Μια νύχτα στο Φαλακρό Βουνό:Σκηνές από κομματική συνάντηση ΚΙΝΑΛ

Κώστας Σοφούλης 21 Αυγ 2018

Δεν γράφω το κείμενο αυτό με επικριτική διάθεση. Κάθε άλλο. Το γράφω με διάθεση χρήσιμης αποκάλυψης των «μυστικών» ενός διαφαινομένου αδιεξόδου. Κάτι σαν αγωνιώδη προειδοποίηση σε συναγωνιστές και φίλους που υπολήπτομαι και αγαπώ.

Όσοι ασχολούμαστε κάπως συστηματικά και με επιστημονική, ή έστω «επιστημονικίζουσα» προδιάθεση με την ανάλυση και κατανόηση της σημερινής «κατάστασης του Έθνους», έχει από καιρό καταστεί σαφές, ότι αυτή η κατάσταση δεν συνιστά απλώς μια περαστική κρίση που μπορεί να κατασταλεί με συμβατικά πολιτικά μέσα. Στην ουσία της είναι μια δραματική ιστορική κρίση, καθότι χαρακτηρίζεται από ένα πλέγμα επιμέρους κρίσεων του όλου «εθνικού» μας συστήματος, που κάθε μια της έχει την δική της δυναμική, έτσι ώστε στον χρόνο να συντίθεται μια καθολική αναμέτρηση της ελληνικής κοινωνίας με τους όρους μακροπρόθεσμης επιβίωσής της. Πρόκειται για κοινωνική κρίση εθνικής εμβέλειας.

Ας ξεκινήσουμε με την απαρίθμηση των διαστάσεων της κρίσης, έτσι που σήμερα έχει γίνει αποδεκτή τουλάχιστο από την συντριπτική πλειοψηφία των δημόσιων διανοουμένων.

Πρώτη, ως προφανέστερη, αλλά όχι σημαντικότερη, έρχεται φυσικά η δημοσιονομική κρίση. Όμως, πίσω της, κρύβεται μια βαθύτερη κρίση/χρεοκοπία του πολιτικού συστήματος.  Αν εκτιμήσουμε εντελώς νηφάλια και αντικειμενικά την κατάσταση, δεν είναι καθόλου δύσκολο  να αποδείξουμε ότι η χρεοκοπία υπήρξε αποτέλεσμα της άμεσης ή έμμεσης συνέργειας σφαλμάτων όλων περίπου των πολιτικών παρατάξεων συμπεριλαμβανομένης και της αριστεράς που τώρα  μας κάνει τον κήνσορα. Η εμμονή ΟΛΩΝ των παρατάξεων στην βραχυπρόθεσμη διευθέτηση των ζητημάτων πολιτικής που επιβάλλει ο συντεχνιασμός και η πελατειακή οργάνωση της πολιτικής ζωής, συσσώρευσε «συνέπειες» που τελικά οδήγησαν στη πολυδιάστατη χρεοκοπία. Συνεπώς έχουμε μπροστά μας πρόβλημα ανόρθωσης του ίδιου του πολιτικού συστήματος και όχι απλώς μιας εναλλαγής στην κυβέρνηση. Επισημαίνεται από τώρα, και ο λόγος εξηγηθεί στη συνέχεια, ότι ένα τέτοιο, Ιστορικό στην ουσία του, εγχείρημα, προϋποθέτει από τη φύση του ευρεία λαϊκή συναίνεση. Αυτή, όμως, είναι ζητούμενη και όχι δεδομένη.

Η δεύτερη διάσταση, είναι η αποκαλυφθείσα ανεπάρκεια των συστατικών δομών του Κράτους που, με την πολιτική του Σύριζα, καταλήγει σε ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ αυτών των δομών και βαθμιαία υποκατάστασή τους από δομές λαϊκιστικού ολοκληρωτισμού. Η διαπίστωση αυτή αφορά όλες τις δομές: Την δημόσια διοίκηση, την τοπική αυτοδιοίκηση, την Βουλή (με την παγίωση μιας πλειοψηφίας στρατευμένων κομματικά βουλευτών που δεν αποκρίνονται ποσώς στο πρόταγμα της εκπροσώπησης  του έθνους), την δικαιοσύνη (με την κομματικής διάβρωσή της), την εκπαίδευση, κ.ο.κ. Μια ανάταξη του Κράτους στο επίπεδο του κράτους δικαίου,  του κράτους ρύθμισης και ενίσχυσης των αγορών και του κράτους κοινωνικής πρόνοιας προϋποθέτει, και αυτή ευρεία κατανόηση της ουσίας του ζητήματος και εξ  ίσου ευρεία συναίνεση σε μέσα και  χειρισμούς.

Η τρίτη διάσταση, είναι η καταστροφή του συστήματος παραγωγής και διευρυμένης αναπαραγωγής εθνικού πλούτου, με την δημιουργία ολόκληρου θεσμικού πλέγματος που λειτουργεί για την αποθάρρυνση και παρεμπόδιση της επιχειρηματικής πρωτοβουλίας κάθε μορφής. Ακόμη και την γραφική υπεκφυγή της ρομαντικής αριστεράς, την περίφημη «κοινωνική οικονομία» ο Συριζα την φόρτωσε με κρατικίστικες εξαρτήσεις!!

Τέλος, τέταρτη, αλλά ίσως και σημαντικότερη διάσταση της εθνικής χρεοκοπίας, είναι  η βαθιά κρίση ηγεμονεύουσας  ιδεολογίας που αποκαλύφθηκε από τις αντιδράσεις του πολιτικού σώματος στην κατάρρευση του οικονομικού  μας συστήματος (αυτό φάνηκε ως πρώτη  ορατή κορυφή της  κρίσης). Έγινε πασιφανές ότι το έθνος συμπεριφέρεται σε ευρύτατη πλειονότητα ως τυφλός οπαδός ενός οριζόντιου εθνολαϊκισμού που διαπερνά ολόκληρο το πολιτικό φάσμα, από την ακροδεξιά  μέχρι την  μηδενιστική ακροαριστερά (η  ορθόδοξη κομμουνιστική αριστερά και η ακροαριστερά διατηρούν τη δική τους αναχρονιστική  ιδεολογία). Με μια τέτοια ηγεμονεύουσα ιδεολογία, η προσπάθεια εθνικής ανάταξης προσλαβαίνει σισύφειες διαστάσεις. Αλλά και χωρίς προσαρμογή της ηγεμονεύουσας  ιδεολογίας στα μοντερνιστικά μεταρρυθμιστικά προτάγματα, η δουλειά για την ανάταξη και τον εκσυγχχρονισμό του πολιτικού συστήματος κάθε άλλο παρά  εύκολη θα είναι.

Η κρίσιμη παρατήρηση στην οποία οδηγεί η παραπάνω συνοπτική απαρίθμηση των διαστάσεων της χρεοκοπίας και κατά λογική συνέπεια του όποιου στρατηγικού σχεδίου εθνικής  ανάταξης, είναι  ότι ΟΛΛΕΣ ΕΧΟΥΝ ΜΑΚΡΟΠΡΟΘΕΣΜΟ και ΔΟΜΙΚΟ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ. Απαιτούν μεν, προφανώς, άμεσες και καθημερινές πολιτικές παρεμβάσεις αλλά  ο χρόνος επώασης του τελικού αποτελέσματος είναι κατ’ ανάγκη μακρύς. Αυτό σημαίνει ανάγκη μακράς συνέχειας κυβερνησιμότητας που είναι αδύνατο να επιτευχθεί χωρίς ευρεία πολιτική και προπάντων ιδεολογική συναίνεση στα βασικά.

Μια ρεαλιστική εκτίμηση των προϋποθέσεων για μια τέτοια προοπτική, προφανώς  είναι ότι χρειαζόμαστε ένα εκλογικό  σώμα επαρκώς πολιτικά  «εκπαιδευμένο» ώστε να  αντέχει τον μόχθο των μακροπρόθεσμων στρατηγικών και να μη μεταπίπτει διαχρονικά από λαϊκισμό σε λαϊκισμό αναζητώντας ψευδοσωτήρες και  μαγικές λύσεις.

Και τώρα το ερώτημα που ορθώθηκε μπροστά μου και έγινε αφορμή για να γραφεί το κείμενο αυτό: Αντιστοιχεί, άραγε, σε αυτήν την ανάγκη η εικόνα που αποκόμισα πρόσφατα από «ολομέλεια» ενός εκ των απαραιτήτων για την ανάκαμψη πολιτικών παρατάξεων, και συγκεκριμένα του ΚΙΝΑΛ όπου πεισματικά επιμένω να  τοποθετώ της  πολιτικές  μου ελπίδες ως σοσιαλδημοκράτης μεταρρυθμιστής; Τι μου έδειξε η εικόνα;

Πρώτα η  εικόνα ως ενθύμιο ενστανέ. Σε μια ουδέτερη, μικρή  αίθουσα τοπικού ξενοδοχείου η ματιά  μου  φωτογράφησε μια εικοσάδα «παλιόφιλων» που τώρα τους αγαπώ περισσότερο επειδή έχουν κι αυτοί πάρει τον χαρακτήρα  των «τελευταίων Μοϊκανών». Ανάμεσά μας και πέντε νεαροί φίλοι ή σύντροφοι που σε όλη τη διάρκεια της «διαδικασίας» συμπεριφέρθηκαν σαν τυπικές  αρσακειάδες. Δεν άρθρωσαν καθόλου λόγο και έδειχναν ένα συμπαθητικό είδος σεμνότυφης αμηχανίας. Στο βάθρο, τα μέλη του επικεφαλής οργάνου (η Γραμματεία της Τ.Ο). Παλιοί κι αγαπητοί σύντροφοι κι αυτοί που τους θαυμάζω για το κουράγιο τους να αναλώσουν χρόνο για τα «κομματικά» μας.

Τώρα το «βίντεο» της διαδικασίας.

Τα επί της έδρας μέλη της Γραμματείας διαβάζουν της εγκυκλίους που έχουν σταλεί «από πάνω» για τα θέματα της ημερησίας διάταξης, περίπου όπως διαβάζει ο διάκος τον Απόστολο στην κυριακάτικη λειτουργία. Διαβάζω κι εγώ με τη σειρά μου στα πρόσωπα του ακροατηρίου μια κάποια βαρεμάρα. Τελειώνει η ανάγνωση των «από πάνω» εγκυκλίων καθώς και οι αναφορές στην διαδικασία που εντάσσεται η ολομέλεια. Επικρατεί  λιγόλεπτη αμήχανη σιωπή. Για να τη σπάσω, ζητώ το λόγο και επιχειρώ μια φιλότιμη  ανάλυση των ζητημάτων  που θέτει το  πρώτο θέμα της ατζέντας (περί προσφυγικού). Κάποιων η ματιά ζωηρεύει  και κάποιοι άλλοι  αρχίζουν να στριφογυρίζουν  πάνω στις  καρέκλες τους. Στην εισήγησή μου δεν υποστηρίζω το «πνεύμα – zeitgeist» της τοπικής κοινής γνώμης. Πράγματι, προσπαθώ να δώσω την ευρύτερη διάσταση του  ζητήματος για να προκαλέσω ενδιαφέρον για την ουσία του και όχι για την ευκαιριακή  παρεμβολή του στην ηρεμία του  τόπου.

Αντίδραση δεν φαίνεται να προκύπτει ώστε να οδηγήσει σε διάλογο. Μόνο ένας  εκ των συντρόφων, μου ρίχνεται λέγοντας ότι με όσα είπα τον έκανα να αισθάνεται …φασίστας ή Χρυσαυγίτης ! Δηλαδή?

Επακολουθούν βραχείες και μάλλον κοινότοπες παρεμβάσεις μεταξύ των οποίων ούτε μία από του νεολαίους, και η διαδικασία κλείνει με τη γνωστή «σύνοψη» της Γραμματείας.

Φεύγω με ανάμεικτα συναισθήματα. Χαρά που είδα αγαπημένα μου πρόσωπα που  δεν έχω συχνά την ευκαιρία να μοιραστώ μαζί τους τον λόγο που προκαλεί η «κατάσταση». Απογοήτευση, που μια ολομέλεια με βάση πάνω από πέντε χιλιάδες ψηφοφόρους εκπροσωπήθηκε από  είκοσι και κάτι πιστούς. Οι άλλοι, από πού άραγε παίρνουν την  πολιτική και  ιδεολογική  ενημέρωσή τους; Μεγάλη  θλίψη για την μειοψηφική  εκπροσώπηση της  νέας γενιάς. Πλήρης σύγχυση για το ακριβώς  σήμαινε η παρατήρηση του «λαλίστατου» ότι τον έκανα να αισθάνεται  …φασίστας.

Μετά έκατσα και σημείωσα στο ημερολόγιό μου: «Με μια τέτοια αναντιστοιχία κομματικού zeitgeist και απαιτούμενης πολιτικής συμπεριφοράς για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της «επόμενης» μέρας, πόσο μακριά μπορεί  να πάει η ελπίδα  για εθνική αναγέννηση; Έχουν άραγε συνείδηση του θεμελιώδους  αυτού πολιτικού  προβλήματος «οι από πάνω». Κι αν έχουν, τι ακριβώς κάνουν για να το αντιμετωπίσουν;» Μήπως έχουν απελπιστεί από όσο διαβάζουν στη βάση δεδομένων της διαΝΕΟσις για την γενική εικόνα των στάσεων και αντιλήψεων της κοινωνίας μας και έχουν – κάκιστα- παραιτηθεί από κάθε προσπάθεια ουσιαστικής πολιτικής καθοδήγησης του πολιτικού ας σώματος; Και τότε ποιος είναι ο χρήσιμος ρόλος που νομιζουν ότι έχουν αναλάβει σε αυτές τις κρίσιμες μέρες;

Όταν, τελικά, κάθισα να γράψω τις γραμμές αυτές, ασυναίσθητα ήλθε σο νου μου μια  εικόνα, που, δεν ξέρω ακριβώς γιατί, με έκανε να αισθανθώ ότι μετείχα στο πασίγνωστο χορόδραμα του Μουσόρσκι, «Νύχτα στο Φαλακρό Βουνό». Αυτό, ας το εξηγήσει ελεύθερα ο αναγνώστης.