Υπάρχει η κλασική διαφθορά: το φακελάκι, η παράνομη ανάθεση, η συναλλαγή κάτω από το τραπέζι. Υπάρχει όμως και ένα δυσκολότερο πολιτικό και θεσμικό φαινόμενο: όταν η προνομιακή πρόσβαση στο δημόσιο χρήμα, στις αποφάσεις και στη δημόσια περιουσία μπορεί να αναπτύσσεται μέσα σε ένα σύστημα τυπικά νόμιμων κανόνων
Εδώ βρίσκεται αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «θεσμικά νομιμοποιημένη διαφθορά». Οχι ως ποινικό χαρακτηρισμό, αλλά ως πολιτική περιγραφή ενός συστήματος όπου η νομιμότητα δεν εγγυάται αναγκαστικά ανταγωνισμό, διαφάνεια, αποτελεσματικό έλεγχο και λογοδοσία.
Ποια είναι τα στοιχεία που, πολιτικά τουλάχιστον, επιβάλλουν αυτή τη συζήτηση; Στην Ελλάδα οι δημόσιες συμβάσεις αντιπροσωπεύουν περίπου το 12% του ΑΕΠ. Ο ΟΟΣΑ τις χαρακτηρίζει έναν από τους πλέον ευάλωτους τομείς σε σπατάλη, κακοδιαχείριση και διαφθορά και επισημαίνει, ειδικά για τη χώρα μας, την υπερβολική χρήση μη ανταγωνιστικών διαδικασιών, τις αδυναμίες στην έρευνα αγοράς και προβλήματα διαφάνειας στην επιλογή αναδόχου και στον προσδιορισμό της τιμής (OECD, 2025, Managing Public Procurement Risks in Greece: A Framework for Implementation).
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην Εκθεση Κράτους Δικαίου του 2026, επανέρχεται στα προβλήματα ανταγωνισμού και ακεραιότητας στις δημόσιες συμβάσεις (European Commission, 2026, Rule of Law Report – Country Chapter Greece). Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αποκτά ιδιαίτερη σημασία η εξέλιξη του Υπερταμείου, το οποίο, αν και ανήκει εξ ολοκλήρου στο ελληνικό Δημόσιο, λειτουργεί με εταιρική μορφή και ιδιαίτερο πλαίσιο εταιρικής διακυβέρνησης.
Μετά την προηγούμενη εμπειρία του ΤΑΙΠΕΔ και την απορρόφησή του, μαζί με το ΤΧΣ, το Growthfund μετασχηματίζεται πλέον από φορέας διαχείρισης δημόσιων επιχειρήσεων σε Εθνικό Επενδυτικό Ταμείο, με διευρυμένο ρόλο στις στρατηγικές επενδύσεις και στα δημόσια έργα (Growthfund, 2026, Growthfund is evolving into Greece’s National Investment Fund for Growth).
Δεν έχουμε να κάνουμε με έναν ακόμη δημόσιο οργανισμό. Είναι ένας ισχυρός κόμβος οικονομικής εξουσίας, που επηρεάζει υποδομές, μεταφορές, λιμένες, ενέργεια, ακίνητα και δημόσιες επιχειρήσεις και τελικά μεγάλο τμήμα της αγοράς.
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι αυτό το μοντέλο εξασφαλίζει μεγαλύτερη ευελιξία και αποτελεσματικότητα. Το επιχείρημα είναι θεμιτό. Αλλά όσο μεγαλύτερη είναι η ευελιξία ενός οργανισμού που διαχειρίζεται δημόσια περιουσία, επιλέγει διοικήσεις, προετοιμάζει μεγάλες επενδύσεις και αναθέτει υπηρεσίες, τόσο ισχυρότερος πρέπει να είναι και ο δημοκρατικός έλεγχός του, που στην προκείμενη περίπτωση ελέγχεται.
Διότι αν σε κάτι εμφανίζεται προκλητικά το φαινόμενο της «συμβουλοκρατίας» είναι ακριβώς εδώ. Ακόμη και ο σχεδιασμός, η ανάπτυξη και η σύνταξη του Στρατηγικού Σχεδίου του ίδιου του Υπερταμείου για το 2025-2027 αποτέλεσαν αντικείμενο πρόσκλησης για εξωτερικές συμβουλευτικές υπηρεσίες (Growthfund, 22.4.2024, RFP for Expert Advisory Services for Designing, Developing and Formulating Growthfund’s Strategic Plan 2025-2027).
Οι σύμβουλοι είναι συχνά χρήσιμοι. Το ερώτημα είναι πότε η αγορά εξειδικευμένης γνώσης μετατρέπεται σε υποκατάσταση της ικανότητας του ίδιου του κράτους να σχεδιάζει, να διοικεί και να αξιολογεί. Και το πρόβλημα δεν περιορίζεται μόνο σε οικονομικές επιδράσεις.
Πρόσφατα γεγονότα στον χώρο της ιδιωτικής Υγείας ανέδειξαν τη συνάφεια αυτών των θεσμικών ερωτημάτων: σε ιδιωτικό ιατρείο εντοπίστηκαν μηχανήματα για θεραπευτική πράξη των οποίων η εγκατάσταση σε ιατρείο απαγορεύεται. Η διερεύνηση βρίσκεται σε εξέλιξη και κανένα συμπέρασμα περί ευθύνης δεν μπορεί να προεξοφληθεί.
Αυτό ακριβώς είναι το θέμα αυτού του άρθρου: Δεν αρκεί να υπάρχουν κανόνες, άδειες και ελεγκτικοί φορείς. Πρέπει οι σχετικοί θεσμοί να λογοδοτούν για τον πραγματικό έλεγχο που ασκούν. Να δρουν προληπτικά και όχι εκ των υστέρων. Μεριμνά άραγε η εκτελεστική εξουσία για την ικανότητα των θεσμών αυτών και των ρυθμιστικών αρχών να λειτουργούν αποτελεσματικά ή τους αποδυναμώνει διαχειριστικά και λειτουργικά; Αυτό αφορά την ευθύνη της κυβέρνησης για την επιτήρηση των δημόσιων συμβάσεων, του Υπερταμείου, τους εξωτερικούς συμβούλους, τις Ανεξάρτητες Αρχές και τελικά ολόκληρη τη λειτουργία του κράτους.
Δεν είναι τυχαίο ότι τον Μάιο του 2026 η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ενημέρωσε επισήμως την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ότι πρόσφατες νομοθετικές αλλαγές και αποφάσεις στην Ελλάδα είχαν αρνητική επίδραση στην ανεξάρτητη και αποτελεσματική λειτουργία της, διατυπώνοντας μάλιστα σοβαρές αμφιβολίες για την τήρηση της υποχρέωσης ειλικρινούς συνεργασίας με την Ε.Ε. (European Public Prosecutor’s Office, 22.5.2026, Statement regarding recent developments affecting the effective and independent functioning of the EPPO in Greece).
Δεν εξετάζουμε εδώ αν στην επταετία διακυβέρνησης Μητσοτάκη υπήρξαν παράνομες πράξεις. Αυτές τις κρίνουν -και ορισμένες ήδη τις εξετάζουν- οι αρμόδιες αρχές. Το θέμα μας, για την ενίσχυση της φιλελεύθερης δημοκρατίας μας, είναι πιο σημαντικό: η συνεχής συγκέντρωση οικονομικής και διοικητικής εξουσίας συνοδεύτηκε από αντίστοιχη ενίσχυση των μηχανισμών ελέγχου και λογοδοσίας;
Γιατί η θεσμική φθορά μιας δημοκρατίας δεν αρχίζει μόνο όταν παραβιάζεται ο νόμος. Μπορεί να αρχίζει όταν αρκούμαστε στο ότι όλα έγιναν «νομίμως» και παύουμε να ρωτάμε το ουσιώδες: Ποιος αποφασίζει, ποιος ελέγχει και ποιος τελικά ωφελείται;
Πηγή: www.efsyn.gr