Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλη μία περίοδο πολιτικής λατρείας, οπαδισμού και εύκολων υποσχέσεων. Χρειάζεται πολίτες που απαιτούν σχέδιο και ηγέτες που μπορούν να το εφαρμόσουν: με δημοσιονομική ευθύνη, παραγωγική φιλοδοξία, θεσμική σοβαρότητα και καθαρή αίσθηση του εθνικού συμφέροντος.
Σήμερα βρισκόμαστε σε μια φάση που είναι ταυτόχρονα ελπιδοφόρα και επικίνδυνη. Ελπιδοφόρα, γιατί έχουμε αφήσει πίσω το πιο σκοτεινό μέρος της δεκαετούς οικονομικής κρίσης, έχουμε ανακτήσει ένα μέρος της διεθνούς μας αξιοπιστίας και διαθέτουμε σημαντικές ευκαιρίες από την ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, την ενεργειακή μετάβαση, τον τουρισμό, τις υποδομές, τη ναυτιλία, τη γεωγραφική μας θέση και το ανθρώπινο κεφάλαιό μας. Επικίνδυνη, γιατί η διεθνής αστάθεια αυξάνεται, οι γεωπολιτικές απειλές παραμένουν, το κόστος ζωής πιέζει, η στέγαση γίνεται όλο και δυσκολότερη για τους νέους και η παραγωγική βάση της οικονομίας εξακολουθεί να μην είναι αρκετά ισχυρή.
Η χώρα δεν βρίσκεται πια μπροστά στο δίλημμα «μνημόνιο ή χρεοκοπία». Βρίσκεται μπροστά σε ένα δυσκολότερο και ουσιαστικότερο ερώτημα: θα χρησιμοποιήσουμε τη σταθερότητα που κατακτήθηκε για να χτίσουμε μια κανονική ευρωπαϊκή χώρα ή θα αρκεστούμε στην προσωρινή βελτίωση αριθμών και εντυπώσεων;
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε η επιστροφή στη σπατάλη ούτε η αποδοχή μιας κοινωνίας στην οποία η οικονομία βελτιώνεται στους δείκτες, αλλά οι πολίτες αισθάνονται ότι υποχωρούν στη ζωή τους. Η Ελλάδα χρειάζεται μια νέα συμφωνία ανάμεσα στο κράτος, την παραγωγή και την κοινωνία. Σταθερή οικονομία, αλλά και δίκαιες ευκαιρίες, αξιόπιστη άμυνα, αλλά και λειτουργικό κράτος, επενδύσεις, αλλά και καλύτεροι μισθοί, ανάπτυξη, αλλά και στέγη, υγεία, παιδεία και δικαιοσύνη που να φτάνουν στον καθημερινό άνθρωπο.
Η χώρα δεν σώζεται με θυμό. χρειαζόμαστε πολίτες που ζητούν σχέδιο, κόστος και λογοδοσία. Ο νοήμων πολίτης οφείλει πρώτα να απορρίψει τη βολική λογική του «όλοι ίδιοι είναι». Δεν είναι όλοι ίδιοι, όχι επειδή κάποιοι πολιτικοί είναι άμεμπτοι και κάποιοι άλλοι όχι, αλλά επειδή οι πολιτικές επιλογές έχουν συνέπειες. Άλλο είναι η κοστολογημένη μεταρρύθμιση και άλλο η υπόσχεση χωρίς χρηματοδότηση. Άλλο είναι η ενίσχυση των πιο αδύναμων και άλλο η διανομή χρημάτων χωρίς κριτήριο. Άλλο είναι η κριτική στην κυβέρνηση και άλλο η διάθεση να καεί το σπίτι επειδή δεν μας αρέσει ο διαχειριστής.
Η πολιτική κρίση δεν είναι μόνο κρίση κομμάτων. Είναι και κρίση κριτηρίων. Όταν ο πολίτης ψηφίζει με βάση την οργή, την τηλεοπτική ατάκα, το προσωπικό ρουσφέτι ή την επιβεβαίωση των προκαταλήψεών του, παραδίδει το μέλλον του σε εκείνους που γνωρίζουν να εμπορεύονται τον θυμό. Όταν, αντίθετα, ζητά απαντήσεις για το κόστος, το χρονοδιάγραμμα, το θεσμικό πλαίσιο και το μετρήσιμο αποτέλεσμα μιας πρότασης, ανεβάζει συνολικά το επίπεδο της δημοκρατίας.
Ο ώριμος πολίτης δεν αναζητά τον αλάνθαστο ηγέτη. Αναζητά τον ηγέτη που δέχεται έλεγχο, που εξηγεί τις επιλογές του, που διορθώνει λάθη και που δεν αντιμετωπίζει το κράτος ως λάφυρο. Δεν ζητά θαύματα. Ζητά συνέπεια, ειλικρίνεια και λογοδοσία.
Το ζητούμενο δεν είναι ένας «σωτήρας». Η ιστορία έχει δείξει ότι οι κοινωνίες που επενδύουν σε σωτήρες συνήθως καταλήγουν να πληρώνουν ακριβά τις αυταπάτες τους. Η Ελλάδα χρειάζεται έναν πολιτικό ηγέτη που να είναι θεσμικός. Να θεωρεί ανεξάρτητη την δικαιοσύνη, την ελευθερία του Τύπου, τις ανεξάρτητες αρχές, τη Βουλή και τη δημόσια διοίκηση όχι ως ενοχλητικά εμπόδια, αλλά ως εγγυήσεις δημοκρατικής σταθερότητας. Να μη ζητά λευκή επιταγή στο όνομα της αποτελεσματικότητας και να μην αντιμετωπίζει κάθε έλεγχο ως εχθρική ενέργεια. Να είναι οικονομικά σοβαρός. Να λέει καθαρά ότι κάθε μέτρο έχει κόστος. Να εξηγεί ποιες δαπάνες προηγούνται, ποιες μειώνονται, ποιοι φόροι αλλάζουν και πώς εξασφαλίζεται ότι η χώρα δεν επιστρέφει σε μια νέα κρίση χρέους. Η ειλικρίνεια δεν είναι πολιτική αδυναμία, είναι ο μόνος τρόπος να χτιστεί εμπιστοσύνη με διάρκεια. Να είναι αναπτυξιακός και κοινωνικά δίκαιος. Να κατανοεί ότι η ευημερία δεν παράγεται από την αναδιανομή μιας στάσιμης οικονομίας, αλλά ούτε και από την ανάπτυξη που συσσωρεύεται σε λίγους. Ο επιτυχημένος ηγέτης θα απαιτήσει επενδύσεις, ανταγωνισμό και αξιοκρατία, αλλά θα κρίνει την επιτυχία του και από το αν ο νέος εργαζόμενος, η οικογένεια, ο μικρός επαγγελματίας και ο κάτοικος της περιφέρειας αισθάνονται ότι έχουν πραγματική προοπτική.
Να είναι μεταρρυθμιστής με διοικητική ικανότητα. Να μην ανακοινώνει απλώς νόμους, αλλά να γνωρίζει πώς ένας νόμος θα μετατραπεί σε υπουργική απόφαση, πληροφοριακό σύστημα, κατάλληλο προσωπικό, προϋπολογισμό και μετρήσιμο αποτέλεσμα. Η χώρα έχει χορτάσει από μεταρρυθμίσεις στα χαρτιά. Να είναι πατριώτης χωρίς εθνικισμό. Να υπερασπίζεται αποφασιστικά την κυριαρχία και τα δικαιώματα της Ελλάδας, χωρίς να εμπορεύεται την ανασφάλεια και χωρίς να μετατρέπει την εξωτερική πολιτική σε θέαμα εσωτερικής κατανάλωσης. Να είναι σταθερά ευρωπαϊκός και δυτικός στον στρατηγικό προσανατολισμό, χωρίς δουλοπρέπεια και χωρίς την ψευδαίσθηση της μοναχικής «πολυδιάστατης» μεγαλοσύνης. Τέλος, να είναι ενωτικός χωρίς να είναι άτολμος. Η ενότητα δεν σημαίνει να μην συγκρούεσαι. Σημαίνει να ξεχωρίζεις τη σύγκρουση με τα συμφέροντα, τη διαφθορά και την ανεπάρκεια από τη διαρκή καλλιέργεια κοινωνικού μίσους. Ο κατάλληλος ηγέτης δεν θα χαϊδεύει όλα τα αυτιά. Θα έχει το θάρρος να πει «όχι» εκεί όπου χρειάζεται, να αναλάβει ευθύνη όταν κάνει λάθος και να εξηγήσει γιατί ένα δύσκολο μέτρο υπηρετεί το κοινό συμφέρον.
Η χώρα δεν έχει ανάγκη από μια ακόμη κυβερνητική περίοδο διαχείρισης. Χρειάζεται ένα εθνικό σχέδιο διάρκειας, ώστε οι βασικές επιλογές να μη μεταβάλλονται κάθε φορά που αλλάζει η κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Πρώτος άξονας η δημοσιονομική αξιοπιστία. Η Ελλάδα δεν έχει το περιθώριο να επιστρέψει σε μοντέλα όπου η ευημερία χρηματοδοτείται με ελλείμματα, δανεικά και υποσχέσεις. Η διατήρηση της εμπιστοσύνης των αγορών, η μείωση του χρέους και η προστασία της επενδυτικής βαθμίδας δεν είναι τεχνικές εμμονές. Είναι όροι εθνικής ανεξαρτησίας. Μια υπερχρεωμένη χώρα έχει λιγότερες επιλογές στην εξωτερική πολιτική, λιγότερες δυνατότητες να στηρίξει τους πολίτες σε κρίσεις και είναι πιο ευάλωτη σε εξωτερικές πιέσεις.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η οικονομική πολιτική πρέπει να μετριέται μόνο με πλεονάσματα και ποσοστά ανάπτυξης. Η δημοσιονομική σοβαρότητα οφείλει να συνοδεύεται από κοινωνική αποτελεσματικότητα. Κάθε ευρώ του φορολογουμένου πρέπει να αξιολογείται με βάση το αποτέλεσμα που παράγει: μειώνει τη φτώχεια; αυξάνει την παραγωγικότητα; βελτιώνει την πρόσβαση στην υγεία; διευκολύνει μια νέα οικογένεια να βρει σπίτι; δημιουργεί καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας; θωρακίζει τη χώρα απέναντι σε φυσικές καταστροφές ή εξωτερικές απειλές;
Δεύτερος άξονας η παραγωγική ανασυγκρότηση. Η Ελλάδα δεν μπορεί να στηρίζεται υπερβολικά στην κατανάλωση, στη μικρής κλίμακας υπηρεσία, στην οικοδομή και σε έναν τουρισμό που, όσο σημαντικός κι αν είναι, δεν αρκεί από μόνος του για να χρηματοδοτήσει την ευημερία μιας σύγχρονης κοινωνίας. Χρειάζεται οικονομία που εξάγει, καινοτομεί, παράγει τεχνολογία, μεταποιεί, αξιοποιεί την αγροδιατροφή υψηλής προστιθέμενης αξίας, επενδύει στην ενέργεια, στη ναυτιλιακή τεχνογνωσία, στα logistics, στη βιομηχανία υγείας και στις ψηφιακές υπηρεσίες. Οι επιδοτήσεις και τα φορολογικά κίνητρα πρέπει να συνδέονται με δεσμεύσεις. Όχι «στήριξη» επειδή κάποιος έχει πρόσβαση στην εξουσία, αλλά ενίσχυση όταν δημιουργούνται εξαγωγές, επενδύσεις σε έρευνα, νέες καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας, παραγωγικές αλυσίδες και πραγματική τεχνογνωσία. Η χώρα χρειάζεται περισσότερους ανταγωνιστικούς παραγωγούς πλούτου.
Τρίτος άξονας η κοινωνική κινητικότητα. Η μεγάλη απειλή για μια δημοκρατία δεν είναι μόνο η φτώχεια, αλλά η πεποίθηση ότι ο κόπος, η γνώση και η συνέπεια δεν ανταμείβονται.
Αν ο νέος άνθρωπος δεν μπορεί να βρει αξιοπρεπή εργασία, αν δεν μπορεί να νοικιάσει ή να αγοράσει κατοικία, αν βλέπει την επαγγελματική εξέλιξη ως προϊόν γνωριμιών και όχι ικανότητας, τότε είτε φεύγει είτε αποσύρεται είτε γίνεται εύκολο θύμα λαϊκισμού.
Γι’ αυτό η στέγαση πρέπει να αντιμετωπιστεί ως κεντρική κοινωνική και αναπτυξιακή πολιτική. Αξιοποίηση κενών κατοικιών, ανακαινίσεις με αντάλλαγμα μακροχρόνια μίσθωση, κοινωνική κατοικία σε δημόσια ή ανενεργή γη, κανόνες στις περιοχές όπου οι βραχυχρόνιες μισθώσεις εκτοπίζουν τους μόνιμους κατοίκους. Αυτά δεν είναι ιδεολογικές ακρότητες. Είναι πρακτικές λύσεις για να μπορέσει η νέα γενιά να σχεδιάσει τη ζωή της.
Η υγεία και η παιδεία πρέπει να πάψουν να αντιμετωπίζονται ως πεδία εξαγγελιών. Η δημόσια υγεία χρειάζεται ισχυρή πρωτοβάθμια φροντίδα, πρόληψη, σύγχρονα πληροφοριακά συστήματα, διαφανείς προμήθειες και ουσιαστικά κίνητρα για γιατρούς και νοσηλευτές στην περιφέρεια. Η παιδεία χρειάζεται σχολεία που καλλιεργούν γνώσεις, δεξιότητες και κριτική σκέψη, πανεπιστήμια που συνδέονται με την έρευνα και την παραγωγή, και επαγγελματική εκπαίδευση που οδηγεί σε πραγματικές δουλειές.
Τέταρτος άξονας το λειτουργικό κράτος. Δεν υπάρχει κοινωνική δικαιοσύνη όταν η δικαιοσύνη καθυστερεί χρόνια. Δεν υπάρχει επενδυτική ασφάλεια όταν μια άδεια, μια δικαστική απόφαση ή μια χωροταξική ρύθμιση εξαρτάται από ατελείωτη γραφειοκρατία. Δεν υπάρχει εμπιστοσύνη όταν οι θέσεις ευθύνης στο Δημόσιο θεωρούνται κομματικά λάφυρα.
Η απάντηση δεν είναι ένα μικρότερο κράτος με κάθε κόστος. Είναι ένα κράτος λιγότερο πελατειακό, πιο ψηφιακό, αξιολογούμενο και διαφανές. Ένα κράτος που επιλέγει στελέχη με ανοιχτές διαδικασίες, δημοσιεύει την πορεία των έργων και των δαπανών, απαντά σε προθεσμίες και επιβραβεύει τους ικανούς. Η τεχνολογία μπορεί να συμβάλει αποφασιστικά, αρκεί να μην περιοριστεί στην ψηφιοποίηση της ίδιας παλιάς δυσλειτουργίας.
Πέμπτος άξονας η ασφάλεια και η εθνική ισχύς. Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να συμπεριφέρεται σαν να ζει σε μια ήρεμη γειτονιά. Η γεωγραφία της απαιτεί ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις, αξιόπιστες συμμαχίες, ενεργειακή ασφάλεια, ανθεκτικές υποδομές, κυβερνοάμυνα και εξωτερική πολιτική χωρίς αυταπάτες.
Η άμυνα, όμως, δεν είναι απλώς εξοπλιστικά προγράμματα. Είναι η διαθεσιμότητα των μέσων, η εκπαίδευση των στελεχών, τα πυρομαχικά, η τεχνολογία, τα drones, η επιτήρηση, η προστασία κρίσιμων υποδομών και η ανάπτυξη εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας. Η ασφάλεια της χώρας ενισχύεται όταν οι εξοπλιστικές αποφάσεις έχουν δεκαετή ορίζοντα, κοινοβουλευτικό έλεγχο και τη μέγιστη δυνατή ελληνική προστιθέμενη αξία.
Η εποχή μας δεν επιτρέπει ούτε αφέλεια ούτε μοιρολατρία. Η Ελλάδα έχει κάνει βήματα προόδου, αλλά η πρόοδος δεν είναι κεκτημένο. Μπορεί να ακυρωθεί από δημοσιονομική ανευθυνότητα, από θεσμική διολίσθηση, από κοινωνική απογοήτευση, από αδράνεια απέναντι στις διεθνείς απειλές ή από την ψευδαίσθηση ότι η χώρα θα προχωρήσει επειδή «κάπως πάντα τα καταφέρνουμε».
Ο νοήμων πολίτης δεν οφείλει να χειροκροτεί κάθε επιτυχία ούτε να αρνείται κάθε πρόοδο. Οφείλει να ζητά δεδομένα, προτεραιότητες, κόστος, χρονοδιάγραμμα και λογοδοσία. Να μη συγχέει την αντιπολίτευση με την καταστροφή, αλλά και να μη συγχέει τη σταθερότητα με την ακινησία. Να απαιτεί από κάθε πολιτική δύναμη ένα σαφές συμβόλαιο: πώς θα παράξει πλούτο, πώς θα τον μοιράσει δικαιότερα, πώς θα προστατεύσει τη χώρα και πώς θα λογοδοτήσει αν αποτύχει.
Η επιλογή, τελικά, δεν είναι ανάμεσα στη Δεξιά, την Αριστερά ή ένα ακόμη πρόσωπο που υπόσχεται να μας «σώσει». Είναι ανάμεσα σε μια Ελλάδα της κοντής μνήμης, του θυμού και της εύκολης λύσης, και σε μια Ελλάδα που σκέφτεται μακροπρόθεσμα, παράγει, προστατεύει τους αδύναμους, σέβεται τους θεσμούς και υπερασπίζεται με αυτοπεποίθηση τη θέση της στον κόσμο.
Το αίτημα της εποχής είναι, όχι ένας τέλειος ηγέτης, αλλά μια ώριμη κοινωνία που δεν θα επιτρέπει σε κανέναν ηγέτη να είναι ανεξέλεγκτος.