Το ρωσικό πλήγμα στην Εθνική Ακαδημία Επιστημών της Ουκρανίας, στην καρδιά του Κιέβου, ξεπερνά τον συμβολισμό μιας ακόμη επίθεσης σε μια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Όταν ο πόλεμος φτάνει στους θεσμούς της επιστήμης, της γνώσης και της ιστορικής μνήμης, αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο, μια σύγκρουση που αφορά όχι μόνο την αδικαιολόγητη εισβολή και πολεμική σύρραξη, αλλά και το δικαίωμα ενός λαού να διαθέτει δική του ιστορία, ταυτότητα και πολιτική υπόσταση.
Και εδώ οι αναλογίες με τον ευρωπαϊκό αναθεωρητισμό του προηγούμενου αιώνα γίνονται δύσκολο να αγνοηθούν.
Ο Χίτλερ οικοδόμησε την επεκτατική πολιτική του πάνω στην πεποίθηση ότι η ευρωπαϊκή τάξη μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αδικούσε τη Γερμανία. Τα σύνορα παρουσιάστηκαν ως προσωρινά, οι γερμανικοί πληθυσμοί εκτός Ράιχ ως πληθυσμοί που έπρεπε να «προστατευθούν» και η εδαφική επέκταση ως αποκατάσταση μιας ιστορικής αδικίας. Η ναζιστική Γερμανία διεκδίκησε τον λεγόμενο «ζωτικό χώρο»: το υποτιθέμενο δικαίωμα μιας ισχυρής δύναμης να επεκτείνεται εις βάρος των γειτόνων της. Ακολούθησαν η προσάρτηση της Αυστρίας, η Σουδητία και τελικά η κατάλυση της Τσεχοσλοβακίας.
Ο πουτινισμός ανήκει ασφαλώς σε διαφορετική εποχή και διαθέτει κεκαλυμμένα διαφορετική ιδεολογική συγκρότηση. Στη στρατηγική του αναθεωρητισμού, όμως, οι αναλογίες είναι συγκεκριμένες.
Ο Πούτιν έχει παρουσιάσει Ρώσους και Ουκρανούς ως ουσιαστικά «έναν λαό». Η αντίληψη αυτή μετατρέπει την ανεξάρτητη Ουκρανία από κυρίαρχο κράτος σε ιστορική «παρέκκλιση» που η Μόσχα θεωρεί ότι δικαιούται να διορθώσει.
Η μέθοδος είναι αναγνωρίσιμη. Πρώτα αμφισβητείται η ιστορική αυτοτέλεια του άλλου. Έπειτα τα σύνορά του παρουσιάζονται ως αποτέλεσμα κάποιου παλαιού λάθους. Ακολουθεί η επίκληση της προστασίας ομοεθνών ή ρωσόφωνων πληθυσμών. Στο τέλος, η στρατιωτική ισχύς δημιουργεί το τετελεσμένο που η διπλωματία καλείται αργότερα να νομιμοποιήσει.
Η Κριμαία, το Ντονμπάς και οι απόπειρες προσάρτησης ουκρανικών περιφερειών αποτελούν την πρακτική εφαρμογή αυτής της στρατηγικής.
Υπάρχει όμως και ένα βαθύτερο επίπεδο. Ο αναθεωρητισμός ολοκληρώνεται όταν περνά από τα σύνορα στην ταυτότητα.
Ο ναζισμός έκαψε «αντιγερμανικά» βιβλία, εκκαθάρισε πανεπιστήμια και έθεσε την πολιτιστική δημιουργία υπό ιδεολογικό έλεγχο. Στα κατεχόμενα ουκρανικά εδάφη, ο ΟΗΕ έχει καταγράψει επιβολή ρωσικών εκπαιδευτικών προγραμμάτων και περιορισμούς της ουκρανικής γλώσσας και πολιτισμικής έκφρασης. Παράλληλα, η UNESCO έχει καταγράψει εκατοντάδες πολιτιστικούς χώρους που έχουν υποστεί ζημιές στον πόλεμο.
Το πλήγμα στην Ακαδημία Επιστημών αποκτά έτσι έναν ιδιαίτερο συμβολισμό. Γιατί η επιβολή αφορά τελικά και το ποιος γράφει την Ιστορία, ποια γλώσσα διδάσκεται και ποια ταυτότητα επιτρέπεται να επιβιώσει.
Οι ιστορικές διαφορές ανάμεσα στον χιτλερισμό και τον πουτινισμό μπορεί να είναι δεδομένες. Εκείνο όμως που επανέρχεται ανησυχητικά είναι η πολιτική μέθοδος: η κατασκευή ιστορικών «δικαίων», η αμφισβήτηση της κυριαρχίας των γειτόνων, η επίκληση της προστασίας ομοεθνών, η αναθεώρηση των συνόρων και, στο τέλος, η επιβολή του τετελεσμένου με τα όπλα. Η ιδεολογία και τα σύμβολα ίσως αλλάζουν, αλλά η στρατηγική διατηρεί τον ίδιο πυρήνα την πεποίθηση ότι η ισχύς μπορεί να μετατρέψει την κατάκτηση σε πολιτικό δικαίωμα.
Γι' αυτό το πραγματικό διακύβευμα ξεπερνά την Ουκρανία. Αφορά το αν η Ευρώπη θα εξακολουθήσει να στηρίζεται στην κυριαρχία των κρατών, στο απαραβίαστο των συνόρων και στο δικαίωμα κάθε λαού να επιλέγει το μέλλον του ή αν η στρατιωτική ισχύς θα μπορεί ξανά να επιβάλλει σύνορα και γεωπολιτικούς προσανατολισμούς.
Αυτή είναι η ουσία του πουτινικού αναθεωρητισμού. Και αυτή ακριβώς είναι η ευρωπαϊκή σημασία του πολέμου στην Ουκρανία.