Ακούσαμε τον Κυριάκο Μητσοτάκη στη Θεσσαλονίκη.
Έκανε έναν απολογισμό της κυβερνητικής του πορείας, ανακοίνωσε συγκεκριμένα μέτρα για το 2027 και περιέγραψε ένα ευρύτερο σχέδιο για την επόμενη τετραετία. Μίλησε για ανάπτυξη, αύξηση εισοδημάτων, φορολογικές ελαφρύνσεις, κοινωνικές παροχές, επενδύσεις, μεταρρυθμίσεις και συνέχιση της μείωσης του δημόσιου χρέους.
Ακούσαμε, μία εβδομάδα αργότερα, τον Νίκο Ανδρουλάκη.
Παρουσίασε τη δική του διάγνωση για την κατάσταση της χώρας και ένα διαφορετικό σύνολο προτεραιοτήτων και παρεμβάσεων: για την ακρίβεια, την παραγωγή, τους μισθούς και τις συντάξεις, το ιδιωτικό χρέος, τη στέγη, το δημογραφικό, την παιδεία, την υγεία και τη λειτουργία του κράτους.
Ακούσαμε λοιπόν πολλά.
Δεν ακούσαμε όμως καθαρές απαντήσεις σε ορισμένα ερωτήματα που αποτελούν τον πυρήνα της πολιτικής.
Γιατί πολιτική δεν είναι να επιλέγεις ανάμεσα στο καλό και στο κακό, το λευκό και το μαύρο.
Όλοι θέλουμε περισσότερη ανάπτυξη, καλύτερους μισθούς, καλύτερη υγεία και παιδεία, περισσότερες επενδύσεις, χαμηλότερους φόρους, κοινωνική προστασία, ισχυρή άμυνα και μικρότερο δημόσιο χρέος.
Το πολιτικό πρόβλημα προς λύση προκύπτει όταν αναγνωρίσουμε το αυτονόητο, οι πόροι είναι πεπερασμένοι και οι δυνατές χρήσεις τους ανταγωνιστικές. Ένα ευρώ που χρησιμοποιείται για έναν σκοπό δεν μπορεί την ίδια στιγμή να χρησιμοποιηθεί για κάποιον άλλο.
Ο πυρήνας της πολιτικής βρίσκεται ακριβώς εκεί, στην ιεράρχηση των αναγκών και στην κατανομή πεπερασμένων πόρων ανάμεσα στις ανταγωνιστικές χρήσεις τους.
Δεν υπάρχει μία αυτονόητα σωστή κατανομή των διαθέσιμων πόρων. Αν υπήρχε, δεν θα χρειαζόμασταν διαφορετικές οικονομικές πολιτικές. Θα αρκούσε να αναθέσουμε τη δουλειά σε καλούς οικονομολόγους.
Υπάρχουν διαφορετικές αντιλήψεις για τον ρόλο του κράτους και της αγοράς, διαφορετικές προτεραιότητες, διαφορετικές επιλογές για την αναδιανομή, διαφορετική στάθμιση ανάμεσα στην κατανάλωση του σήμερα και την επένδυση για το αύριο, ανάμεσα στη φορολογική ελάφρυνση και στη δημόσια δαπάνη, ανάμεσα στην ταχύτερη μείωση του χρέους και στην αντιμετώπιση μιας σημερινής ανάγκης.
Αυτές οι επιλογές είναι πολιτική.
Ας κάνουμε εδώ ένα απλό νοητικό πείραμα.
Ας υποθέσουμε ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Νίκος Ανδρουλάκης παραλαμβάνουν ακριβώς την ίδια οικονομία. Τα ίδια δημόσια έσοδα, τις ίδιες υποχρεώσεις, το ίδιο δημόσιο χρέος, τον ίδιο δημοσιονομικό χώρο.
Τι θα έκανε διαφορετικά ο καθένας;
Θα επιδίωκε το ίδιο πρωτογενές πλεόνασμα;
Θα διέθετε το ίδιο ποσό για την ταχύτερη μείωση του χρέους και τα αποθέματα ασφαλείας;
Θα μείωνε τους ίδιους φόρους και κατά το ίδιο ποσό;
Θα διέθετε τα ίδια χρήματα για δημόσιες επενδύσεις, υγεία, παιδεία, κοινωνική πολιτική και άμυνα;
Και κυρίως, αν έδινε περισσότερα κάπου, πού θα έδινε λιγότερα;
Δύο κυβερνήσεις μπορούν να έχουν το ίδιο ύψος εσόδων και δαπανών και παρ’ όλα αυτά να ασκούν πολύ διαφορετική πολιτική.
Σημασία έχει ποιον φορολογούν περισσότερο και ποιον λιγότερο. Ποιοι φόροι μειώνονται και ποιοι αυξάνονται. Σε ποιους κατευθύνονται οι κοινωνικές δαπάνες. Αν οι παροχές είναι καθολικές ή στοχευμένες. Ποια αγαθά θεωρείται ότι πρέπει να παρέχει το κράτος και ποια μπορούν να παρέχονται από την αγορά υπό την εποπτεία του. Πώς και πόσο αναδιανέμεται το εισόδημα και προς ποιους.
Καμία οικονομική πολιτική δεν μπορεί να ωφελεί τους πάντες χωρίς να επιβαρύνει κανέναν αντιθέτως, κάθε πολιτική δημιουργεί ωφελούμενους και θιγόμενους. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι ποιοι είναι αυτοί, πόσο ωφελούνται ή επιβαρύνονται και πώς εντάσσεται αυτή η κατανομή σε μια συνολική αντίληψη για το γενικό συμφέρον.
Η πολιτική ταυτότητα αρχίζει να γίνεται ορατή στην ιεράρχηση των αναγκών. Στον τρόπο με τον οποίο κάθε πολιτική κατανέμει τους περιορισμένους πόρους. Στη σχέση που επιλέγει ανάμεσα στο κράτος και την αγορά. Στην κατανομή του κόστους και του οφέλους ανάμεσα στις κοινωνικές ομάδες.
Γι’ αυτό το ερώτημα προς τους δύο πολιτικούς αρχηγούς θα μπορούσε τελικά να είναι ένα:
Αν σας δώσω τα ίδια ακριβώς δημόσια οικονομικά και τον ίδιο ακριβώς δημοσιονομικό χώρο, τι διαφορετικό θα κάνετε ο ένας από τον άλλον;
Η απάντηση θα μας έλεγε πολύ περισσότερα από έναν ακόμη κατάλογο μέτρων.
Θα μας έλεγε ποιες είναι οι αρχές που καθοδηγούν τις επιλογές του καθενός.
Και αυτές οι αρχές πρέπει να είναι γνωστές στον πολίτη.
Όχι μόνο για να μπορεί εκ των υστέρων να κρίνει αν μια κυβέρνηση τήρησε τις υποσχέσεις της.
Αλλά κυρίως για να μπορεί, πριν από τις εκλογές, να γνωρίζει ποια πολιτική επιλέγει.
Γι’ αυτό, ακούγοντας τις δύο ομιλίες στη Θεσσαλονίκη, δεν αισθάνθηκα ότι μου έλειψαν μέτρα.
Μέτρα άκουσα πολλά.
Μου έλειψε περισσότερο η πολιτική που τα συνδέει.Ο κανόνας των επιλογών. Η ιεράρχηση. Το τι προηγείται όταν δεν μπορούν να γίνουν όλα. Το ποιος πληρώνει και ποιος ωφελείται. Το τι εγκαταλείπεται όταν επιλέγεται κάτι άλλο.
Γιατί αυτός είναι, τελικά, ο πυρήνας της πολιτικής.
Και αυτόν τον πυρήνα χρειάζεται να γνωρίζει ο πολίτης πριν επιλέξει.