Το Χονγκ Κονγκ, μια από τις ταχύτερα προσαρμοζόμενες οικονομίες του κόσμου, προσφέρει σήμερα μια πρόγευση της μεγάλης ανατροπής που συντελείται στην αγορά εργασίας. Οι θέσεις πλήρους απασχόλησης που κρίνονται κατάλληλες για αποφοίτους πανεπιστημίων μειώθηκαν από περίπου 80.000 το 2022 σε μόλις 31.000 το 2025. Πρόκειται για πτώση 61% μέσα σε τρία χρόνια.
Το στοιχείο είναι εντυπωσιακό, αλλά απαιτεί αναλυτική ακρίβεια. Προέρχεται από το κοινό πληροφοριακό σύστημα αγγελιών των οκτώ δημόσια χρηματοδοτούμενων πανεπιστημίων του Χονγκ Κονγκ και δεν συνιστά από μόνο του απόδειξη ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη προκάλεσε ολόκληρη τη συρρίκνωση. Η ασθενέστερη εσωτερική ζήτηση, η επιφυλακτικότητα των επιχειρήσεων, οι υψηλότερες αποδόσεις του κεφαλαίου και η ευρύτερη οικονομική αβεβαιότητα έχουν επίσης επηρεάσει τις προσλήψεις.
Η ΤΝ, ωστόσο, λειτουργεί ως ισχυρός επιταχυντής. Οι επιχειρήσεις μπορούν πλέον να αυτοματοποιούν ακριβώς εκείνες τις εργασίες που παραδοσιακά αποτελούσαν την είσοδο ενός νέου πτυχιούχου στην επαγγελματική ζωή όπως προκαταρκτική έρευνα, σύνταξη αναφορών, βασική ανάλυση δεδομένων, προετοιμασία παρουσιάσεων, εξυπηρέτηση πελατών και διοικητική υποστήριξη. Δεν εξαφανίζεται κατ’ ανάγκην ολόκληρο το επάγγελμα, αφαιρούνται, όμως, οι στοιχειώδεις εργασίες μέσω των οποίων ο νέος εργαζόμενος μάθαινε το επάγγελμα.
Η οικονομική θεωρία μάς βοηθά να αντιληφθούμε τη διαφορά. Οι Daron Acemoglu και Pascual Restrepo διακρίνουν μεταξύ του «αποτελέσματος εκτόπισης», όταν η τεχνολογία υποκαθιστά ανθρώπινα καθήκοντα, και του «αποτελέσματος επανένταξης», όταν η καινοτομία δημιουργεί νέες εργασίες στις οποίες ο άνθρωπος διατηρεί συγκριτικό πλεονέκτημα. Η τελική επίδραση στην απασχόληση εξαρτάται από το ποια από τις δύο δυνάμεις υπερισχύει.
Στην περίπτωση της παραγωγικής ΤΝ, η εκτόπιση εμφανίζεται πρώτα στην αφετηρία της σταδιοδρομίας. Ένας έμπειρος δικηγόρος, αναλυτής ή μηχανικός διαθέτει κρίση, άρρητη γνώση, πελατειακές σχέσεις και επίγνωση του θεσμικού περιβάλλοντος. Ο νεοεισερχόμενος προσφέρει κυρίως χρόνο, τεχνικές γνώσεις και ικανότητα διεκπεραίωσης εργασιών, ακριβώς δηλαδή τα πεδία στα οποία τα νέα συστήματα ΤΝ εμφανίζουν ταχεία πρόοδο.
Έτσι δημιουργείται ένα παράδοξο καθώς οι νέοι είναι η ψηφιακά εγγραμματότερη γενιά, αλλά κινδυνεύουν να στερηθούν τις ευκαιρίες μέσα από τις οποίες η θεωρητική γνώση μετασχηματίζεται σε επαγγελματική κρίση. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η ανεργία αλλά η διάρρηξη του μηχανισμού παραγωγής εμπειρίας.
Στη θεωρία του ανθρώπινου κεφαλαίου, η εργασία δεν αποτελεί μόνο πηγή εισοδήματος αλλά ταυτόχρονα διαδικασία συσσώρευσης γνώσης. Η «μάθηση διά της πράξης» παράγει δεξιότητες που κανένα πανεπιστημιακό εγχειρίδιο δεν μπορεί να μεταδώσει πλήρως. Όταν οι επιχειρήσεις παύουν να προσλαμβάνουν αρχάριους, ιδιοποιούνται άμεσα το όφελος της μείωσης του κόστους, αλλά μετακυλίουν στην κοινωνία το μακροπρόθεσμο κόστος, δηλαδή, λιγότερους έμπειρους επαγγελματίες, μικρότερη κοινωνική κινητικότητα και βαθύτερη διαγενεακή ανισότητα.
Η εικόνα του Χονγκ Κονγκ δεν αποτελεί μεμονωμένο επεισόδιο. Το Stanford Digital Economy Lab, αξιοποιώντας διοικητικά δεδομένα μισθοδοσίας εκατομμυρίων εργαζομένων στις Ηνωμένες Πολιτείες, διαπίστωσε ότι η απασχόληση των νέων 22–25 ετών στα επαγγέλματα με μεγάλη έκθεση στην ΤΝ βρίσκεται κατά 19% χαμηλότερα από το επίπεδο στο οποίο θα βρισκόταν εάν είχε ακολουθήσει την πορεία των λιγότερο εκτεθειμένων επαγγελμάτων. Η απόκλιση προκύπτει κυρίως από τη μείωση των νέων προσλήψεων και όχι από μαζικές απολύσεις.
Η ίδια έρευνα καταγράφει μια κρίσιμη διαφοροποίηση όπου η ΤΝ χρησιμοποιείται για να υποκαταστήσει ανθρώπινα καθήκοντα, η απασχόληση υποχωρεί ή αυξάνεται βραδύτερα. Όπου χρησιμοποιείται συμπληρωματικά, ενισχύοντας τις ανθρώπινες δυνατότητες, η απασχόληση παραμένει σταθερή ή αυξάνεται. Στα πλέον εκτεθειμένα επαγγέλματα η απασχόληση των νέων 22–25 ετών συρρικνωνόταν, σε πρόσφατη μέτρηση, κατά 3,8% ετησίως, ενώ στα λιγότερο εκτεθειμένα αυξανόταν κατά 2%.
Οι ίδιοι οι ερευνητές επισημαίνουν ορθώς ότι πρόκειται για ισχυρές πρώιμες ενδείξεις και όχι ακόμη για οριστική απόδειξη αιτιότητας. Δεν παρατηρείται γενικευμένη κατάρρευση της συνολικής απασχόλησης. Η επιβάρυνση είναι ασύμμετρη και συγκεντρώνεται στους νεότερους εργαζομένους, στις διοικητικές θέσεις, στην εξυπηρέτηση πελατών, στον προγραμματισμό και στα επαγγέλματα γνώσης.
Ακριβώς γι’ αυτό το φαινόμενο είναι κάπως παραπλανητικό. Δεν εμφανίζεται κατ’ αρχάς ως θεαματικό κύμα απολύσεων, αλλά ως σιωπηλή εξαφάνιση των θέσεων που δεν δημιουργήθηκαν ποτέ.
Η απάντηση του Χονγκ Κονγκ
Η κυβέρνηση του Χονγκ Κονγκ ανακοίνωσε διετές πρόγραμμα 30.000 θέσεων εργασίας και πρακτικής άσκησης για νέους. Το σχέδιο περιλαμβάνει 10.000 πρόσθετες θέσεις πλήρους απασχόλησης, περισσότερες από 10.000 επιδοτούμενες πρακτικές και 10.000 θέσεις επαγγελματικής κατάρτισης. Για τις νέες προσλήψεις το κράτος θα καλύπτει έως 6.000 δολάρια Χονγκ Κονγκ μηνιαίως ή έως το ένα τρίτο του μισθού για έξι μήνες.
Αποτελεί μια σημαντική παρέμβαση, αλλά οι επιδοτήσεις δεν επαρκούν εάν οι νέοι τοποθετούνται σε εφήμερες ή χαμηλής μαθησιακής αξίας θέσεις. Το ζητούμενο δεν είναι απλώς να χρηματοδοτηθεί η παρουσία τους σε μια επιχείρηση, αλλά να διασφαλιστεί ότι θα αποκτήσουν πραγματική εμπειρία, καθοδήγηση και δυνατότητα εξέλιξης.
Χρειάζεται, επομένως, ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο για την είσοδο στην εργασία όπως αμειβόμενες μαθητείες με πιστοποιημένο μαθησιακό περιεχόμενο, φορολογικά κίνητρα συνδεδεμένα με τη διατήρηση των νέων εργαζομένων, υποχρέωση των μεγάλων επιχειρήσεων να δημοσιοποιούν στοιχεία για τις προσλήψεις αποφοίτων, σχεδιασμός θέσεων στις οποίες η ΤΝ λειτουργεί ως συνεργάτης και όχι ως υποκατάστατο, στενότερη σύνδεση πανεπιστημίων και επιχειρήσεων μέσω πραγματικών έργων, mentoring και πρακτικής άσκησης, ανάπτυξη δεξιοτήτων κρίσης, επικοινωνίας, δημιουργικότητας, ηθικής και διεπιστημονικής σύνθεσης.
Για την Ελλάδα, όπου η μετάβαση από το πανεπιστήμιο στην ποιοτική απασχόληση ήταν ήδη δυσχερής, η προειδοποίηση είναι ιδιαιτέρως επίκαιρη. Η πολιτική δεν πρέπει να περιμένει μέχρι η απώλεια των αρχικών θέσεων να αποτυπωθεί στις στατιστικές ανεργίας. Πανεπιστήμια, κράτος και επιχειρήσεις οφείλουν να οικοδομήσουν εγκαίρως ένα εθνικό σύστημα μετάβασης από τη γνώση στην εργασία.
Ο μεγάλος κίνδυνος της Τεχνητής Νοημοσύνης δεν είναι μόνο ότι μπορεί να καταργήσει ορισμένες θέσεις. Επιπρόσθετα, μπορεί να δημιουργήσει μια γενιά ακαδημαϊκά καταρτισμένη αλλά επαγγελματικά αμύητη, μια γενιά χωρίς το πρώτο σκαλοπάτι εργασιακής εμπειρίας.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη θα καταργήσει τον μόχθο της επανάληψης, όχι όμως την πολύτιμη μαθητεία. Διότι μια κοινωνία που αφαιρεί το πρώτο σκαλοπάτι της κλίμακας θα ανακαλύψει, αργά ή γρήγορα, ότι κανείς δεν μπορεί να φτάσει στην κορυφή