Η Πρόοδος των Ελληνικών Τραπεζών και ο Συγκεντρωτικός Κίνδυνος που δεν Πρέπει να Υποτιμούμε

Γιώργος Καλαφατάκης 21 Σεπ 2026

Η πρόσφατη δημόσια συζήτηση για τη χρηματοδότηση μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων από τις ελληνικές τράπεζες, με αφορμή τα ευρήματα του Financial Sector Assessment Program (FSAP) του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, δεν αφορά μια τεχνική λεπτομέρεια. Αφορά έναν από τους πιο κρίσιμους, αλλά συχνά λιγότερο ορατούς, παράγοντες της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας: τη συγκέντρωση και τη συσχέτιση του πιστωτικού κινδύνου.
Σε μια περίοδο γεωπολιτικής αβεβαιότητας, ενεργειακής πίεσης και επιβράδυνσης των  μεγάλων ευρωπαϊκών οικονομιών, ακόμη και ένα μικρό «ράγισμα στο γυαλί» μπορεί να εξελιχθεί σε συστημικό πρόβλημα.
Οι ελληνικές τράπεζες, με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία εποπτείας, δεν παραβιάζουν τους βασικούς δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας και ρευστότητας. Οι δείκτες CET1 και Total Capital Ratio κινούνται πάνω από τα εποπτικά όρια, ενώ οι δείκτες ρευστότητας (LCR, NSFR) βρίσκονται σε επίπεδα που υπερβαίνουν τις απαιτήσεις της ΕΚΤ.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι μονοδιάστατη. Ενώ ο δείκτης Large Exposures δεν έχει παραβιαστεί η Ελλάδα έχει έναν υψηλό συγκεντρωτικό κίνδυνο που πρέπει να αντιμετωπιστεί με σοβαρότητα, με διαφάνεια και έγκαιρη εποπτεία. Ο ευρωπαϊκός κανόνας είναι σαφής: «Καμία τράπεζα δεν μπορεί να έχει έκθεση σε έναν όμιλο άνω του 25% των εποπτικών της κεφαλαίων». Οι ελληνικές τράπεζες δηλώνουν ότι δεν παραβιάζουν το όριο. Όμως η συγκέντρωση δανείων σε 10–15 μεγάλους ομίλους είναι από τις υψηλότερες στην Ευρωζώνη. Αυτό δεν συνιστά τυπική παραβίαση, αλλά αποτελεί ποιοτικό κίνδυνο που μπορεί να γίνει κρίσιμο σε συνθήκες πίεσης.
Η Τράπεζα της Ελλάδος ασκεί μικροπροληπτική εποπτεία σε συνεργασία με τον SSM. Οι έλεγχοι κεφαλαίων, προβλέψεων, μοντέλων κινδύνου και ρευστότητας γίνονται με αυστηρότητα. Όμως υπάρχει υστέρηση στη μακροπροληπτική πολιτική, όπου θα μπορούσαν να ενεργοποιηθούν επιπλέον εργαλεία για τον περιορισμό της συγκέντρωσης κινδύνου και στην έγκαιρη δημόσια επικοινωνία. Όταν ξεσπά μια συζήτηση που αφορά συστημικούς κινδύνους, η εποπτική αρχή οφείλει να παρέχει άμεσα στοιχεία και αξιολόγηση. Η σιωπή αφήνει χώρο σε φήμες, εικασίες και αβεβαιότητα.
Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (NPLs) έχουν μειωθεί δραματικά. Από 45% το 2016 σε περίπου 7–8% σήμερα. Αυτό αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του ελληνικού τραπεζικού συστήματος.
Όμως, τα NPLs δεν εξαφανίστηκαν αλλά μεταφέρθηκαν σε servicers. Οι servicers διαχειρίζονται πάνω από 90 δισ. ευρώ προβληματικών δανείων. Αν η οικονομία επιβραδύνει, ένα μέρος αυτών μπορεί να επιστρέψει ως ζημιά στις τράπεζες. Έχει γίνει μεγάλη πρόοδος σε αυτόν τον τομέα αλλά φαίνεται να υπάρχει κάποιος κίνδυνος σε νέας γενιάς NPLs στην ενέργεια, τις κατασκευές, στο real estate και στις μικρές επιχειρήσεις που πιέζονται από τα υψηλά επιτόκια. Η εποπτεία πρέπει να παρακολουθεί στενά αυτούς τους κλάδους.
Η ελληνική οικονομία έχει λίγους μεγάλους ομίλους με σημαντική παρουσία σε υποδομές, ενέργεια και κατασκευές. Είναι φυσικό οι τράπεζες να τους χρηματοδοτούν. Το πρόβλημα δεν είναι η ύπαρξη μεγάλων ομίλων, αλλά η υπερβολική εξάρτηση από αυτούς. Αν ένας μεγάλος όμιλος αντιμετωπίσει δυσκολίες, η επίδραση στις τράπεζες θα είναι άμεση. Αν δύο ή τρεις όμιλοι που δραστηριοποιούνται στον ίδιο κλάδο, μια κλαδική κρίση μπορεί να πλήξει ταυτόχρονα πολλαπλούς τραπεζικούς ισολογισμούς. 
Επίσης η δημόσια συζήτηση γύρω από τη φερεγγυότητα ενός ομίλου μπορεί να επηρεάσει την εμπιστοσύνη στο τραπεζικό σύστημα. Η συγκέντρωση κινδύνου είναι ο πιο ύπουλος και υποτιμημένος κίνδυνος.
Υπάρχουν διεθνή παραδείγματα καλών ή κακών πρακτικών όσον αφορά την συγκέντρωση κινδύνου. 
Στην Ιρλανδία και την Ισπανία, για παράδειγμα, το 2008–2012, πολλές τράπεζες είχαν υπερσυγκέντρωση κινδύνου σε real estate πράγμα που τις οδήγησε σε κατάρρευση και χρειάστηκαν κρατικές διασώσεις. Επίσης η Silicon Valley Bank στις ΗΠΑ, το 2023, είχε υπερσυγκέντρωση κινδύνου στον κλάδο της τεχνολογίας και σε ομόλογα μακράς διάρκειας και τελικά οδηγήθηκε σε κατάρρευση.
Αντίθετα στις Σκανδιναβικές χώρες, υπάρχει αυστηρή εποπτεία, υψηλά κεφάλαια, και περιορισμός συγκέντρωσης κινδύνου. Επίσης στον Καναδάς, οι λίγες μεγάλες τράπεζες φροντίζουν να έχουν εξαιρετική διασπορά κινδύνου και συντηρητική πολιτική.
Το μάθημα είναι σαφές. Η συγκέντρωση κινδύνου είναι διαχειρίσιμη μόνο όταν υπάρχει ισχυρή εποπτεία και διαφάνεια.
Πήραμε άραγε μαθήματα από την προηγούμενη κρίση ή επαναλαμβάνουμε τα ίδια λάθη; Η Ελλάδα έχει κάνει σημαντικά βήματα: Ενιαία ευρωπαϊκή εποπτεία (SSM). Κανόνες bail-in. Σχέδια εξυγίανσης. Καθαρισμός ισολογισμών και Ενίσχυση κεφαλαίων. Όμως η τάση να θεωρούμε ότι «τώρα είμαστε ασφαλείς» είναι επικίνδυνη. Η υπερβολική στήριξη σε «εθνικούς πρωταθλητές» μπορεί να δημιουργήσει εξάρτηση. Η αργή αντίδραση σε νέους κινδύνους (ενέργεια, κλίμα, κυβερνοασφάλεια) είναι επαναλαμβανόμενο λάθος. Η ιστορία δείχνει ότι οι κρίσεις δεν επαναλαμβάνονται με τον ίδιο τρόπο, επαναλαμβάνονται με τον ίδιο μηχανισμό: την υπερβολική αυτοπεποίθηση.
Η πολιτεία πρέπει να εποπτεύει στενά τις Τράπεζες χωρίς παρεμβατισμό. Δεν πρέπει να διοικεί. Πρέπει όμως να διασφαλίζει ότι λειτουργούν με κανόνες που προστατεύουν καταθέτες, επενδυτές και την οικονομία. 
Οι προτεραιότητες πολιτείας και εποπτικών αρχών πρέπει να είναι: Η ενίσχυση μακροπροληπτικών εργαλείων. Η στενή παρακολούθηση συγκεντρωτικών κινδύνων. Η διαφάνεια σε περιπτώσεις δημόσιας ανησυχίας. Η ανάπτυξη κεφαλαιαγορών ώστε οι επιχειρήσεις να μην εξαρτώνται αποκλειστικά από τραπεζικό δανεισμό. Και τέλος η ενίσχυση του πλαισίου εξυγίανσης ώστε να μην την πληρώνει ο φορολογούμενος.
Η πολιτεία μπορεί να ελέγξει τις τράπεζες μέσω κανόνων, όχι μέσω παρεμβάσεων.
Ένα σταθερό τραπεζικό σύστημα δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Είναι η προϋπόθεση για επενδύσεις, ανάπτυξη, νέες επιχειρήσεις, νέες θέσεις εργασίας. Είναι η προϋπόθεση για την εμπιστοσύνη των πολιτών στο χρήμα που καταθέτουν. Είναι η προϋπόθεση για την αξιοπιστία της χώρας στις διεθνείς αγορές.
Σε μια εποχή αβεβαιότητας, η σταθερότητα των τραπεζών είναι δημόσιο αγαθό. Και η προστασία της δεν είναι ευθύνη μόνο των εποπτικών αρχών, είναι ευθύνη όλων, τραπεζών, επιχειρήσεων, πολιτείας και κοινωνίας. Ο συγκεντρωτικός τραπεζικός κίνδυνος είναι ένας κίνδυνος που δεν πρέπει να υποτιμήσουμε ξανά.
Η Ελλάδα έχει πληρώσει ακριβά την τραπεζική αστάθεια. Δεν έχει την πολυτέλεια να την πληρώσει ξανά.

ΠΗΓΕΣ / ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΔΝΤ – Financial Sector Assessment Program (FSAP)
ΕΚΤ – SSM Supervisory Review and Evaluation Process (SREP)
Τράπεζα της Ελλάδος – Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας
European Banking Authority – Risk Dashboard
BIS – Basel III Monitoring Report
OECD – Economic Surveys: Greece 
ECB – Macroprudential Bulletin