Η επίσκεψη του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ στην Κύπρο πραγματοποιήθηκε για να διερευνηθεί, αν η σημερινή συγκυρία δημιουργεί προϋποθέσεις για μια λύση στο Κυπριακό που θα προσαρμόσει την ομοσπονδιακή ιδέα στις νέες πολιτικές και γεωπολιτικές πραγματικότητες. Το Κυπριακό του 2026 δεν είναι το Κυπριακό του 2017, της τελευταίας διαπραγμάτευσης στο Κραν Μοντανά της Ελβετίας. Η διεθνής και περιφερειακή συγκυρία έχει αλλάξει ουσιαστικά. Το Κυπριακό βρίσκεται σήμερα στο σημείο συνάντησης τριών μεγάλων στρατηγικών εξελίξεων: της προσπάθειας επαναπροσδιορισμού των σχέσεων Ε.Ε.-Τουρκίας, της διαμόρφωσης νέας ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφάλειας και της γεωπολιτικής αναβάθμισης της Ανατολικής Μεσογείου ως ενεργειακού και διαμετακομιστικού κόμβου μεταξύ Ευρώπης και Μέσης Ανατολής
Η ανάγκη της Ευρώπης να οικοδομήσει νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας, όπου η συνεργασία με την Τουρκία αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία, προσδίδει στο Κυπριακό μια ευρωπαϊκή διάσταση που δεν είχε σε προηγούμενες δεκαετίες. Η συνεργασία Ευρωπαϊκής Ένωσης-Τουρκίας στους τομείς της ασφάλειας, της αμυντικής βιομηχανίας, της ενέργειας και των μεταφορών δύσκολα μπορεί να αποκτήσει πραγματικό στρατηγικό βάθος όσο το Κυπριακό παραμένει άλυτο. Αντίστοιχα, η Τουρκία έχει ισχυρά κίνητρα για ουσιαστική αναβάθμιση των σχέσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η αναζήτηση λύσης δεν μπορεί να αγνοεί τα γεωπολιτικά κίνητρα των εμπλεκομένων πλευρών. Η σύνδεση του Κυπριακού με τις ευρω-τουρκικές σχέσεις και τη συμμετοχή της Τουρκίας στην ενεργειακή συνεργασία της Ανατολικής Μεσογείου, μπορεί να δημιουργήσει ένα πεδίο στο οποίο όλες οι πλευρές θα έχουν λόγους να επιδιώξουν έναν συμβιβασμό. Έναν συμβιβασμό που δεν σημαίνει εγκατάλειψη αρχών, αλλά αναγνώριση ότι βιώσιμες λύσεις στις διεθνείς σχέσεις προκύπτουν όταν συνδυάζουν αρχές και πολιτικό ρεαλισμό.
Η συμμετοχή της επανενωμένης Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση αλλάζει σημαντικά τα δεδομένα. Η Κύπρος δεν θα είναι κλασικό ομοσπονδιακό κράτος του 20ού αιώνα. Θα είναι σύγχρονο ευρωπαϊκό «συνεταιρικό» κράτος, μεγάλο μέρος της νομοθεσίας του οποίου θα προκύπτει από το ευρωπαϊκό επίπεδο, ενώ οι κοινές ευρωπαϊκές πολιτικές και οι θεσμικοί μηχανισμοί της Ένωσης θα λειτουργούν ως πρόσθετο πλαίσιο ασφάλειας και λειτουργικότητας. Η εφαρμογή του ευρωπαϊκού κεκτημένου σε ολόκληρη την επικράτεια της Κύπρου -συμπεριλαμβανομένης της ουσιαστικής συμμετοχής των Τουρκοκυπρίων σε αυτό- θα αποτελέσει τη σημαντικότερη θεσμική εγγύηση βιωσιμότητας της Συμφωνίας.
Η συζήτηση για μια περισσότερο αποκεντρωμένη και ευέλικτη ομοσπονδιακή εσωτερική αρχιτεκτονική του μελλοντικού κυπριακού κράτους δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως πολιτική υποχώρηση. Αντιθέτως, αποτελεί προϋπόθεση επιτυχίας μιας Συμφωνίας. Σε μια κοινωνία όπου οι δύο Κοινότητες έχουν διαφορετικές ιστορικές εμπειρίες και διαφορετικές πολιτικές ανασφάλειες, μια συγκεντρωτική δι-κοινοτική κεντρική εξουσία θα μπορούσε να οδηγήσει σε διαρκείς συγκρούσεις και θεσμικά αδιέξοδα. Οι δύο συνιστώσες Πολιτείες (η μεγαλύτερη ελληνοκυπριακή Πολιτεία στον Νότο και η μικρότερη τουρκοκυπριακή Πολιτεία στον Βορρά) θα έχουν ευρείες αρμοδιότητες εσωτερικής διακυβέρνησης και ισχυρή «αυτο-διοίκηση», ενώ η κοινή ομοσπονδιακή κεντρική κυβέρνηση θα διατηρεί κυρίως απαραίτητες εξουσίες για τη διεθνή υπόσταση του κράτους.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η λύση θα είναι ιδανική για όλες τις πλευρές. Είναι αν θα είναι ικανή να μετατρέψει τη γεωπολιτική της διαίρεσης σε γεωπολιτική της συνεργασίας. Η σημερινή συγκυρία δεν εγγυάται τη λύση. Δημιουργεί, όμως, για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, ένα πλαίσιο στο οποίο η επανένωση της Κύπρου μπορεί να αποτελέσει όχι μόνο το τέλος μιας ιστορικής εκκρεμότητας, αλλά και την αρχή ενός νέου γεωπολιτικού ρόλου για το Νησί στην Ευρώπη και την Ανατολική Μεσόγειο.
Πηγή: www.tanea.gr