Κάθε φορά που η δημόσια συζήτηση στρέφεται στα οικονομικά των κομμάτων, επανέρχεται το ίδιο ερώτημα: πως χρηματοδοτούνται τα κόμματα; Η απάντηση δίνεται συνήθως με όρους πολιτικής αντιπαράθεσης. Ωστόσο το ουσιαστικό ζήτημα είναι πως θα ενισχυθεί η διαφάνεια.
Η σημερινή εικόνα δεν είναι ενθαρρυντική. Τα κόμματα του δημοκρατικού τόξου αλληλοκατηγορούνται για τα οικονομικά τους, αλλά σπάνια καταθέτουν συγκεκριμένες και εφαρμόσιμες προτάσεις, ώστε οι ίδιοι οι πολίτες να μπορούν να ελέγχουν πώς διαχειρίζονται τους πόρους τους. Έτσι, κάθε νέος κύκλος αντιπαράθεσης καταλήγει να τροφοδοτεί την καχυποψία απέναντι σε όλους, να αυξάνει την αποχή και να αποδυναμώνει την εμπιστοσύνη στους δημοκρατικούς θεσμούς.
Το παράδοξο είναι ότι η Ελλάδα διαθέτει ήδη ένα ώριμο θεσμικό πλαίσιο διαφάνειας για το Δημόσιο. Η ΔΙΑΥΓΕΙΑ καθιέρωσε την υποχρεωτική ανάρτηση των διοικητικών πράξεων και των αποφάσεων δαπανών στο διαδίκτυο· καμία σχετική πράξη δεν εκτελείται αν δεν έχει προηγουμένως αναρτηθεί. Το Κεντρικό Ηλεκτρονικό Μητρώο Δημοσίων Συμβάσεων(ΚΗΜΔΗΣ) καταγράφει όλα τα στάδια μιας δημόσιας σύμβασης, από το αρχικό αίτημα έως την πληρωμή, ενώ το Εθνικό Σύστημα Ηλεκτρονικών Δημοσίων Συμβάσεων(ΕΣΗΔΗΣ) διασφαλίζει ότι οι δημόσιοι διαγωνισμοί διεξάγονται ηλεκτρονικά, με ίσους όρους και πλήρη ψηφιακή ιχνηλασιμότητα.
Ένας δήμος, μια περιφέρεια, ένα υπουργείο ή ένα πανεπιστήμιο υποχρεώνονται να λειτουργούν με κανόνες που επιτρέπουν να παρακολουθείται η διαδρομή του δημόσιου χρήματος. Γιατί λοιπόν να μην ισχύει το ίδιο και για τα πολιτικά κόμματα;
Μια ουσιαστική μεταρρύθμιση θα ήταν η τροποποίηση του Κανονισμού της Βουλής, ώστε τα κόμματα να υποχρεούνται να εφαρμόζουν για τις οικονομικές τους συναλλαγές τις ίδιες βασικές αρχές που ισχύουν στο Δημόσιο. Η δημοσιοποίηση των δαπανών και η καταχώριση των συμβάσεών τους θα αποτελούσαν έμπρακτη απόδειξη ότι το πολιτικό σύστημα αποδέχεται για τον εαυτό του τους κανόνες που επιβάλλει στους δημόσιους φορείς.
Μια τέτοια πρωτοβουλία θα είχε και ισχυρό συμβολισμό. Θα έδειχνε ότι κανείς δεν βρίσκεται υπεράνω των κανόνων της διαφάνειας και ότι η λογοδοσία δεν είναι εργαλείο εναντίον του πολιτικού αντιπάλου, αλλά κοινή υποχρέωση όλων. Θα μετέφερε, επιπλέον, τη συζήτηση από τις αλληλοκατηγορίες στις θεσμικές εγγυήσεις.
Η δημοκρατία δεν ενισχύεται όταν τα κόμματα ανταλλάσσουν κατηγορίες χωρίς να αλλάζει τίποτε, ενισχύεται όταν οι πολιτικές διαφωνίες οδηγούν σε καλύτερους κανόνες. Άλλωστε, η εμπειρία της ΔΙΑΥΓΕΙΑΣ απέδειξε ότι η τεχνολογία αποκτά αξία μόνο όταν ενσωματώνεται σε δεσμευτικούς θεσμούς λογοδοσίας και όχι όταν λειτουργεί ως ακόμη μία ψηφιακή βιτρίνα.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η εμπιστοσύνη προς τα κόμματα βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, η χώρα δεν χρειάζεται ακόμη έναν κύκλο καταγγελιών. Χρειάζεται μια διακομματική συμφωνία ότι η διαφάνεια δεν μπορεί να σταματά στην πόρτα της Βουλής. Αν τα κόμματα του δημοκρατικού τόξου θέλουν να πείσουν ότι μπορούν να κυβερνήσουν διαφορετικά, οφείλουν να ξεκινήσουν από τον τρόπο με τον οποίο διοικούν τα ίδια τον εαυτό τους. Αυτό θα ήταν ίσως το πιο ισχυρό μήνυμα ανανέωσης της εμπιστοσύνης προς το δημοκρατικό πολίτευμα.
Βέβαια, ούτε η διαφάνεια από μόνη της αρκεί. Χρειάζεται οι αρμόδιες ανεξάρτητες αρχές και η δικαιοσύνη, σε όλα τα επίπεδα, να λειτουργούν με πραγματική ανεξαρτησία από την εκάστοτε κυβέρνηση και να ελέγχουν συστηματικά την εφαρμογή των νόμων.
Πηγή: www.tanea.gr