Αμέσως μετά την μεταπολίτευση, η πρώτη κυβέρνηση Καραμανλή, είχε δημιουργήσει δυο «επαναστατικά», για την εποχή και την ιδεολογία της, εργαλεία» ορθολογικής και συγκροτημένης παρέμβασης στο οικιστικό χάος που είχε γεννήσει ο συνδυασμός της αποχής του Κράτους από οργανωμένη παρέμβαση στον χωροταξικό ζήτημα που δημιούργησε η μεταπολεμική επιθετική ανάπτυξη της αστυφιλίας, με το «πρωτόγονο σοσιαλιστικό δόγμα» του μακαρίτη Ζολώτα, για δεκαετίες κυρίαρχου της νομισματικής πολιτικής μας, που επέμενε στον πιστωτικό αποκλεισμό του οικιστικού τομέα επειδή θεωρούσε τις σχετικές επενδύσεις μη παραγωγικές. Τα εργαλεία αυτά ήταν αφενός η Δημόσια Επιχείρηση Πολεοδομίας και Στέγασης (ΔΕΠΟΣ) και αφετέρου, η ΕΚΤΕΝΕΠΟΛ, θυγατρική της Κτηματικής Τράπεζας στην οποία ανατέθηκε ο σχεδιασμός και η εκτέλεση έργων ενεργού πολεοδομίας.
Υπηρέτησα και στους δύο αυτούς φορείς και ήμουν υπερήφανος που επιτέλους η Πολιτεία ανελάμβανε τις ευθύνες που αποποιούνταν για δεκαετίες. Η ΔΕΠΟΣ δεν πρόλαβε να ιδεί καρπούς της δουλειάς της, επειδή ενέσκηψε στο μεταξύ ο καλπάζων χωροταξικός λαϊκισμός του Τρίτση (ΠΑΣΟΚ) που προσπάθησε να την εκφυλίσει σε κρατικό εργολάβο δημοσίων έργων μέχρι που άδοξα έκλεισε. Στην ΕΚΤΕΝΕΠΟΛ ευτύχησα να την διοικήσω δίνοντας συνέχεια στα έργα που η προηγούμενη διοίκηση της Κτηματικής είχε ξεκινήσεις στην Κομοτηνή και την Ξάνθη. Παρά την λυσσώδη αντίδραση του Τρίτση και του συνόλου των παρατάξεων του Τεχνικού Επιμελητηρίου, με κορυβαντιούσα την Αριστερή του πτέρυγα, με τις ποικίλες αποχρώσεις της, ευτύχησα να ιδώ δύο από τα σχέδιά της να ολοκληρώνονται. Το οικιστικό συγκρότημα της Κομοτηνής και το αντίστοιχο της Ξάνθης. Στη συνέχεια, όταν έχασα τον έλεγχο της συνέχειας (μεταφερθείς στην διοίκηση της ΕΤΒΑ) οι νέοι νοικοκύρηδες εκφύλισαν και την λειτουργία της ΕΚΤΕΝΕΠΟΛ μέχρι που την πτώχευσαν, αλλά και την λειτουργία των δύο οικισμών που είχαν κατασκευαστεί με ολοκληρωμένο πολεοδομικό σχεδιασμό σύμφωνα με τις πιο σύγχρονες διεθνείς επιστημονικές και πρακτικές κατακτήσεις.
Αν σήμερα είχαμε σε λειτουργία τους δύο αυτούς «φορείς» θα μπορούσαν άμεσα να αναλάβουν και μάλιστα με πρόσθετα μέσα που τότε δεν διέθεταν (τραπεζική και διεθνή χρηματοδότηση) το έργο της εξ αρχής πολεοδόμησης τουλάχιστο εκείνων των οικισμών που ισοπέδωσε η φοβερή πυρκαγιά.
Δεν τους έχουμε, όμως. Και λοιπόν; Αντί να κλαίμε αδιέξοδα πάνω από τα μνήματα των θυμάτων και από τα ερείπια των σπιτιών τους, ιδού η ευκαιρία για την αναβίωση της προφητικών εργαλείων ενός εξ ίσου χαμένου παρελθόντος. Αν μετράει στο ελάχιστο η ταπεινή φωνή μου, κάνω έκκληση στις προοδευτικές δυνάμεις του τόπου, δυνάμεις που υπάρχουν σχεδόν σε όλες τις παρατάξεις τους δημοκρατικού τόξου, να πάρουν την μακάβρια μεν αλλά αποτελεσματική πρωτοβουλία ώστε:
Πρώτο, να αναβιώσουν με εκσυγχρονισμένη πλέον μορφή τους δύο φορείς, δηλαδή τη ΔΕΠΟΣ και την ΕΚΤΕΝΕΠΟΛ.
Δεύτερο, να τους αναθέσοην τον ταχύρυθμο πολεοδομικό και χωροταξικό σχεδιασμό των καμένων (γιατί όχι και των πλημμυροπαθών) οικισμών.
Τρίτο, να θεμελιωθεί νομοθετικά ο σχεδιασμός πάνω σε ένα πρόγραμμα πλήρους αναδασμού των κατεστραμμένων ιδιοκτησιών, ώστε να εκμηδενιστούν τα αδιέξοδα που δημιουργεί στον σχεδιασμό η υπάρχουσα προβληματική δομή της έγγειας ιδιοκτησίας.
Λοιπόν, δεν θα είμαστε ασυγχώρητοι αν χάσουμε και αυτή την ευκαιρία, περιορίζοντας την «προοδευτική» μας συμπεριφοράς μας στην αναζήτηση ενόχων του παρόντος και του παρελθόντος. Δεν είναι κοινωνικά παραγωγικότερο και προοδευτικότερο να σκύψουμε προσεκτικά πάνω στα αντικειμενικά λάθη του παρόντος και του παρελθόντος, για να σχεδιάσουμε το παρόν και το μέλλον; Με ανθρωποθυσίες μπορεί να ικανοποιείται το κρυφό κανιβαλικό ένστικτο του πλήθους, αλλά δεν λύνεται κανένα πρόβλημα.