Το πιο σημαντικό οικονομικό γεγονός αυτού του εξαμήνου είναι η συνεχής άνοδος των επιτοκίων που επηρεάζει τους τίτλους δημοσίου χρέους των μεγαλύτερων οικονομιών της Ευρωζώνης και ιδίως της Γαλλίας. Όχι μόνο το δημόσιο χρέος της τελευταίας θα φτάσει στο τέλος του χρόνου το 120%, αλλά το ετήσιο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους ανέρχεται πλέον στα 80 δις ευρώ ή 4,2 του ΑΕΠ.
Και τι μας αφορά αυτό θα πουν ορισμένοι; Δεν είναι η Ελλάδα σήμερα μια παραδειγματική οικονομία; Δεν έχει καταφέρει να μειώσει το δικό της δημόσιο χρέος; Και δεν το αποπληρώνει πιο γρήγορα απ’ όσο υποχρεούται; Δεν είναι η κυβέρνηση έτοιμη να κάνει κάποιες κινήσεις (παροχές) για να υποστηρίξει τους πολίτες που αντιμετωπίζουν ένα κόστος ζωής που συνεχώς αυξάνεται; Αυτό τουλάχιστον θα έβγαινε σαν συμπέρασμα ακούγοντας τις ομιλίες των πολιτικών αρχηγών των κομμάτων να ανταγωνίζονται στο γαϊτανάκι των υποσχέσεων της ΔΕΘ, η οποία εδώ και αρκετά χρόνια έχει καταρρακωθεί ως οικονομικός και αναπτυξιακός θεσμός και μετατράπηκε αποκλειστικά ως δημοπρατήριο πολιτικών παροχών.
Ακόμα και ο Ντ. Τραμπ θα είχε εντυπωσιαστεί από αυτή την εναλλακτική και κατασκευασμένη «πραγματικότητα» (fake news) που έχει πλέον επικρατήσει στη δημόσια συζήτηση. Στον προηγούμενο αιώνα θα μιλάγαμε για ένα χωριό Ποτέμκιν, το οποίο κατασκευάστηκε για τον εντυπωσιασμό της Τσαρίνας.
Ορισμένοι πολιτικοί σχολιαστές προσπαθούν να αναλύσουν την σημερινή πορεία της χώρας υπό το πρίσμα της κρίσης χρέους της δεκαετίας του 2010 και των επιπτώσεών της. Από αυτή την οπτική γωνία πράγματι, τα θεμελιώδη οικονομικά μεγέθη έχουν κατά τι βελτιωθεί. Οι αδυναμίες όμως που παραμένουν είναι διαρθρωτικές και όχι συγκυριακές: Το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ παραμένει το υψηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών αποτελεί διαρκές βαρίδι. Κι ενώ η απασχόληση έχει αυξηθεί, το ποσοστό ανεργίας παραμένει το δεύτερο υψηλότερο στην ΕΕ εξαιτίας ενδογενών αδυναμιών της αγοράς εργασίας.
Και το κυριότερο, εξακολουθούμε να εξαρτόμαστε σε μεγάλο βαθμό από τις εισροές κεφαλαίων από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η σταδιακή ολοκλήρωση του Σχεδίου Ανάπτυξης και Ανθεκτικότητας (ΣΑΑ), το οποίο εκτιμάται ότι συμβάλει στο ΑΕΠ με σημαντικό ποσοστό, δεν αποτελεί πλέον υποθετικό σενάριο αλλά πραγματικότητα καθιστώντας την ανάκαμψη εύθραυστη και ευάλωτη σε εξωτερικές αναταράξεις.
Προσωπικά αμφιβάλλω αν η οικονομία θα μπορέσει να διατηρήσει τη δυναμική της χωρίς αυτές τις εισροές. Και η εξαιρετικά αρνητική καθαρή θέση διεθνών επενδύσεων σημαίνει ότι οποιαδήποτε αντιστροφή μπορεί να αποδειχτεί μοιραία.
Το πρόβλημα όμως δεν είναι οικονομικό. Στην βάση του είναι βαθιά πολιτικό και θεσμικό: Γιατί αυτές οι εισροές, πέραν των άλλων, ήταν ακριβώς ο παράγοντας που επέτρεψε στην Ελλάδα, για άλλη μια φορά, να μην προχωρήσει στις απαραίτητες εγχώριες μεταρρυθμίσεις.
Μεταρρυθμίσεις στη δικαιοσύνη, την φορολογική διοίκηση και την παιδεία— οι οποίες έχουν προχωρήσει σε πολύ περιορισμένο βαθμό και αυτές με πολύ άνισους και αργούς ρυθμούς. Αλλά κυρίως βαθιές αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας του πολιτικού συστήματος.
Το έχω ξαναπεί και το επαναλαμβάνω: Η αναθέσμιση των πολιτικών και των πολιτειακών θεσμών είναι η πρωταρχική και βασική προϋπόθεση για την λειτουργική ανάταξη του κράτους και των μηχανισμών του. Διαφορετικά οι αυθαιρεσίες του σημερινού αδύναμου πολιτικού συστήματος και η έλλειψη θεσμικών αντίβαρων θα οδηγήσει σε μια νέα περιπέτεια χρεωκοπίας.
Ο μολυντής κάθε μεταρρυθμιστικής προσπάθειας είναι το ίδιο το πολιτικό σύστημα. Τυχόν «νησίδες αρετής» και αν υπάρξουν σε βασικές λειτουργίες της χώρας δεν εγγυόνται ότι θα μακροημερεύσουν μέσα στην πολιτική και θεσμική ακαταστασία της χώρας. Δυστυχώς ο αυτισμός και η λιποψυχία του συνόλου του πολιτικού συστήματος ακύρωσε την ευκαιρία που είχαμε για μια γενναία συνταγματική μεταρρύθμιση. Κι έτσι, αντί για μια νέα αρχή, βλέπουμε την θεσμική αποσύνθεση της χώρας και την φυσική ροπή εκφυλισμού της κοινωνίας να συνεχίζουν ανεμπόδιστες.
Η Ελλάδα σήμερα, μια χώρα σε μόνιμη και χειροτερεύουσα θεσμική λειτουργική ακαταστασία, μπορεί να διέλαθε μέχρι σήμερα λόγω της υποστήριξης από μια Ευρώπη πολιτικά και οικονομικά σταθεροποιημένη. Τώρα όμως είναι η ίδια η Ευρώπη που διέρχεται μια επικίνδυνη περίοδο πολλαπλής αποσταθεροποίησης. Κι αυτό το γεγονός καθιστά το ελληνικό μέλλον περισσότερο και επικίνδυνα αβέβαιο.
Ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης σήμερα κυβερνά από μια οιωνεί ισχυρή θέση, όχι λόγω ανανεωμένης δημοφιλίας, αλλά επειδή η Αντιπολίτευση συναγωνίζεται εν πολλοίς την Κυβέρνηση σε βαθμό πολιτικής απαξίωσης. Παρά την πτώση στα ποσοστά των δημοσκοπήσεων, η οποία αντανακλά τη δημόσια κόπωση λόγω συσσωρευμένων σκανδάλων και του αυξανόμενου κόστους ζωής, η παρούσα κυβέρνηση διατηρεί κάποιο προβάδισμα αλλά και η Κυβέρνηση και τα άλλα Κόμματα είναι σε χαμηλό επίπεδο ανταγωνισμού σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις. Κι αυτή η κυριαρχία συγκαλύπτει αντί να σπρώχνει προς επίλυση τα βαθύτερα προβλήματα μιας χώρας ανώριμης θεσμικά και βαθιά τραυματισμένης κοινωνικά. Προβλήματα και εκφάνσεις τους τραγικά (Τέμπη), εκφυλιστικά (ΟΚΕΠΕΚΕ), επικίνδυνα (υποκλοπές) ή τραγικοκωμικά με την πρόσφατη Μαζωνακιάδα …
Ακριβώς σε αυτό το σημείο, η πολιτική αναταραχή στη Γαλλία και τη Γερμανία αποκτά σημασία που υπερβαίνει τον συμβολικό χαρακτήρα και αγγίζει τη δομή των εξελίξεων. Οι επιπτώσεις στις τιμές βενζίνης και πετρελαίου από τις κρίσεις στο Ιράν και την Ουκρανία ρίχνουν συνεχώς λάδι στην φωτιά του κόστους ζωής. Αποδυναμώνουν περαιτέρω τις δύο κυβερνήσεις, ανοίγοντας το δρόμο στην άκρα δεξιά η οποία κερδίζει έδαφος και στις δύο χώρες.
Ένας αποδυναμωμένος και απορροφημένος από εσωτερικά ζητήματα γαλλο-γερμανικός άξονας διαθέτει περιορισμένα περιθώρια και μειωμένη πολιτική βούληση για γενναιόδωρες μεταβιβάσεις πόρων προς την περιφέρεια της ΕΕ.
Αυτή η δυναμική είναι ήδη ορατή στις διαπραγματεύσεις για τον προϋπολογισμό της ΕΕ για την περίοδο 2028–2034. Οι συνομιλίες διεξάγονται σε κλίμα έντονης πολιτικής και χρονικής πίεσης, με έναν πολιτικό στόχο να καταλήξουν σε συμφωνία έως τον Δεκέμβριο, πριν τις γαλλικές προεδρικές εκλογές του 2027 - για ευνόητους λόγους.
Για την Ελλάδα, αυτό σημαίνει ότι οι δύο πορείες διασταυρώνονται.
Ιστορικά, η ικανότητα υλοποίησης εγχώριων μεταρρυθμίσεων ήταν ισχυρότερη ακριβώς όταν υποστηριζόταν από κοινοτικά κονδύλια και την πίεση της ΕΕ — οι εκταμιεύσεις από το ΣΑΑ παρείχαν στην Αθήνα τόσο τους πόρους όσο και την εξωτερική πειθαρχία για την προώθηση αλλαγών. Αλλά για άλλη μια φορά, η πολιτική τάξη κι όχι μόνο η κυβέρνηση, δεν ανταποκρίθηκε στην ιστορική στιγμή κι έχασε το παράθυρο ευκαιρίας για δομικές και βαθιές μεταρρυθμίσεις.
Σήμερα το Ταμείο Ανάκαμψης πλησιάζει στο τέλος του και ο πιθανός προϋπολογισμός της ΕΕ για την περίοδο μετά το 2027 διαφαίνεται μικρότερος και αμφισβητούμενος. Ως αποτέλεσμα, η Ελλάδα θα κληθεί να αντιμετωπίσει τα χρόνια διαρθρωτικά της προβλήματα με την λιγότερη εξωτερική στήριξη από οποιαδήποτε άλλη στιγμή μετά την κρίση. Κι αυτό σε μια συγκυρία όπου η θεσμική και πολιτική της ικανότητα και επάρκεια παραμένει η πιο επίμονη και χρόνια αδυναμία της.
Πηγή: www.kreport.gr