Για τις δύο από τις οικονομικές προτάσεις, με αφορμή τη ΔΕΘ. Πώς και σε τι απαντούν

Κώστας Χλωμούδης 19 Σεπ 2026

Μπορεί μια οικονομία να υπεραποδίδει και ταυτόχρονα η πλειοψηφία των πολιτών να δυσκολεύεται να τα βγάλει πέρα; Μπορούν να αυξάνονται το ΑΕΠ, οι επενδύσεις και τα εταιρικά κέρδη, ενώ η αγοραστική δύναμη μεγάλου μέρους της κοινωνίας παραμένει ασθενής και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις να αντιμετωπίζουν δυσκολίες χρηματοδότησης και ανάπτυξης;

Η απάντηση είναι ναι. Και αυτό, κατά τη γνώμη μας, αποτελεί ένα χρήσιμο κριτήριο για να αξιολογηθούν οι δύο από τις οικονομικές προτάσεις που παρουσιάστηκαν στη Θεσσαλονίκη, αυτές του πρωθυπουργού κου Μητσοτάκη και του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης κου Ανδρουλάκη.

Θα επιχειρήσουμε να απαντήσουμε σε ένα πραγματικό ερώτημα: πώς και σε τι απαντά κάθε μια από αυτές τις δυο προτάσεις στην απόσταση που φαίνεται να υπάρχει ανάμεσα στη μακροοικονομική επίδοση της οικονομίας και στην ευημερία μεγάλου μέρους της κοινωνίας.

Η ευημερία των αριθμών και οι λογαριασμοί των πολιτών

Δεν θα ήταν επιστημονικά αποδεκτό να αμφισβητήσουμε τις θετικές μακροοικονομικές εξελίξεις. Η ανεργία έχει υποχωρήσει, η χώρα ανέκτησε την επενδυτική βαθμίδα, το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ αποκλιμακώνεται και η οικονομία αναπτύσσεται.

Αυτή είναι μία σημαντική και αναμφισβήτητη όψη της οικονομίας. Υπάρχει όμως και μια δεύτερη, εξίσου σημαντική.

Όπως εύστοχα επισήμανε πρόσφατα στη «Μεταρρύθμιση» η οικονομολόγος Μάχη Γεωργακοπούλου, κανένας δείκτης δεν μπορεί αυτοτελώς να αποδώσει την πολυσχιδή έννοια της ευημερίας. Η επιστημονικά ασφαλέστερη προσέγγιση απαιτεί συνεξέταση επιπέδων, μεταβολών και κατανομής: παραγωγικότητας, διάμεσου εισοδήματος, αγοραστικής δύναμης, στέγασης, ιδιωτικού χρέους και ανισότητας.

Με αυτό το υπόβαθρο ας επιχειρήσουμε να κάνουμε μια προσπάθεια αξιολόγησης των οικονομικών προτάσεων που εισηγήθηκαν στην ΔΕΘ οι δυο θεσμικοί παράγοντες.

Το ελληνικό κατά κεφαλήν εισόδημα εξακολουθεί να απέχει αισθητά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ακόμη πιο αποκαλυπτική όμως είναι η εξέταση του διαθέσιμου εισοδήματος και κυρίως της κατανομής του. Και εδώ χρειάζεται ένας δείκτης που σπανίως εμφανίζεται στον δημόσιο διάλογο: ο διάμεσος.

Τι σημαίνει διάμεσος και γιατί διαφέρει από τον μέσο όρο;

Ας υποθέσουμε ότι πέντε πολίτες έχουν μηνιαίο εισόδημα 800, 900, 1.000, 1.100 και 6.200 ευρώ. Συνολικά εισπράττουν 10.000 ευρώ. Αν διαιρέσουμε το ποσό διά πέντε, το μέσο εισόδημα είναι 2.000 ευρώ. Κανείς όμως από τους τέσσερις πρώτους δεν πλησιάζει καν αυτό το ποσό.

Για να υπολογίσουμε τον διάμεσο, τοποθετούμε τα πέντε εισοδήματα από το μικρότερο στο μεγαλύτερο και παίρνουμε εκείνο που βρίσκεται ακριβώς στη μέση. Στο παράδειγμά μας είναι τα 1.000 ευρώ: δύο πολίτες έχουν χαμηλότερο και δύο υψηλότερο εισόδημα.

Έχουμε λοιπόν στην ίδια μικρή κοινωνία μέσο εισόδημα 2.000 ευρώ και διάμεσο 1.000 ευρώ.

Ας προχωρήσουμε ένα βήμα ακόμη. Αν το εισόδημα του πλουσιότερου αυξηθεί από 6.200 σε 11.200 ευρώ, το συνολικό εισόδημα αυξάνεται από 10.000 σε 15.000 ευρώ και ο μέσος όρος από 2.000 σε 3.000 ευρώ. Καταγράφεται δηλαδή αύξηση του μέσου εισοδήματος κατά 50%. Ο διάμεσος όμως παραμένει στα 1.000 ευρώ. Οι τέσσερις από τους πέντε δεν έχουν κερδίσει ούτε ένα ευρώ.

Αυτό ακριβώς μας βοηθά να καταλάβουμε ο διάμεσος: αν η αύξηση του συνολικού πλούτου μετακινεί προς τα πάνω και τον πολίτη που βρίσκεται στη μέση της εισοδηματικής κατανομής.

Ο μέσος όρος δεν είναι λανθασμένος. Μετρά κάτι διαφορετικό. Γι' αυτό σε μια οικονομία με σημαντικές εισοδηματικές αποκλίσεις η ταυτόχρονη εξέταση μέσου και διάμεσου προσφέρει πληρέστερη εικόνα.

Και τι μας λένε ο μέσος και ο διάμεσος για την πραγματική οικονομία στην Ελλάδα;

Εδώ η θεωρητική διάκριση αποκτά πρακτική σημασία.

Για το εισόδημα αναφοράς του 2024, η ΕΛΣΤΑΤ υπολογίζει το μέσο ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα ανά άτομο σε 13.381 ευρώ. Την ίδια στιγμή, το όριο κινδύνου φτώχειας για ένα άτομο ήταν 7.020 ευρώ και, επειδή αυτό ορίζεται στο 60% του διάμεσου ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος, ο αντίστοιχος διάμεσος ήταν 11.700 ευρώ.

Έχουμε επομένως ένα πραγματικό ελληνικό παράδειγμα αυτού που προηγουμένως περιγράψαμε θεωρητικά: μέσο διαθέσιμο εισόδημα 13.381 ευρώ και διάμεσο 11.700 ευρώ. Η απόσταση είναι περίπου 1.700 ευρώ. Δεν είναι στατιστική λεπτομέρεια. Τα υψηλότερα εισοδήματα μετακινούν τον μέσο προς τα πάνω και ο πολίτης στη μέση της κατανομής διαθέτει εισόδημα χαμηλότερο από εκείνο που περιγράφει ο μέσος όρος.

Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η σύγκριση με το 2019, όταν αρχίζει η σημερινή κυβερνητική περίοδος. Το διάμεσο ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα ήταν τότε περίπου 8.781 ευρώ και το 2024 έφθασε τα 11.700 ευρώ: ονομαστική αύξηση περίπου 33%.

Πρόκειται για πραγματική και σημαντική βελτίωση και πρέπει να καταγραφεί ως τέτοια.

Δεν είναι όμως ολόκληρη η εικόνα. Στην ίδια περίοδο μεσολάβησε ισχυρή πληθωριστική έξαρση. Επομένως, η αύξηση κατά 33% του ονομαστικού διάμεσου εισοδήματος δεν ισοδυναμεί με αύξηση κατά 33% της πραγματικής αγοραστικής δύναμης του διάμεσου πολίτη.

Η σωστή ερώτηση, συνεπώς, δεν είναι αν βελτιώθηκε το εισόδημα του πολίτη στη μέση της κατανομής. Βελτιώθηκε. Η σωστή ερώτηση είναι πόσο βελτιώθηκε σε πραγματικούς όρους και πόσο η βελτίωσή του συμβαδίζει με την εικόνα της συνολικής μακροοικονομικής ανάκαμψης.

Η κατανομή προσφέρει μια ακόμη ένδειξη. Από το συνολικό διαθέσιμο εισόδημα του 2024, το 25% με τα υψηλότερα εισοδήματα εισέπραττε το 45,5%, το μεσαίο 50% το 44,1% και το χαμηλότερο 25% μόλις το 10,5%.

Τα νεότερα στοιχεία της Eurostat για το 2025 κάνουν την κοινωνική διάσταση ακόμη πιο συγκεκριμένη. Το 26,4% του πληθυσμού στην Ελλάδα ζούσε σε νοικοκυριά όπου το κόστος στέγασης απορροφούσε τουλάχιστον το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος, έναντι 7,7% στην ΕΕ — το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των κρατών-μελών. Παράλληλα, το 18,1% του πληθυσμού δεν μπορούσε να διατηρήσει επαρκώς ζεστή την κατοικία του, έναντι 8,8% στην ΕΕ.

Άρα, η συζήτηση για τον διάμεσο δεν αποτελεί στατιστική παρένθεση. Μας επιτρέπει να διατυπώσουμε ακριβέστερα το βασικό ερώτημα: δεν αρκεί να γνωρίζουμε αν αυξάνεται ο συνολικός πλούτος ή το μέσο εισόδημα. Πρέπει να γνωρίζουμε πόσο μετακινείται προς τα πάνω ο πολίτης στη μέση της κατανομής και πόσο ευρεία είναι η συμμετοχή στην αύξηση του παραγόμενου πλούτου.

Η κυβέρνηση κοιτάζει εύλογα την οικονομία από ψηλά. Ο πολίτης όμως τη ζει από το έδαφος.

Και οι δύο εικόνες είναι πραγματικές. Το πρόβλημα αρχίζει όταν θεωρούμε ότι η μία ακυρώνει την άλλη.

Μητσοτάκης: η ανάπτυξη και το «μέρισμά» της

Η κυβερνητική πρόταση ακολουθεί μια σαφή οικονομική αλληλουχία: δημοσιονομική σταθερότητα, ανάπτυξη, δημιουργία δημοσιονομικού χώρου και σταδιακή επιστροφή μέρους του στους πολίτες.

Δεν πρέπει να υποτιμηθούν οι σχετικές παρεμβάσεις. Ειδικά για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, η ενίσχυση των χρηματοδοτικών εργαλείων μέσω της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας αποτελεί αναγνώριση ενός πραγματικού προβλήματος.

Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος δείχνουν ότι το μέγεθος της επιχείρησης εξακολουθεί να συνδέεται με διαφορετικό κόστος χρηματοδότησης. Τον Ιούλιο του 2026 το μέσο επιτόκιο νέου επιχειρηματικού δανείου έως 250.000 ευρώ ήταν 5,07%, για ποσά από 250.001 έως 1 εκατ. ευρώ 4,52%, ενώ για δάνεια άνω του 1 εκατ. ευρώ 4,14%.

Οι αριθμοί αυτοί δεν αποδεικνύουν από μόνοι τους «αθέμιτο ανταγωνισμό». Αποτυπώνουν όμως χρηματοδοτική ασυμμετρία: το μικρότερο μέγεθος συνδέεται με ακριβότερη πρόσβαση στο κεφάλαιο.

Στη χθεσινή συνέντευξή του στην ΕΡΤ ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε και πρόσθετες παρεμβάσεις απέναντι στη νέα ενεργειακή επιβάρυνση: στήριξη κράτους και διυλιστηρίων ώστε το πετρέλαιο θέρμανσης να ξεκινήσει κάτω από 1,75 ευρώ το λίτρο, οριζόντια αύξηση του επιδόματος θέρμανσης, παράταση της στήριξης στο ντίζελ για τον Οκτώβριο και επαναφορά πλαφόν στα περιθώρια κέρδους των εταιρειών εμπορίας και των πρατηρίων. Δήλωσε επίσης ότι θα εξέταζε προσωρινή μείωση του ΕΦΚ στα καύσιμα εφόσον υπήρχε ο αναγκαίος ευρωπαϊκός δημοσιονομικός χώρος.

Οι παρεμβάσεις αυτές έχουν προφανή σημασία για το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών — ιδίως όταν το 18,1% δηλώνει αδυναμία επαρκούς θέρμανσης.

Ταυτόχρονα όμως καθιστούν ακόμη καθαρότερο το ερώτημα που θέτουμε: διορθώνουμε τις συνέπειες όταν αυτές εμφανίζονται ή παρεμβαίνουμε και στους μηχανισμούς που τις παράγουν;

Η κυβερνητική πρόταση δίνει ιδιαίτερο βάρος στην πρώτη διαδρομή: η μακροοικονομική επιτυχία δημιουργεί δημοσιονομικούς πόρους, οι οποίοι επιστρέφουν στην κοινωνία μέσω φορολογικών ελαφρύνσεων, επιδομάτων, παρεμβάσεων στις τιμές και χρηματοδοτικών εργαλείων.

Πρόκειται για συγκεκριμένη οικονομική επιλογή. Δεν απαντά όμως από μόνη της στο ερώτημα ποιοι έχουν εξαρχής ευκολότερη πρόσβαση στο κεφάλαιο, στις επενδύσεις και στις ευκαιρίες που δημιουργεί η ανάπτυξη.

Δεν αρκεί να εξετάζουμε πόσο από την ανάπτυξη αναδιανέμεται εκ των υστέρων. Χρειάζεται να εξετάζουμε και ποιοι μπορούν εξαρχής να συμμετέχουν στην παραγωγή της.

Διαφορετικά μπορεί να έχουμε ανάπτυξη, αλλά ανάπτυξη με ασθενή κοινωνικό πολλαπλασιαστή.

Ανδρουλάκης: από το διαθέσιμο εισόδημα στον μηχανισμό παραγωγής

Η πρόταση του Νίκου Ανδρουλάκη ακολουθεί διαφορετική αρχιτεκτονική. Επιχειρεί να συνδέσει δύο πεδία που συχνά συζητούνται χωριστά: την κοινωνική αναδιανομή και την παραγωγική ανασυγκρότηση.

Στο πρώτο πεδίο εντάσσονται οι προτάσεις για ενίσχυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, αντιμετώπιση της ακρίβειας, ιδιωτικό χρέος και στέγη. Περιλαμβάνονται επίσης στοχευμένες και προσωρινές μειώσεις του ΦΠΑ σε βασικά αγαθά και του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα, καθώς και ένας μηχανισμός έκτακτης φορολόγησης υπερκερδών σε ολιγοπωλιακές αγορές, ο οποίος, σύμφωνα με την πρόταση, θα ενεργοποιείται ύστερα από τεκμηριωμένη εισήγηση των αρμόδιων ανεξάρτητων αρχών.

Αυτά είναι μέτρα που αφορούν κυρίως την κατανομή του διαθέσιμου εισοδήματος και τη λειτουργία των αγορών.

Υπάρχει όμως και δεύτερο επίπεδο, που αφορά την ίδια την παραγωγική βάση.

Κομβικό σημείο είναι η πρόταση για ισχυρό Όμιλο Αναπτυξιακής Τράπεζας, με δύο πυλώνες: μια αναβαθμισμένη Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα και ένα Ταμείο Εθνικού Πλούτου. Η σημασία της πρότασης δεν βρίσκεται μόνο στη δημιουργία ενός ακόμη χρηματοδοτικού εργαλείου. Βρίσκεται στην αντίληψη ότι η πρόσβαση στο κεφάλαιο αποτελεί μέρος της ίδιας της αναπτυξιακής πολιτικής.

Και εδώ τα επιμέρους μέτρα αποκτούν σημασία.

Προτείνονται ειδικά φορολογικά κίνητρα για τις ΜμΕ που πραγματοποιούν νέες παραγωγικές επενδύσεις και επιταχυνόμενες αποσβέσεις για εξοπλισμό, νέες τεχνολογίες και αύξηση παραγωγικής δυναμικότητας. Παράλληλα, προβλέπονται κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος και της τεκμαρτής φορολόγησης, σταδιακή μείωση της προκαταβολής φόρου στο 50%, αύξηση του ορίου απαλλαγής από τον ΦΠΑ στις 20.000 ευρώ για μικρές επιχειρήσεις και αυτοαπασχολούμενους και θεσμοθέτηση ακατάσχετου επαγγελματικού λογαριασμού.

Τα μέτρα αυτά δεν είναι όλα της ίδιας οικονομικής φύσης. Ορισμένα μειώνουν φορολογικά βάρη, άλλα επιχειρούν να ενισχύσουν τη ρευστότητα και άλλα δημιουργούν κίνητρα για επένδυση και τεχνολογικό εκσυγχρονισμό. Το κοινό τους χαρακτηριστικό είναι ότι μεταφέρουν μέρος της συζήτησης από το πόσο εισόδημα αναδιανέμεται προς το ποιος έχει τη δυνατότητα να επενδύσει, να μεγαλώσει και να συμμετάσχει στην παραγωγή του νέου πλούτου.

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία όταν τα ίδια τα τραπεζικά δεδομένα δείχνουν ακριβότερη χρηματοδότηση για μικρότερα επιχειρηματικά δάνεια.

Οι μεγάλοι όμιλοι έχουν πρόσβαση σε τραπεζική χρηματοδότηση, κεφαλαιαγορές και μεγάλα επενδυτικά προγράμματα με διαφορετικούς όρους από εκείνους που αντιμετωπίζει η μικρή και μεσαία επιχείρηση. Ένας μόνιμος δημόσιος αναπτυξιακός χρηματοδοτικός βραχίονας, εφόσον σχεδιαστεί με αυστηρά κριτήρια βιωσιμότητας και πρόσθετης οικονομικής αξίας, μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο διεύρυνσης της παραγωγικής βάσης.

Επομένως, εδώ δεν συζητούμε μόνο για αναδιανομή μετά την ανάπτυξη. Συζητούμε και για το ποιοι αποκτούν τη δυνατότητα να συμμετέχουν στην ίδια την παραγωγή της ανάπτυξης.

Αυτό είναι διαφορετικό επίπεδο παρέμβασης και πρέπει να αξιολογηθεί ως τέτοιο.

Από την εξαγγελία στην εφαρμογή

Υπάρχει, τέλος, μία ακόμη παράμετρος.

Η ποιότητα ενός κυβερνητικού προγράμματος δεν κρίνεται μόνο από τον αριθμό ή την ελκυστικότητα των μέτρων του. Μπορεί να αξιολογηθεί τουλάχιστον σε τέσσερα επίπεδα: διάγνωση του προβλήματος, εσωτερική συνοχή των πολιτικών, θεσμικοί μηχανισμοί εφαρμογής και βαθμός προετοιμασίας για τη μετάβαση από την εξαγγελία στη νομοθέτηση.

Υπό αυτό το πρίσμα αποκτά ενδιαφέρον η δέσμευση Ανδρουλάκη για επτά νομοθετικές παρεμβάσεις μέσα στους πρώτους έξι μήνες μιας ενδεχόμενης διακυβέρνησης: για αγορά και ακρίβεια, παραγωγικό πρότυπο, εργασία και μισθούς, ιδιωτικό χρέος, στέγη και δημογραφικό, δημόσια Παιδεία και Υγεία, αξιοκρατία και λογοδοσία.

Ο αριθμός επτά από μόνος του δεν αποδεικνύει ούτε επιτυχία ούτε κυβερνητική επάρκεια. Ούτε η ανακοίνωση ενός νομοσχεδίου εγγυάται την αποτελεσματική εφαρμογή του.

Αποτελεί όμως παρατηρήσιμο στοιχείο προγραμματικής προετοιμασίας: η πολιτική πρόταση δεν σταματά στο «τι θέλουμε να αλλάξουμε», αλλά επιχειρεί να προσδιορίσει «τι νομοθετούμε πρώτα και με ποια χρονική ακολουθία».

Και αυτό είναι θεμιτό κριτήριο αξιολόγησης για οποιοδήποτε κόμμα διεκδικεί τη διακυβέρνηση.

Τελικά, πώς και σε τι απαντούν;

Ας επιστρέψουμε στο αρχικό ερώτημα.

Αν το βασικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας οριστεί πρωτίστως ως ανάγκη διατήρησης της δημοσιονομικής σταθερότητας, αύξησης των επενδύσεων και συνέχισης της μεγέθυνσης, η κυβερνητική πρόταση είναι δομημένη γύρω από αυτές τις προτεραιότητες και τη σταδιακή επιστροφή μέρους των αποτελεσμάτων τους ως «μέρισμα ανάπτυξης».

Αν όμως η αξιολόγηση διευρυνθεί —όπως επιβάλλει, κατά τη γνώμη μας, η οικονομική μεθοδολογία— και περιλάβει όχι μόνο τον μέσο αλλά και τον διάμεσο, την πραγματική αγοραστική δύναμη, την κατανομή του εισοδήματος, το κόστος στέγασης και ενέργειας, τη λειτουργία των αγορών και τους όρους πρόσβασης των ΜμΕ στη χρηματοδότηση, τότε αναδεικνύεται μια διαφορετική διάσταση της οικονομικής πολιτικής.

Με αυτά τα κριτήρια, οι δύο προτάσεις δεν διαφέρουν απλώς ως προς το πλήθος ή το ύψος των μέτρων. Διαφέρουν ως προς το σημείο στο οποίο επιχειρούν να παρέμβουν στον οικονομικό μηχανισμό.

Η κυβερνητική πρόταση δίνει μεγαλύτερο βάρος στη διατήρηση της μακροοικονομικής δυναμικής και σε διορθωτικές παρεμβάσεις που αποσκοπούν στη διάχυση μέρους των αποτελεσμάτων της. Η πρόταση Ανδρουλάκη συνδέει περισσότερο ρητά τη χρηματοδότηση των ΜμΕ, την παραγωγική επένδυση, τη λειτουργία των αγορών, τις εργασιακές σχέσεις και την αναπτυξιακή χρηματοδότηση σε ένα ενιαίο πλαίσιο, το οποίο συνοδεύεται από συγκεκριμένο πρώτο νομοθετικό προγραμματισμό.

Αυτή η διαφορά μπορεί να περιγραφεί και να αξιολογηθεί χωρίς κομματικούς χαρακτηρισμούς. Και βεβαίως η τελική αποτελεσματικότητα οποιασδήποτε πρότασης θα εξαρτηθεί από την κοστολόγηση, τη διοικητική ικανότητα και την εφαρμογή της.

Δεν αμφισβητείται ότι τα τελευταία χρόνια στην ελληνική οικονομία παράγεται περισσότερος πλούτος. Ούτε ότι το διάμεσο εισόδημα έχει αυξηθεί από το 2019. Η αναγνώριση αυτών των δεδομένων δεν αποδυναμώνει την κριτική· την κάνει ακριβέστερη.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι πόσο από αυτή την πρόοδο μετατρέπεται σε πραγματική αγοραστική δύναμη για τον πολίτη που βρίσκεται στη μέση της εισοδηματικής κατανομής, ποιοι έχουν τη δυνατότητα να συμμετέχουν στην παραγωγή του νέου πλούτου και αν διευρύνονται οι παραγωγικές ευκαιρίες πέρα από εκείνους που ήδη διαθέτουν πρόσβαση στο κεφάλαιο.

Γι' αυτό η οικονομική πολιτική δεν μπορεί να αξιολογείται μόνο από το αν ευημερούν οι μακροοικονομικοί δείκτες της.

Αξιολογείται τελικά και από το αν η βελτίωσή τους μετατρέπεται σε μετρήσιμη βελτίωση του διάμεσου εισοδήματος, σε ευρύτερη συμμετοχή στην παραγωγή του πλούτου και σε ευημερία που διαχέεται στην κοινωνία.