Το 2001 είχα την τύχη να συνεργαστώ με τον τότε υπουργό Υγείας, Αλέκο Παπαδόπουλο. Ήταν μια συνεργασία που, μεταξύ άλλων, με έμαθε να είμαι επιφυλακτικός απέναντι στις απολυτότητες και στις εύκολες βεβαιότητες, όταν μάλιστα πρόκειται για την πολιτική.
Θυμάμαι σήμερα, με αφορμή τις πρόσφατες εξελίξεις, μία από τις σημαντικές μεταρρυθμιστικές παρεμβάσεις εκείνης της περιόδου: τη δημιουργία του Σώματος Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας, του γνωστού ΣΕΥΥΠ.
Με τον ν. 2920/2001 συγκροτήθηκε για πρώτη φορά ένας αυτοτελής, εξειδικευμένος μηχανισμός ελέγχου στον χώρο της Υγείας και της Πρόνοιας. Ο νόμος προέβλεπε 100 Επιθεωρητές και 30 Βοηθούς Επιθεωρητές, με δημόσια διαδικασία επιλογής, διαφορετικές ειδικότητες και ουσιαστικές ελεγκτικές εξουσίες. Μπορούσαν να πραγματοποιούν ακόμη και αιφνιδιαστικούς ελέγχους, είχαν πρόσβαση στους φακέλους των ελεγχόμενων υπηρεσιών και δικαιώματα ανακριτικού υπαλλήλου.
Έμειναν γνωστοί ως οι «Ράμπο στην Υγεία».
Δεν εξαφάνισαν, φυσικά, την παρανομία. Ούτε υπήρξε ποτέ ελεγκτικός μηχανισμός χωρίς προβλήματα. Υπήρχε όμως κάτι πολύ σημαντικό: ένας θεσμός αποκλειστικά προσανατολισμένος στην Υγεία, με συσσωρευμένη τεχνογνωσία, θεσμική μνήμη και σαφές αντικείμενο.
Και άντεξε επί δεκαοκτώ χρόνια, μέσα από κυβερνήσεις διαφορετικών πολιτικών αποχρώσεων.
Μέχρι το 2019.
Μία από τις πρώτες πράξεις της κυβέρνησης του κου Μητσοτάκη, στον περιβόητο νόμο για το «επιτελικό κράτος», ήταν να καταργήσει το ΣΕΥΥΠ ως αυτοτελές Σώμα και να το ενσωματώσει στην Εθνική Αρχή Διαφάνειας μαζί με τέσσερις ακόμη μεγάλους ελεγκτικούς μηχανισμούς του Δημοσίου. Οι αρμοδιότητες δεν εξαφανίστηκαν μιας και στα χαρτιά “μεταφέρθηκαν”. Εξαφανίστηκε όμως η αυτοτέλεια ενός εξειδικευμένου μηχανισμού που είχε ως μοναδικό του πεδίο την Υγεία και την Πρόνοια.
Ας αναρωτηθούμε λοιπόν σήμερα. Ήταν πράγματι «μεταρρύθμιση» η απορρόφηση των εξειδικευμένων ελεγκτών Υγείας μέσα σε μία τεράστια οριζόντια Αρχή;
Ή ήταν ακόμη ένα παράδειγμα εκείνης της ιδιότυπης λογικής του επιτελικού κράτους, που συγκεντρώνει δομές, αρμοδιότητες και εξουσίες στο όνομα του συντονισμού, αλλά τελικά αποδυναμώνει την εξειδίκευση και θολώνει την ευθύνη;
Τα ίδια τα γεγονότα στην συνέχεια του νόμου αυτού της κατάργησης του ΣΕΥΥΠ, κάνουν το ερώτημα πολύ λιγότερο θεωρητικό.
Ήδη από το 2023 ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών κατήγγελλε ότι μη γιατροί πραγματοποιούν σε μη αδειοδοτημένους χώρους botox, εμφυτεύματα, νήματα και άλλες επεμβατικές πράξεις, με περιστατικά δυσμορφιών, νεκρώσεων, λοιμώξεων και αλλεργικών αντιδράσεων. Το 2025 ο ίδιος Σύλλογος αναγκάστηκε να ζητήσει ακόμη και εισαγγελική παρέμβαση για καταγγελίες αντιποίησης του ιατρικού επαγγέλματος.
Και τις τελευταίες ημέρες, μετά τη δραματική υπόθεση του δημοφιλούς καλλιτέχνη, ανακαλύπτουμε ξανά την ύπαρξη μιας ολόκληρης γκρίζας ζώνης υπηρεσιών «ευεξίας», «αντιγήρανσης», «αναζωογόνησης» και δήθεν καινοτόμων θεραπειών. Στο συγκεκριμένο ιατρείο ο ΙΣΑ ανακοίνωσε ότι εντοπίστηκαν δύο μηχανήματα πλασμαφαίρεσης τα οποία δεν επιτρεπόταν να βρίσκονται σε ιατρείο πρωτοβάθμιας φροντίδας.
Και τώρα τι μας ανακοινώνει το Υπουργείο Υγείας; «Σαρωτικές αλλαγές» για να κλείσουν οι γκρίζες ζώνες.
Μα ακριβώς αυτό είναι το θέμα μας. Ποιοι και γιατί άφησαν επί επτά χρόνια να υπάρχουν αυτές οι γκρίζες ζώνες;
Ποιος τις έλεγχε; Πόσοι έλεγχοι έγιναν; Πόσες παράνομες δομές εντοπίστηκαν; Πόσες κυρώσεις επιβλήθηκαν; Και κυρίως: γιατί με τη συγκεκριμένη κυβέρνηση, όλο και πιο συχνά η κοινωνία πληροφορείται κάθε φορά ότι χρειάζεται «αυστηρότερο πλαίσιο» μόνο αφού συμβεί το κακό;
Δεν ισχυρίζομαι ότι η κατάργηση του ΣΕΥΥΠ προκάλεσε κάθε μεταγενέστερο περιστατικό παρανομίας. Αυτό θα ήταν αυθαίρετο.
Ισχυρίζομαι όμως κάτι πολύ συγκεκριμένο: η κυβέρνηση Μητσοτάκη το 2019 πήρε την πολιτική απόφαση να καταργήσει έναν αυτοτελή, εξειδικευμένο και δοκιμασμένο επί δεκαοκτώ χρόνια μηχανισμό ελέγχου της Υγείας. Και σήμερα, επτά χρόνια αργότερα, το ίδιο το κράτος παραδέχεται ότι στον χώρο της παραϊατρικής, της αντιγήρανσης και της αισθητικής ιατρικής υπάρχουν επικίνδυνες «γκρίζες ζώνες».
Γι’ αυτό δεν αρκούν άλλες εγκύκλιοι μετά από κάθε τραγωδία.
Το Υπουργείο Υγείας οφείλει να απαντήσει σε ένα απλό ερώτημα: ποιος είναι σήμερα ο «Ράμπο της Υγείας» που μπαίνει απροειδοποίητα από την πόρτα πριν μπει ο εισαγγελέας — ή, ακόμη χειρότερα, πριν φτάσει το ΕΚΑΒ;
Γιατί η προστασία της δημόσιας υγείας δεν είναι επικοινωνιακή διαχείριση μετά το γεγονός. Είναι έλεγχος πριν από αυτό.