Οι διοικητικές διορθώσεις και τα app είναι μεταρρυθμίσεις;

Μάχη Γεωργακοπούλου 06 Αυγ 2026

Η κρίση του ΟΠΕΚΕΠΕ αποτελεί ακόμη ένα επεισόδιο κακοδιαχείρισης ευρωπαϊκών πόρων και αποτυπώνει μια βαθύτερη θεσμική δυσλειτουργία του κομματικού κράτους, την αδυναμία του να διασφαλίσει διαχρονικά τη νομιμότητα, τη λογοδοσία και την αξιοπιστία στη διαχείριση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής. Η απάντηση της κυβέρνησης υπήρξε άμεση. Οι αρμοδιότητες του ΟΠΕΚΕΠΕ μεταφέρθηκαν στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, δημιουργήθηκε η ψηφιακή πλατφόρμα myAGRO και ανακοινώθηκε ότι η Ελλάδα εισέρχεται σε μια νέα εποχή διαφάνειας και αποτελεσματικότητας.
Η αξιοποίηση των ψηφιακών υποδομών της ΑΑΔΕ, η διασύνδεση με το Κτηματολόγιο, το Ε9, το φορολογικό μητρώο και τα λοιπά δημόσια πληροφοριακά συστήματα συνιστούν αναμφίβολα σημαντική διοικητική πρόοδο.
Οι αυτοματοποιημένες διασταυρώσεις δεδομένων μπορούν να περιορίσουν τις καταχρήσεις, να επιταχύνουν τις πληρωμές και να ενισχύσουν την προστασία του δημόσιου χρήματος.
Το γεγονός αυτό, όμως, δεν μπορεί να συγχέεται με μια ολοκληρωμένη μεταρρύθμιση του πρωτογενούς τομέα όπως σωστά έχει επισημάνει το ΠΑΣΟΚ.
Αξίζει να σημειωθεί ότι για πρώτη φορά στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η διαχείριση των αγροτικών επιδοτήσεων μεταφέρεται ουσιαστικά στην εθνική φορολογική διοίκηση. Σύμφωνα με το θεσμικό πλαίσιο της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, οι ενισχύσεις διαχειρίζονται από διαπιστευμένους οργανισμούς πληρωμών (Paying Agencies), οι οποίοι διαθέτουν εξειδικευμένη διοικητική και τεχνική επάρκεια και λειτουργούν υπό την εποπτεία των αρμόδιων υπουργείων ή ειδικών δημόσιων οργανισμών. Η Γαλλία διαθέτει την Agence de Services et de Paiement (ASP), η Ιταλία την AGEA, η Ισπανία τη FEGA, η Ολλανδία την RVO, ενώ αντίστοιχοι οργανισμοί λειτουργούν στη Δανία, στη Γερμανία και στα υπόλοιπα κράτη-μέλη.
Δεν προκύπτει ότι άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει αναθέσει τον πυρήνα αυτής της αρμοδιότητας στην ανεξάρτητη φορολογική της αρχή.
Η διαπίστωση αυτή δεν συνιστά κριτική προς την ΑΑΔΕ. Αντίθετα, η ΑΑΔΕ αποτελεί ίσως τον πλέον επιτυχημένο οργανισμό της ελληνικής δημόσιας διοίκησης, με σημαντικές επιδόσεις στην ψηφιοποίηση, στις ηλεκτρονικές υπηρεσίες και στη φορολογική συμμόρφωση. Η επιτυχία της, όμως, δεν αναιρεί ένα θεμελιώδες ερώτημα δημόσιας πολιτικής.
Πώς οδηγήθηκε η Ελλάδα στο σημείο να χρειάζεται η φορολογική της αρχή για να αποκαταστήσει την αξιοπιστία του συστήματος αγροτικών επιδοτήσεων;
Η απάντηση βρίσκεται στην αποτυχία των κυβερνήσεων της τελευταίας δεκαετίας, ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, να διαμορφώσουν έναν αξιόπιστο, σύγχρονο και θεσμικά θωρακισμένο οργανισμό πληρωμών. Η μεταφορά αρμοδιοτήτων αποτελεί λύση διαχείρισης μιας κρίσης χωρίς να θεραπεύει από μόνη της τις αιτίες που τη δημιούργησαν.
Ακόμη μεγαλύτερο προβληματισμό προκαλεί σήμερα η προσπάθεια να παρουσιαστεί η νέα ψηφιακή πλατφόρμα ως η «μεγάλη μεταρρύθμιση του πρωτογενούς τομέα». Πρόκειται για δύο διαφορετικά επίπεδα πολιτικής. Η ψηφιοποίηση των διοικητικών διαδικασιών βελτιώνει τη λειτουργία του κράτους. Δεν συνιστά, όμως, αγροτική στρατηγική για τα μεγάλα προβλήματα.
Η πραγματική μεταρρύθμιση θα έπρεπε να απαντά σε πολύ πιο ουσιαστικά ερωτήματα.
Πώς θα αυξηθεί η παραγωγικότητα της ελληνικής γεωργίας;
Πώς θα αξιοποιηθούν η τεχνητή νοημοσύνη, η γεωργία ακριβείας, τα συστήματα τηλεπισκόπησης, η ρομποτική και τα μεγάλα δεδομένα στην παραγωγική διαδικασία;
Πώς θα αντιμετωπιστεί η γήρανση του αγροτικού πληθυσμού, ο κατακερματισμός του κλήρου, η λειψυδρία, οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής και η περιορισμένη εξωστρέφεια της ελληνικής αγροδιατροφής;
Σε αυτά τα κρίσιμα ερωτήματα δεν έχει ακόμη παρουσιαστεί ένα συνεκτικό εθνικό σχέδιο.
Οι ευρωπαϊκές χώρες που πρωταγωνιστούν σήμερα στον πρωτογενή τομέα δεν οικοδόμησαν την επιτυχία τους πάνω στις επιδοτήσεις ούτε στις διοικητικές αναδιαρθρώσεις. Η Ολλανδία επένδυσε επί δεκαετίες στην αγροτική έρευνα, στη συνεργασία του Πανεπιστημίου Wageningen με τις επιχειρήσεις και στη γεωργία υψηλής τεχνολογίας. Η Δανία ανέπτυξε ισχυρούς συνεταιρισμούς, προηγμένα συστήματα ιχνηλασιμότητας και έναν εξαγωγικό αγροδιατροφικό τομέα υψηλής προστιθέμενης αξίας. Το Ισραήλ μετέτρεψε τη σπανιότητα φυσικών πόρων σε πλεονέκτημα μέσω της καινοτομίας στη διαχείριση των υδάτων, της αγροτεχνολογίας και της εφαρμοσμένης έρευνας.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η δημόσια διοίκηση λειτούργησε ως εργαλείο υλοποίησης μιας μακρόπνοης στρατηγικής και δεν υποκατέστησε την εθνική στρατηγική.
Η κυβέρνηση της ΝΔ, όπως και του ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τον πρωτογενή τομέα κυρίως μέσα από το πρίσμα της διαχείρισης των ευρωπαϊκών ενισχύσεων. Έτσι, η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται στον μηχανισμό πληρωμών αντί να αφορά τη δημιουργία ενός νέου παραγωγικού υποδείγματος. Η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής γεωργίας δεν θα κριθεί από το ποιος καταβάλλει τις επιδοτήσεις, αλλά από το αν η χώρα θα κατορθώσει να παράγει περισσότερη γνώση, μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία και ισχυρότερη εξαγωγική δυναμική.
Η μεταφορά του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ μπορεί να αποδειχθεί μια αναγκαία μεταβατική επιλογή για την αποκατάσταση της διαφάνειας και της αξιοπιστίας. Δεν πρέπει όμως να εκλαμβάνεται ως η ολοκλήρωση μιας εμβληματικής μεταρρύθμισης όπως επίμονα προβάλλει η κυβέρνηση. Αντιθέτως, θα έπρεπε να αποτελεί την αφετηρία μιας πολύ βαθύτερης αλλαγής.
Οι μεγάλες μεταρρυθμίσεις δεν κρίνονται από την ταχύτητα με την οποία μεταφέρονται αρμοδιότητες μεταξύ δημόσιων φορέων ούτε από την παρουσίαση με τικ τοκ μιας νέας ψηφιακής εφαρμογής. Κρίνονται από την ικανότητά τους να μετασχηματίζουν την παραγωγική βάση μιας χώρας, να δημιουργούν ανθεκτικούς θεσμούς και να διαμορφώνουν ένα νέο αναπτυξιακό πρότυπο.
Το πραγματικό δίλημμα, επομένως, δεν είναι αν η ΑΑΔΕ θα διαχειρίζεται αποτελεσματικότερα τις αγροτικές επιδοτήσεις. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η Ελλάδα διαθέτει το πολιτικό όραμα να μετατρέψει την κρίση του ΟΠΕΚΕΠΕ σε αφετηρία μιας συνολικής αναγέννησης του πρωτογενούς τομέα.
Μέχρι τώρα μόνο το ΠΑΣΟΚ έχει παρουσιάσει συγκροτημένη πρόταση κι αξίζει να το προσέξουμε μέσα στον καταιγισμό των δημοσκοπήσεων του rebranding και προεκλογικής προπαγάνδας.
Άλλη μία ευκαιρία για μια αναγκαία μεταρρύθμιση του κράτους υποχωρεί μπροστά στις ανάγκες της προεκλογικής αφήγησης για μια τρίτη κυβερνητική θητεία.
Ο Κώστας Σημίτης είχε προειδοποιήσει ότι στην Ελλάδα οι μεταρρυθμίσεις συχνά λησμονούνται. Σήμερα, ο κίνδυνος είναι διαφορετικός καθώς βαφτίζονται ως μεταρρυθμίσεις διοικητικές αναδιαρθρώσεις που δεν συνοδεύονται από μια ολοκληρωμένη δημόσια πολιτική που χρειάζεται η Χώρα μας.