Τον Σεπτέμβριο του 2026 δημοσιεύτηκαν εφτά δημοσκοπήσεις (Metron, GPO, MRB, Prorata, Interview, Opinion και Marc). Η διάμεσος στην εκτίμηση ψήφου ήταν 30% για τη ΝΔ, 16% για την ΕΛΑΣ και 12% για το ΠΑΣΟΚ. Μεταξύ άλλων, δουλειά των κομμάτων είναι να προσφέρουν κυβερνητικές λύσεις -και κανένας δεν ξεπούλησε με αναρχία, αστάθεια και αβεβαιότητα στον πάγκο του. Πλην όμως, οι τρέχουσες κυβερνητικές προτάσεις των κομμάτων μας είναι από εξωπραγματικές έως παραληρηματικές. Προκειμένου να εφαρμοστούν, θα έπρεπε, «να διαλύσουν τον λαό και να εκλέξουν κάποιον άλλο», που 'λεγε και ο Μπρεχτ.
Η ΝΔ είναι -σχετικά- πιο προσγειωμένη. Για να πιάσει την «αυτοδυναμία» πρέπει να βελτιώσει τη σημερινή της απήχηση «μόνο» κατά 25% (κι άλλο τόσο τη συσπείρωσή της). Δεν είναι για γέλια να το προσπαθήσει, αλλά μετά από οκτώ χρόνια στην εξουσία και με τον Σαμαρά ante portas μοιάζει με άλμα στο κενό -όχι ό,τι πιο καθώς πρέπει για ένα «σοβαρό» κόμμα εξουσίας. Τα δύο κόμματα της κεντροαριστερής μείζονος αντιπολίτευσης λένε άλλα αντ’ άλλων. Το «sοrpasso» που ευαγγελίζονται ΠΑΣΟΚ και ΕΛΑΣ σημαίνει τουλάχιστο να διπλασιαστούν. Εντάξει, «μαθηματικά» αυτό γίνεται. Όπως γίνεται να πάρει το κύπελλο ο Νέστος Χρυσούπολης, αλλά αν ο πρόεδρός του ανακοίνωνε κορδωμένος πως αυτός είναι ο μόνος του στόχος, θα γινόταν πιο viral κι από εκείνον του Εδεσσαϊκού. Τούτων λεχθέντων, «στη δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα». Στις επόμενες εκλογές, το πολιτικό μας σύστημα θα δώσει εξετάσεις, και καλό είναι να ανοίξει κανένα βιβλίο, τουλάχιστο στα SOS.
Το πρώτο -και μακράν πιο πιθανό- είναι να συγκυβερνήσουν η πρώτη ΝΔ με το τρίτο ΠΑΣΟΚ. Η διαβόητη συνεδριακή απόφαση του ΠΑΣΟΚ ξεπερνιέται εύκολα -με νέο συνέδριο που θα εγκρίνει ένα συγκεκριμένο κυβερνητικό συμβόλαιο. Οι πολιτικοί λόγοι για κάτι τέτοιο αφθονούν -η προεδρία της ΕΕ, η αντιμετώπιση της άκρας δεξιάς, η σύμπτυξη του «συνταγματικού τόξου», τα εθνικά θέματα. Η ΝΔ θα χρειαστεί να «δώσει» θεσμικές και κοινωνικές αλλαγές (π.χ. για την ανάταξη του κράτους δικαίου, της κοινωνικής στέγης και των ΜΜΜ). Το ΠΑΣΟΚ να ξεχάσει κάθε ποινική ρεβάνς απ' τη ΝΔ. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα κρατήσει την καρέκλα του αν δηλώσει πως δεν θα την διεκδικήσει ξανά, «όποτε κι αν γίνουν οι επόμενες εκλογές». Κατά τα άλλα, τα δύο κόμματα είναι συμβατά προγραμματικά, ενώ ο διεθνής παράγοντας (η ΕΕ, τα ευρωπαϊκά κόμματα κ.λπ.) θα δουν την εξέλιξη, σαν το επόμενο κεφάλαιο στην «επιστροφή της Ελλάδας» (που στα μάτια τους ξεκίνησε μετά το δημοψήφισμα του 2015). Μία αντιπολίτευση από ΕΛΑΣ και κόμμα Σαμαρά δεν τρομάζει κανένα.
Το δεύτερο SOS -και το πιο ενδιαφέρον- είναι η κατά Καρακούση «κομματική εκεχειρία». Μία πολιτική κυβέρνηση εθνικού σκοπού από τα μέσα του 2027 έως την αρχή του 2028, αποτελούμενη από κομματικά στελέχη της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ, της ΕΛΑΣ και του κόμματος Σαμαρά και άλλες προσωπικότητες, που «θα διεκπεραίωνε επάξια το έργο της ελληνικής προεδρίας». Αυτή η εξέλιξη θα καταπράυνε το πολιτικό κλίμα από την τρέχουσα ακραία εντυπωσιοθηρική και ανούσια τοξικότητα. Θα απομόνωνε τα ρετάλια της στείρας μισαλλοδοξίας, τύπου Γεωργιάδη και Βούλτεψη. Σαν στην παλιά κυβέρνηση Ζολώτα και στη νεότερη Σαμαρά-Βενιζέλου, στα διάφορα υπουργεία θα σφυρηλατούνταν μία σειρά από γόνιμες συνεργατικές σχέσεις μεταξύ στελεχών διαφορετικών κομμάτων, που θα λειτουργούσαν μακροπρόθεσμα σαν πολύτιμα «αμορτισέρ» στο πολιτικό μας σύστημα.
Τέλος, έχουμε την προοπτική της κλασικής εναλλαγής στην εξουσία, με την κεντροαριστερά να διαδέχεται την κεντροδεξιά. Οι ενδιαφερόμενοι (κυρίως ΠΑΣΟΚ και ΕΛΑΣ) δεν μοιάζει να το συνειδητοποιούν, αλλά το 2027 ίσως να είναι η τελευταία φορά που θα τους παρουσιαστεί αυτή η ευκαιρία, για πολύ καιρό. Είναι προφανές πως η Ελλάδα βρίσκεται στα πρόθυρα του δικού της «ακροδεξιού αιώνα». Τα δύο μεγαλύτερα κεντροαριστερά κόμματα συνεχίζουν να εκφράζουν σχεδόν το 30% του εκλογικού σώματος, αλλά η εκλογική τους εμβέλεια βρίσκεται σε κάμψη. Η «πολιτική αλλαγή» θα προϋπέθετε φυσικά προεκλογική σύμπτυξη ΠΑΣΟΚ-ΕΛΑΣ ή/και οι αρχηγοί τους να εγκαταλείψουν τις πρωθυπουργικές τους φιλοδοξίες. Αυτοί όμως βρίσκονται στον αστερισμό του «ή εμείς ή κανείς». Πετώντας αυτή τη φράση στον Σκάι, ο Αλέξης Τσίπρας θα μπορούσε να είναι ο εγγαστρίμυθος του Νίκου Ανδρουλάκη. «Αυτό είναι το δίλημμα», και για τον ένα και για τον άλλο. Το κακό είναι πως στην πραγματικότητα, οι δύο αρχηγοί εννοούν «η εγώ ή κανείς». Το ακόμα χειρότερο, πως έτσι σκέφτονται οι γυναικοκτόνοι.