Πέρασαν 90 ακριβώς χρόνια, στις 17 Ιουλίου του 1936, οι εθνικιστές του στρατηγού Φράνκο κατέλαβαν ύστερα από στρατιωτική εξέγερση, την πόλη Θέουτα, τον ισπανικό θύλακα στη Β. Αφρική. Τον Αύγουστο του ‘36 τα εθνικιστικά στρατεύματα μεταφέρθηκαν στην Ισπανική χερσόνησο. Ήταν η αρχή ενός αιματοβαμμένου εμφύλιου που οδήγησε στη στυγνή δικτατορία του Φράνκο η οποία ποδηγέτησε την Ισπανία επί 35 χρόνια.
Η μαζική εισβολή μεταναστών στη Θέουτα φέρνει αυτές τις μέρες στο φως τον κίνδυνο ενός άλλου, γενικευμένου εμφυλίου πολέμου που καραδοκεί ολοένα και πιο απειλητικά τα τελευταία χρόνια. Οι αυξανόμενες μεταναστευτικές ροές δοκιμάζουν τις αντοχές της αλληλεγγύης και του ανθρωπισμού των λαών της Δύσης και ταυτόχρονα τις αντοχές των διεθνών συμβάσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα αλλά και των ευρωπαϊκών θεσμών για τη συνοχή και την ενιαιοποίηση της ΕΕ.
Η συνθήκη Σένγκεν είναι, κατά γενική ομολογία, ένα τεράστιο βήμα προόδου στην κατεύθυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Δεν είναι τυχαίο ότι τα μέλη που συμβάλλονται στη Σένγκεν είναι 29, με τη συμμετοχή και κρατών που δεν είναι μέλη της ΕΕ. Η ευθεία επίθεση που έχει εξαπολύσει η κατά τα άλλα «φρόνιμη» Μελόνι εναντίον της συνθήκης, αναστέλλοντας την ισχύ της στα σύνορα Ιταλίας-Ισπανίας, υπονομεύει ένα από τα βασικά θεμέλια του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.
Η απόφαση της Μελόνι, μετά την εισβολή των μεταναστών στη Θέουτα, δεν είναι παρά το πρόσχημα για την εφαρμογή της διακηρυγμένης αντιμεταναστευτικής της πολιτικής. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Frontex, ο αριθμός των παράνομων εισόδων μεταξύ των ετών 2021 - 2026 ανά χώρα είναι: Για την Ιταλία 478.600, για τα δυτικά Βαλκάνια 340.600 για την Ελλάδα 259.600 για την Ισπανία 234.760 και για τα ανατολικά σύνορα της Ευρώπης 48000.
Η Ιταλία δηλαδή είναι μακράν η πρώτη πύλη εισόδου μεταναστών στην Ευρώπη και όμως ούτε η Ισπανία ούτε κάποια άλλη χώρα που έχει υπογράψει τη συνθήκη Σένγκεν δεν αποφάσισε να αναστείλει την ισχύ της. Μερικές χώρες αρκέστηκαν στην αυστηροποίηση των ελέγχων σε ορισμένα σημεία των συνόρων τους χωρίς να προχωρήσουν σε αναστολή της διαδικασίας απονομής ασύλου όπως έκανε πρόσφατα, έστω και για περιορισμένο χρονικό διάστημα, η ελληνική κυβέρνηση.
Οι αντιδράσεις των ευρωπαίων ηγετών στη ακραία συγκυρία της Θεούτα, αντικατοπτρίζουν τις διαφορετικές σκοπιές από τις οποίες αντιμετωπίζεται μια από τις μεγαλύτερες σύγχρονες προκλήσεις. Έχει ιδιαίτερη σημασία ότι, εκτός από τον Ισπανό Πρωθυπουργό Πέδρο Σάντσεθ, αντίθετοι με την απόφαση της Μελόνι είναι τόσο ο Γάλλος Πρόεδρος Εμμανουέλ Μακρόν όσο και ο νέος Πρωθυπουργός της Μ. Βρετανίας, Άντι Μπέρναμ, που δείχνει έχει συνειδητοποιήσει το πολιτικό και οικονομικό κόστος του Brexit για τη χώρα του.
Μια ενδεχόμενη, έστω και μερική, αναστολή της Συνθήκης Σένγκεν, μπορεί να αποτελέσει την απαρχή του ξηλώματος των κατακτήσεων της ΕΕ. Αντίθετα, η πιστή εφαρμογή των κανόνων του Ευρωπαϊκού Συμφώνου Μετανάστευσης και Ασύλου που εφαρμόζεται από τον Ιούνιο του ‘26, θα ενισχύσει τον μόνιμο μηχανισμό αλληλεγγύης ανάμεσα στα κράτη-μέλη που είναι αναγκαίος όσο ποτέ. Όπως είπε και ο Πέδρο Σάντσεθ, απαντώντας στη Μελόνι: «Δεν είναι η ώρα της διαίρεσης. Είναι η ώρα του να συνεχίζουμε να οικοδομούμε μια Ευρώπη ισχυρή και ενωμένη».
Ας μην γίνει ξανά η Θεούτα αφετηρία ενός νέου, παγκόσμιου αυτή τη φορά, εμφυλίου πολέμου για το μεταναστευτικό.