοί Σύλλογοι, Εθνική Αρχή Διαφάνειας, ΕΟΠΥΥ, Περιφέρειες, ΕΟΦ και άλλες υπηρεσίες που έχουν διαφορετικούς ρόλους. Αυτό μπορεί να είναι αναγκαίο. Μπορεί όμως να δημιουργεί και ένα επικίνδυνο θεσμικό κενό, ο καθένας να ελέγχει ένα κομμάτι, χωρίς κανείς να έχει πάντοτε την πλήρη εικόνα.
Η σύγχρονη Υγεία δεν είναι μόνο το πρόσωπο που ασκεί την ιατρική πράξη. Είναι και η εγκατάσταση. Είναι ο εξοπλισμός. Είναι η άδεια λειτουργίας. Είναι η ειδικότητα του επαγγελματία. Είναι το είδος της πράξης που πραγματοποιείται. Είναι η δυνατότητα αντιμετώπισης μιας επιπλοκής. Είναι το προσωπικό που βρίσκεται στον χώρο. Είναι η τήρηση πρωτοκόλλων. Και τέλος η αντιστοίχιση όλων αυτών με αυτό που πραγματικά δηλώνει ότι κάνει ο συγκεκριμένος πάροχος. Αυτό είναι το μεγάλο κενό που πρέπει να κλείσει.
Μετά τον θάνατο του Γιώργου Μαζωνάκη, ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών ανακοίνωσε ότι κατά την αυτοψία στον συγκεκριμένο χώρο εντοπίστηκαν δύο μηχανήματα πλασμαφαίρεσης, τα οποία, σύμφωνα με τον Σύλλογο, δεν επιτρεπόταν να εγκαθίστανται σε ιατρείο αυτού του τύπου. Το γεγονός ότι ο χώρος είχε ελεγχθεί και στο παρελθόν κάνει το ζήτημα ακόμη πιο σημαντικό από θεσμική άποψη. Όχι επειδή αποδεικνύει από μόνο του ότι κάποιος παρέλειψε το καθήκον του. Αλλά επειδή μας υποχρεώνει να ρωτήσουμε: Τι ακριβώς ελέγχεται όταν ελέγχεται ένας χώρος υγείας;
Ελέγχουμε την άδεια; Ελέγχουμε το προσωπικό; Ελέγχουμε τον εξοπλισμό; Ελέγχουμε εάν ο εξοπλισμός είναι δηλωμένος; Ελέγχουμε εάν ο εξοπλισμός βρίσκεται στον χώρο για τον οποίο έχει δηλωθεί; Ελέγχουμε ποιες πράξεις πραγματοποιούνται πραγματικά; Και όταν ένας χώρος αλλάζει δραστηριότητα ή εγκαθιστά νέο εξοπλισμό, ενημερώνεται αυτόματα το ελεγκτικό σύστημα;
Αυτές είναι ερωτήσεις που δεν απαντώνται με μια ακόμη εγκύκλιο. Η Ελλάδα χρειάζεται έναν σύγχρονο μηχανισμό εποπτείας της ασφάλειας των υπηρεσιών υγείας.
Όχι κατ' ανάγκη ένα νέο ΣΕΥΥΠ με την παλιά μορφή. Αλλά έναν εξειδικευμένο ελεγκτικό βραχίονα, με πραγματική επιχειρησιακή αυτοτέλεια και προσωπικό που γνωρίζει την Υγεία.
Έναν μηχανισμό που θα συνδέει την άδεια του παρόχου, το αντικείμενο της δραστηριότητάς του, τους επαγγελματίες που εργάζονται σε αυτόν, τον ιατροτεχνολογικό εξοπλισμό, τις προηγούμενες παραβάσεις, τις καταγγελίες, και τα πραγματικά περιστατικά που έχουν καταγραφεί.
Πρέπει να δημιουργηθεί Ένα Εθνικό Μητρώο Παρόχων και Εξοπλισμού. Κάθε πάροχος υγείας θα πρέπει να διαθέτει ένα ενιαίο ψηφιακό προφίλ. Να είναι γνωστό, τι άδεια έχει, τι υπηρεσίες επιτρέπεται να παρέχει, ποιοι επαγγελματίες εργάζονται εκεί, ποιος εξοπλισμός είναι εγκατεστημένος, ποιος εξοπλισμός επιτρέπεται να χρησιμοποιείται, πότε έγινε ο τελευταίος έλεγχος, ποια ήταν τα ευρήματα, και εάν έχουν διορθωθεί.
Για τον υψηλού κινδύνου εξοπλισμό πρέπει να υπάρχει αντίστοιχα εθνικό μητρώο. Ένα μηχάνημα που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για μια σύνθετη ή επεμβατική ιατρική διαδικασία δεν μπορεί να είναι απλώς ένα ακόμη αντικείμενο σε ένα δωμάτιο. Πρέπει να έχει ταυτότητα, ιδιοκτήτη, χώρο εγκατάστασης, υπεύθυνο λειτουργίας και συγκεκριμένο κανονιστικό καθεστώς.
Ο πιο σύγχρονος τρόπος εποπτείας δεν είναι να περιμένει κανείς να καταγγείλει κάτι ο ασθενής. Είναι να εντοπίζει εκ των προτέρων πού υπάρχει μεγαλύτερος κίνδυνος. Ένα ιατρείο που πραγματοποιεί απλές εξετάσεις δεν έχει το ίδιο προφίλ κινδύνου με μια μονάδα που πραγματοποιεί επεμβατικές πράξεις. Ένας πάροχος που χρησιμοποιεί εξοπλισμό υψηλού κινδύνου δεν μπορεί να εποπτεύεται με τον ίδιο τρόπο με έναν πάροχο χαμηλού κινδύνου. Οι έλεγχοι πρέπει επομένως να γίνονται με βάση ένα σύστημα αξιολόγησης κινδύνου. Αυτό εφαρμόζεται με διαφορετικές μορφές σε ώριμα συστήματα υγείας του εξωτερικού.
Στην Αγγλία, για παράδειγμα, η Care Quality Commission συνδυάζει την εγγραφή των παρόχων, την επιθεώρηση, την αξιολόγηση και τις κυρώσεις. Στη Γαλλία υπάρχει υποχρεωτική ανεξάρτητη πιστοποίηση των νοσοκομείων και ιδιωτικών κλινικών. Στην Ιρλανδία η HIQA λειτουργεί ως ανεξάρτητη αρχή ποιότητας και ασφάλειας. Στην Αυστραλία υπάρχει ξεχωριστό σύστημα εποπτείας των επαγγελματιών υγείας.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να αντιγράψει κανένα από αυτά. Χρειάζεται όμως να διδαχθεί από την κοινή τους αρχή: η ασφάλεια δεν εξασφαλίζεται μόνο με ποινές μετά το συμβάν. Εξασφαλίζεται με συνεχή εποπτεία πριν από αυτό.
Η λογοδοσία είναι ένα ακόμα στοιχείο. Κάθε χρόνο πρέπει να γνωρίζουμε πόσοι πάροχοι ελέγχθηκαν, πόσες παραβάσεις διαπιστώθηκαν, πόσες άδειες ανεστάλησαν, πόσες δραστηριότητες σταμάτησαν, πόσες υποθέσεις διαβιβάστηκαν στη Δικαιοσύνη, πόσος χρόνος χρειάστηκε από την καταγγελία μέχρι τον έλεγχο, και πόσος χρόνος χρειάστηκε για να αποκατασταθεί μια διαπιστωμένη παράβαση.
Χωρίς αυτά τα στοιχεία, δεν μπορούμε να αξιολογήσουμε την αποτελεσματικότητα του κράτους. Και χωρίς αξιολόγηση, η συζήτηση για τις μεταρρυθμίσεις της Υγείας καταλήγει εύκολα σε πολιτική αντιπαράθεση.
Δεν χρειαζόμαστε έναν μυθοποιημένο «Ράμπο της Υγείας». Χρειαζόμαστε κάτι πολύ πιο δύσκολο. Ένα σύστημα στο οποίο ο κίνδυνος να εντοπίζεται πριν γίνει ατύχημα. Ένα σύστημα στο οποίο η άδεια λειτουργίας αντιστοιχεί πραγματικά στη δραστηριότητα. Στο οποίο ο κρίσιμος εξοπλισμός είναι γνωστό πού βρίσκεται. Στο οποίο οι καταγγελίες δεν χάνονται ανάμεσα σε διαφορετικές υπηρεσίες. Στο οποίο ο πάροχος υψηλού κινδύνου ελέγχεται συχνότερα από τον πάροχο χαμηλού κινδύνου. Και στον οποίο, όταν κάτι δεν επιτρέπεται, υπάρχει ένας φορέας που έχει την ευθύνη να το σταματήσει.
Το ζητούμενο επομένως δεν είναι να αποφασίσουμε πότε γινόταν καλύτεροι έλεγχοι, ούτε να αναζητήσουμε εκ των υστέρων έναν πολιτικό ένοχο για κάθε σημερινό πρόβλημα. Το ζητούμενο είναι να σχεδιάσουμε το σύστημα που χρειάζεται η Υγεία το 2026. Ένα σύστημα στο οποίο ο έλεγχος δεν θα ξεκινά όταν φτάσει το ΕΚΑΒ. Αλλά πολύ νωρίτερα. Γιατί η πραγματική επιτυχία ενός ελεγκτικού μηχανισμού δεν είναι το πόσα παραπτώματα αποκάλυψε. Είναι πόσους κινδύνους κατάφερε να αποτρέψει πριν γίνουν ανθρώπινη τραγωδία.