«Μεταρρύθμιση ή εγκατάλειψη του Σουηδικού Μοντέλου;».
Από το Saltsjöbaden στη σύγχρονη Σουηδία
Όταν μιλάμε για το «Σουηδικό Μοντέλο», συχνά εννοούμε κάτι περισσότερο από ένα συγκεκριμένο σύστημα εργασιακών σχέσεων. Εννοούμε έναν ολόκληρο τρόπο οργάνωσης της οικονομίας και της κοινωνίας: ισχυρές συνδικαλιστικές και εργοδοτικές οργανώσεις, συλλογικές διαπραγματεύσεις, εργασιακή ειρήνη, κοινωνικό κράτος, υψηλή φορολογία και αναδιανομή, αλλά ταυτόχρονα μια ανοιχτή και ανταγωνιστική οικονομία.
Η αφετηρία του βρίσκεται συμβολικά στη Συμφωνία του Saltsjöbaden του 1938, όταν οι οργανώσεις των εργαζομένων και των εργοδοτών συμφώνησαν ότι μεγάλο μέρος των συγκρούσεων στην αγορά εργασίας θα πρέπει να αντιμετωπίζεται από τους ίδιους τους κοινωνικούς εταίρους. Το κράτος θα έθετε το θεσμικό πλαίσιο, αλλά δεν θα υποκαθιστούσε τις οργανώσεις εργαζομένων και εργοδοτών.

Η Συμφωνία του Saltsjöbaden 1938 - θεμελίωση του Σουηδικού Μοντέλου
Αυτή η αρχή αποδείχθηκε εξαιρετικά σημαντική: οι μισθοί και πολλοί όροι εργασίας δεν καθορίζονται πρωτίστως από το κράτος, αλλά μέσα από συλλογικές συμβάσεις. Όταν υπάρχει ισχύουσα συλλογική σύμβαση, ισχύει κατά κανόνα και εργασιακή ειρήνη. Έτσι, η σύγκρουση δεν εξαφανίζεται· θεσμοποιείται και μετατρέπεται σε διαπραγμάτευση.
Από την εργασιακή ειρήνη στο κοινωνικό κράτος
Μετά τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο, το εργασιακό μοντέλο συνδυάστηκε με την οικοδόμηση ενός εκτεταμένου κοινωνικού κράτους.
Η φορολογία χρησιμοποιήθηκε για τη χρηματοδότηση δημόσιων υπηρεσιών και κοινωνικών μεταβιβάσεων, ενώ η αναδιανομή περιόρισε σημαντικά τις εισοδηματικές διαφορές. Υγεία, εκπαίδευση, συντάξεις, κοινωνική ασφάλιση και οικογενειακές παροχές έγιναν βασικά στοιχεία του σουηδικού συστήματος.
Για πολλές δεκαετίες διαμορφώθηκε έτσι ένας ιδιαίτερος συμβιβασμός:
ο καπιταλισμός και η επιχειρηματικότητα δεν καταργούνται, αλλά συνδυάζονται με ισχυρά συνδικάτα, κοινωνική προστασία και αναδιανομή.
Η Σουηδία δεν προσπάθησε να καταργήσει την αγορά. Προσπάθησε να την εντάξει σε ένα ευρύτερο κοινωνικό και θεσμικό πλαίσιο.
Η κρίση του παλιού μοντέλου
Το σύστημα, όμως, δεν έμεινε αμετάβλητο.
Κατά τη δεκαετία του 1970 αυξήθηκαν οι εντάσεις στην αγορά εργασίας, ενώ το οικονομικό περιβάλλον άλλαξε. Η παγκοσμιοποίηση, ο διεθνής ανταγωνισμός, οι πετρελαϊκές κρίσεις, ο πληθωρισμός και αργότερα η χρηματοπιστωτική κρίση των αρχών της δεκαετίας του 1990 έθεσαν υπό αμφισβήτηση το παλαιότερο, περισσότερο κεντρικοποιημένο σύστημα.
Στη δεκαετία του 1980 υποχώρησε το προηγούμενο σύστημα κεντρικών μισθολογικών διαπραγματεύσεων. Η κρίση κορυφώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1990.
Και τότε συνέβη κάτι ιδιαίτερα σημαντικό: η Σουηδία δεν εγκατέλειψε τη συλλογική διαπραγμάτευση. Την αναδιοργάνωσε.
Η συμφωνία του 1997 για τη βιομηχανία, το Industriavtalet, δημιούργησε τις βάσεις για το σημερινό σύστημα. Οι μισθολογικές αυξήσεις συνδέθηκαν περισσότερο με την ανταγωνιστικότητα της εξαγωγικής βιομηχανίας, ενώ διατηρήθηκε ο συντονισμός μεταξύ των κλάδων. Το σημερινό σύστημα του λεγόμενου märket αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της νέας ισορροπίας.
Έτσι, η παλιά κεντρική διαπραγμάτευση αντικαταστάθηκε από ένα περισσότερο αποκεντρωμένο αλλά συντονισμένο σύστημα. Ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης, ΟΟΣΑ (OECD), περιγράφει τη μεταβολή αυτή ως μετάβαση από το παλαιό σύστημα σε ένα πιο ευέλικτο πλαίσιο συντονισμένης μισθολογικής διαπραγμάτευσης.

Και ποιος ήταν ο ρόλος των αστικών κυβερνήσεων;
Από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 και ιδιαίτερα από τη δεκαετία του 1990, οι σουηδικές κυβερνήσεις — σοσιαλδημοκρατικές και κεντροδεξιές — προχώρησαν σε μεταρρυθμίσεις που άλλαξαν σημαντικά το οικονομικό και κοινωνικό σύστημα.
Εδώ όμως χρειάζεται μια ουσιαστική διάκριση.
Δεν είναι ακριβές να πούμε ότι οι αστικές κυβερνήσεις «κατήργησαν» το Σουηδικό Μοντέλο. Ούτε είναι ακριβές να θεωρήσουμε ότι οι αλλαγές έγιναν αποκλειστικά από αυτές.
Η μεγάλη φορολογική μεταρρύθμιση του 1990–91, για παράδειγμα, πραγματοποιήθηκε σε διαφορετικό πολιτικό πλαίσιο και αποτέλεσε σημαντική μεταβολή της φορολογικής δομής. Μειώθηκαν οι υψηλοί οριακοί φορολογικοί συντελεστές, διευρύνθηκε η φορολογική βάση και διαμορφώθηκε περισσότερο το σημερινό σύστημα φορολόγησης εργασίας και κεφαλαίου.
Αργότερα, οι κυβερνήσεις της περιόδου 2006–2014 έδωσαν ιδιαίτερη έμφαση στη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης της εργασίας και στην ενίσχυση των οικονομικών κινήτρων για εργασία. Κεντρικό μέτρο ήταν το jobbskatteavdrag, η έκπτωση φόρου εισοδήματος από την εργασία. Η μεταρρύθμιση αυτή και άλλες αλλαγές συνέβαλαν σε μεταβολές της κατανομής του διαθέσιμου εισοδήματος.
Παράλληλα, αυξήθηκε ο ρόλος ιδιωτικών παρόχων σε ορισμένες δημόσιες υπηρεσίες και ενισχύθηκαν μηχανισμοί επιλογής και ανταγωνισμού.
Επομένως, η αλλαγή ήταν πραγματική. Αλλά δεν ήταν απλώς μια αλλαγή από «σοσιαλιστικό» σε «φιλελεύθερο» σύστημα.
Ήταν μάλλον η μετατροπή ενός παλαιού σουηδικού συμβιβασμού σε έναν νέο.
Τι απέμεινε από το αρχικό Μοντέλο;
Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον ερώτημα.
Εάν εξετάσουμε αποκλειστικά το σημερινό σουηδικό σύστημα εργασιακών σχέσεων, η συνέχεια είναι εντυπωσιακή.
Οι συλλογικές συμβάσεις εξακολουθούν να αποτελούν βασικό μηχανισμό ρύθμισης της αγοράς εργασίας. Η σουηδική αγορά εργασίας δεν βασίζεται σε ένα ενιαίο κρατικό σύστημα κατώτατων μισθών, αλλά κυρίως στις συλλογικές συμβάσεις των κοινωνικών εταίρων.
Ακόμη και μετά από τριάντα χρόνια συμμετοχής στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το Medlingsinstitutet εκτιμά ότι η ένταξη στην ΕΕ δεν έχει αλλάξει τον πυρήνα του σουηδικού μοντέλου εργασιακών σχέσεων και ότι το σύστημα παραμένει ισχυρό.

Αυτό είναι σημαντικό.
Γιατί δείχνει ότι το Saltsjöbaden δεν είναι απλώς ένα ιστορικό μνημείο. Η βασική ιδέα — ότι οι οργανώσεις εργαζομένων και εργοδοτών έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο στη ρύθμιση της αγοράς εργασίας — εξακολουθεί να λειτουργεί.
Όμως η κοινωνική πλευρά έχει αλλάξει
Εδώ η εικόνα είναι διαφορετική.
Η Σουηδία εξακολουθεί να έχει υψηλή φορολογία και ένα εκτεταμένο κοινωνικό κράτος. Η φορολογία της εργασίας παραμένει υψηλή σε διεθνή σύγκριση.
Ταυτόχρονα όμως, η φορολογική και κοινωνική πολιτική είναι σήμερα λιγότερο εξισωτική από ότι στην κλασική περίοδο του Σουηδικού Μοντέλου.
Οι εισοδηματικές ανισότητες έχουν αυξηθεί από τα πολύ χαμηλά επίπεδα των προηγούμενων δεκαετιών. Ο ΟΟΣΑ (OECD) επισημαίνει ότι σημαντικό μέρος της πρόσφατης αύξησης συνδέεται με τα εισοδήματα από κεφάλαιο και τις υπεραξίες.
Έτσι δημιουργείται ένα ενδιαφέρον παράδοξο:
η Σουηδία παραμένει χώρα υψηλής φορολογίας και ισχυρού κοινωνικού κράτους, αλλά δεν είναι πλέον η εξαιρετικά εξισωτική κοινωνία που γνωρίσαμε κατά την ακμή του μεταπολεμικού μοντέλου.
Η μεγάλη αλλαγή: από το κράτος στους κοινωνικούς εταίρους — και από το κράτος στην αγορά
Ίσως η πιο ουσιαστική μεταβολή των τελευταίων πενήντα ετών μπορεί να περιγραφεί ως μετατόπιση ισορροπιών.
Το παλαιότερο σύστημα στηριζόταν περισσότερο:
- στην κεντρική μισθολογική διαπραγμάτευση,
- στη μεγάλη αναδιανομή,
- στην επέκταση του δημόσιου τομέα,
- στη συμπίεση των μισθολογικών διαφορών.
Το σημερινό σύστημα στηρίζεται περισσότερο:
- στον συντονισμό των συλλογικών συμβάσεων,
- στην ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας,
- στην αποκέντρωση των διαπραγματεύσεων,
- σε μεγαλύτερο ρόλο των ιδιωτικών παρόχων,
- σε ισχυρότερα κίνητρα εργασίας,
- σε μικρότερη φορολογική επιβάρυνση ορισμένων κατηγοριών εισοδήματος.
Αλλά η βασική αρχή της συνεργασίας και διαπραγμάτευσης μεταξύ των κοινωνικών εταίρων παρέμεινε.
Είναι λοιπόν ακόμη «Σουηδικό Μοντέλο»;
Ναι — εάν με τον όρο εννοούμε τον θεσμικό πυρήνα.
Όχι — εάν εννοούμε ακριβώς το σύστημα της δεκαετίας του 1950 ή του 1960.
Η διαφορά είναι ουσιαστική.
Το Σουηδικό Μοντέλο δεν είναι ένα στατικό σχέδιο που εφαρμόστηκε μία φορά και έμεινε αναλλοίωτο. Είναι περισσότερο ένας θεσμικός τρόπος αντιμετώπισης των αλλαγών.
Αυτό ίσως είναι και το σημαντικότερο μάθημα της σουηδικής εμπειρίας.
Το μοντέλο επέζησε ακριβώς επειδή άλλαξε.
Το Saltsjöbaden του 1938 δεν μπορεί να εφαρμοστεί αυτούσιο σε μια οικονομία του 2026. Η παγκοσμιοποίηση, η τεχνολογία, η ΕΕ, η μετανάστευση, η γήρανση του πληθυσμού, η ψηφιακή οικονομία και η διεθνής κινητικότητα κεφαλαίων έχουν αλλάξει τις συνθήκες.
Η απάντηση της Σουηδίας δεν ήταν να προστατεύσει κάθε θεσμό του παρελθόντος. Ήταν να διατηρήσει ορισμένες βασικές αρχές και να μεταρρυθμίσει τους μηχανισμούς που τις υπηρετούν.
Μεταρρύθμιση ή εγκατάλειψη;
Εδώ βρίσκεται ίσως η ουσία της συζήτησης.
Μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι η Σουηδία από τη δεκαετία του 1970 και μετά απομακρύνθηκε σημαντικά από το παλιό σοσιαλδημοκρατικό μοντέλο. Και υπάρχουν σαφή στοιχεία που στηρίζουν αυτή την άποψη: μεγαλύτερες εισοδηματικές ανισότητες, μικρότερη κεντρικοποίηση των μισθολογικών διαπραγματεύσεων, φορολογικές μεταρρυθμίσεις, μεγαλύτερος ρόλος της αγοράς και του ιδιωτικού τομέα.
Μπορεί όμως κανείς να δει την ίδια ιστορία διαφορετικά.
Από αυτή την οπτική, η Σουηδία δεν εγκατέλειψε το Μοντέλο. Μεταρρύθμισε το Μοντέλο για να μπορέσει να επιβιώσει.
Η διαφορά ανάμεσα στις δύο ερμηνείες είναι πολιτική και ιδεολογική. Τα γεγονότα, ωστόσο, δείχνουν ότι υπήρξε ταυτόχρονα συνέχεια και ρήξη.
Ρήξη, ως προς το μέγεθος της αναδιανομής, την κεντρικοποίηση και τον ρόλο του κράτους.
Συνέχεια, ως προς τη συλλογική διαπραγμάτευση, την ισχυρή θέση των κοινωνικών εταίρων και την ιδέα ότι η αγορά εργασίας δεν χρειάζεται να ρυθμίζεται αποκλειστικά από το κράτος.
Το πραγματικό ερώτημα για το μέλλον
Η συζήτηση για το Σουηδικό Μοντέλο, επομένως, δεν πρέπει να περιορίζεται στο ερώτημα εάν «υπάρχει ακόμη».
Το πιο ενδιαφέρον ερώτημα είναι:
Μπορεί ένα μοντέλο που βασίζεται στην κοινωνική συνεργασία να συνεχίσει να λειτουργεί όταν οι οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες αυξάνονται, η αγορά εργασίας γίνεται περισσότερο κατακερματισμένη και η οικονομία γίνεται όλο και πιο διεθνής;
Μέχρι σήμερα, η σουηδική εμπειρία δείχνει ότι η απάντηση μπορεί να είναι θετική — υπό την προϋπόθεση ότι οι θεσμοί μεταρρυθμίζονται χωρίς να καταστρέφεται η βασική εμπιστοσύνη μεταξύ των κοινωνικών εταίρων.
Ίσως, τελικά, αυτή να είναι η ουσία του Σουηδικού Μοντέλου:
όχι η απουσία σύγκρουσης, αλλά η ικανότητα να μετατρέπεται η σύγκρουση σε διαπραγμάτευση. Όχι η απουσία αλλαγής, αλλά η ικανότητα αλλαγής χωρίς θεσμική κατάρρευση.
Και από αυτή την άποψη, η ιστορία από το Saltsjöbaden του 1938 μέχρι σήμερα το 2026 δεν είναι τόσο η ιστορία της εγκατάλειψης ενός μοντέλου.
Είναι η ιστορία ενός μοντέλου που μεταρρυθμίζεται διαρκώς για να παραμένει λειτουργικό.