20 Ιουλίου 1974: 44 χρόνια από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο

20 Ιουλ 2018

«Δεν θέλουμε παρουσία στρατού, διότι δεν κινδυνεύουμε από πουθενά, διότι είμαστε φίλοι με όλες τις γειτονικές χώρες, διότι έχουμε αναπτύξει δεσμούς ισχυρότατους όσο ποτέ προηγουμένως» τόνισε ο πρόεδρος Αναστασιάδης, με αφορμή τη συμπλήρωση 44 χρόνων από την τουρκική εισβολή και τη συνεχιζόμενη στρατιωτική κατοχή του 37% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Ο Κύπριος πρόεδρος σε ομιλία, χθες βράδυ, εξέφρασε την απόλυτη βούληση να εργαστεί για λύση του Κυπριακού, επισημαίνοντας ότι «η συμφωνία, που θα είναι βασισμένη στην αδικία, θα είναι και καταδικασμένη να καταρρεύσει».
Επίσης, ο Πρόεδρος Αναστασιάδης τόνισε: «Αυτό που θέλω να μεταφέρω σαν μήνυμα είναι πως αυτά που διεκδικήσαμε και διεκδικούμε, προκειμένου να επιτευχθεί λύση βιώσιμη, λειτουργική, και δημιουργία ενός κανονικού κράτους, είναι κάτι που δεν συζητείται και δεν παζαρεύεται».
Σήμερα, στις 05.30 το πρωί, ώρα κατά την οποία άρχισε η τουρκική εισβολή στις ακτές της Κερύνειας, ήχησαν οι σειρήνες σε όλες τις πόλεις των ελευθέρων περιοχών της Κύπρου.
Εκδήλωση μνήμης για τις μαύρες επετείους του πραξικοπήματος και της τουρκικής εισβολής του 1974 θα γίνει απόψε στο Προεδρικό Μέγαρο με ομιλητή τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Σε ανακοινώσεις για τη σημερινή μαύρη επέτειο, κόμματα και οργανώσεις αποτίουν φόρο τιμής σε όσους έπεσαν μαχόμενοι κατά την τουρκική εισβολή.
Επισημαίνουν παράλληλα την υποχρέωση όλων για ενότητα στον αγώνα μέχρι την τελική δικαίωση.
Επίσης, τα κόμματα καταδικάζουν για ακόμα μια φορά την επεκτατική πολιτική της Τουρκίας και αναφέρουν ότι θα πρέπει να καταβληθεί κάθε προσπάθεια για να εξευρεθεί λύση, που θα τερματίζει την κατοχή και θα επανενώνει την Κύπρο και τον λαό της.

Το χρονικό
Στις 20 Ιουλίου 1974, περίπου σαράντα χιλιάδες Τούρκοι στρατιώτες, υπό την υποστήριξη της Τουρκικής Αεροπορίας και του ναυτικού εισέβαλαν παράνομα και κατά παράβαση του καταστατικού χάρτη του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών στις βόρειες ακτές της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η απόβαση των Τουρκικών στρατευμάτων που ολοκληρώθηκε σε δύο φάσεις, με ένα μήνα σχεδόν διαφορά η πρώτη από τη δεύτερη, είχε ως αποτέλεσμα την παράνομη κατοχή του 37% της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Πέντε ημέρες νωρίτερα, στις 15 Ιουλίου του 1974 οι συνεργάτες στην Κύπρο της ελληνικής χούντας των συνταγματαρχών (Εθνική Φρουρά, ΕΛΔΥΚ, ΕΟΚΑ Β’) είχαν ανατρέψει τον πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας αρχιεπίσκοπο Μακάριο και είχαν εγκαταστήσει κυβέρνηση από «μαριονέτες», με πρόεδρο τον δημοσιογράφο, εκδότη και αρχηγό παραστρατιωτικής οργάνωσης Νίκο Σαμψών.
Οι Τούρκοι υποστήριξαν ότι δεν επρόκειτο για εισβολή αλλά για «ειρηνική επέμβαση» με σκοπό την επαναφορά του συνταγματικού σκηνικού στην πριν του πραξικοπήματος κατάσταση, όπως και ότι το δικαίωμα για την επέμβασή της ήταν κατοχυρωμένο στη Συνθήκη Εγγυήσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας, συνθήκη που δημιουργήθηκε με σκοπό να διαφυλάσσει την ανεξαρτησία, την κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Από τα αρχεία Κίσινγκερ που σήμερα έχουν αποδεσμευτεί φαίνεται ότι η Τουρκία, ενέργησε με βάση προσυμφωνημένο σχέδιο της, με τις ΗΠΑ.
Στις 20 Ιουλίου, άρχισε η εισβολή τους υπό την κωδική ονομασία «Αττίλας», η οποία εκτυλίχθηκε σε δυο φάσεις. Η πρώτη από αυτές διήρκεσε περίπου 60 ώρες (20-22 Ιουλίου 1974) επιτεύχθηκε ισχυρό προγεφύρωμα των εισβολέων, ενώ στη δεύτερη («Αττίλας 2?) κατελήφθη ολόκληρο το βόρειο τμήμα της νήσου, περίπου το 1/3 της έκτασης της.
Η επίθεση έγινε αρχικά στο λιμάνι Κερύνειας και τα σημεία όπου βρίσκονταν ελληνοκυπριακές δυνάμεις. Δυνάμεις αλεξιπτωτιστών ρίχτηκαν σε περιοχές τουρκοκυπριακές και στην τουρκοκυπριακή συνοικία της Λευκωσίας. Στις επιθέσεις αυτές, η αντίδραση των κυπριακών και ελλαδικών δυνάμεων Κύπρου ήταν χαλαρή και ανοργάνωτη. Με τους Τούρκους να είναι οπλισμένοι με σύγχρονα όπλα, τα σώματα των Κυπρίων Εθνοφρουρών και της ΕΛΔΥΚ που αντιστάθηκαν και έμοιαζαν να είναι οπλισμένα από την «παλαιολιθική» εποχή, σκοτώθηκαν, αιχμαλωτίστηκαν ή χάθηκαν τα ίχνη τους.
Περίπου 200.000 εκδιώχθηκαν από τα σπίτια τους, έγιναν πρόσφυγες στην ίδια τους την πατρίδα, περίπου 4.000 νεκροί, και 1.619 δηλώθηκαν αγνοούμενοι. Οι Τούρκοι κατακτούν το 65% της καλλιεργήσιμης έκτασης, το 70% του ορυκτού πλούτου, το 70% της βιομηχανίας, το 80% των τουριστικών εγκαταστάσεων.
Αγνοείται η τύχη 1619 προσώπων, ενώ για αρκετούς από αυτούς υπάρχει μαρτυρία πως βρίσκονταν ζωντανοί στα χέρια των στρατευμάτων εισβολής. Η αλλαγή του δημογραφικού χαρακτήρα των κατεχομένων με μαζική εισαγωγή χιλιάδων εποίκων από την Τουρκία και η καταστροφή της πολιτιστικής κληρονομιάς στην κατεχόμενη Κύπρο, συνιστούν επίσης, άλλες δύο πτυχές της κυπριακής τραγωδίας.

Η Τουρκία έκτοτε κατέχει τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Δηλώνει ταυτόχρονα, πως δεν αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία ως κράτος. Επιπλέον, η Αγγλία, η τρίτη εγγυήτρια χώρα, συνεχίζει να αναγνωρίζει φραστικά την Κυπριακή Δημοκρατία και την Συνθήκη Εγγυήσεως. Δεν έχει όμως παρέμβει όμως ενεργά μέχρι σήμερα για να διαφυλάξει την ανεξαρτησία και την εδαφική ακεραιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η Κυπριακή Δημοκρατία κάλεσε την Τουρκία, να προσφύγουν και οι δυο χώρες στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για να γνωματεύσει κατά πόσο νόμιμα εισέβαλε η Τουρκία στην Κύπρο. Η Τουρκία όμως αρνείται.