Η παρέμβαση του Tony Blair, με την οποία καλεί τον πρωθυπουργό Andy Burnham να εντάξει την επιστροφή του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ευρωπαϊκή Ένωση στον δεκαετή σχεδιασμό της χώρας, σηματοδοτεί μια ουσιώδη μεταβολή του πολιτικού κλίματος. Η επανένταξη παύει σταδιακά να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως απόπειρα αναίρεσης του δημοψηφίσματος του 2016 και επανέρχεται στον δημόσιο διάλογο ως πιθανή στρατηγική απάντηση σε έναν κόσμο που έχει αλλάξει άρδην.
Ο Blair δεν προτείνει άμεση επιστροφή, υποστηρίζει όμως ότι η επανένταξη πρέπει να επανέλθει στον ορίζοντα των θεμιτών πολιτικών επιλογών και ότι η βρετανική κυβέρνηση δεν μπορεί να αποκλείει, με προκαταβολικές «κόκκινες γραμμές», κάθε βαθύτερη ευρωπαϊκή σύγκλιση. Ο Burnham, από την πλευρά του, δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο η επιστροφή στην Ευρωπαϊκή Ένωση να περιληφθεί σε μελλοντικό εκλογικό πρόγραμμα, θέτοντας ως άμεση προτεραιότητα την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης και την εμβάθυνση των εμπορικών και πολιτικών σχέσεων με τις Βρυξέλλες.
Ο Θουκυδίδης προσφέρει μια εκπληκτικά επίκαιρη αρχή. Στο πρώτο βιβλίο της Ιστορίας του Πελοποννησιακού Πολέμου, οι Κορίνθιοι επισημαίνουν στους Σπαρτιάτες ότι «πρὸς πολλὰ δὲ ἀναγκαζομένοις ἰέναι πολλῆς καὶ τῆς ἐπιτεχνήσεως δεῖ». Όταν μια πολιτεία καλείται να αντιμετωπίσει πολλές και πρωτόγνωρες προκλήσεις, χρειάζεται μεγάλη επινοητικότητα. Οι αμετάβλητοι τρόποι μπορεί να επαρκούν σε περιόδους σταθερότητας, όταν όμως οι συνθήκες μεταβάλλονται, η ακινησία παύει να αποτελεί προτέρημα και μετατρέπεται σε στρατηγική αγκύλωση.
Μια ώριμη δημοκρατία διαφυλάσσει τις θεμελιώδεις αξίες της, αλλά αναπροσαρμόζει τα εργαλεία με τα οποία τις υπηρετεί.
Ο κόσμος του 2016 δεν υπάρχει πλέον
Η Βρετανία του 2026 δεν κατοικεί στον κόσμο του δημοψηφίσματος του 2016. Η Ευρώπη αντιμετωπίζει πόλεμο στα σύνορά της, οικονομικούς καταναγκασμούς, ενεργειακή αβεβαιότητα και τεχνολογικό ανταγωνισμό χωρίς ιστορικό προηγούμενο. Η Κίνα κατέχει δεσπόζουσες θέσεις σε κρίσιμες αλυσίδες εφοδιασμού. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ακολουθούν μια ολοένα πιο συναλλακτική πολιτική στην ασφάλεια και στο εμπόριο. Η τεχνητή νοημοσύνη, η αμυντική παραγωγή, οι ημιαγωγοί και η πρόσβαση σε κρίσιμες πρώτες ύλες επανακαθορίζουν ακόμη και την έννοια της κυριαρχίας.
Σε αυτό το περιβάλλον, ο κατακερματισμός μπορεί εύκολα να μεταμφιεστεί σε ανεξαρτησία, ενώ στην πραγματικότητα παράγει μεγαλύτερη πολιτική ευπάθεια. Η εθνική αυθυπαρξία δεν μετριέται πλέον από την ικανότητα μιας χώρας να απομονώνεται, αλλά από τη δυνατότητά της να συναποφασίζει στους θεσμούς όπου διαμορφώνονται οι κανόνες, οι αγορές και οι τεχνολογίες του μέλλοντος.
Η οικονομική γεωγραφία, άλλωστε, δεν καταργήθηκε με το Brexit. Σύμφωνα με τη Βιβλιοθήκη της Βουλής των Κοινοτήτων, οι βρετανικές εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών προς την Ευρωπαϊκή Ένωση ανήλθαν το 2025 σε 384 δισ. λίρες, αντιπροσωπεύοντας το 41% του συνόλου των εξαγωγών. Περίπου το ήμισυ των βρετανικών εισαγωγών προήλθε από την ΕΕ. Παρά την πολιτική αποχώρηση, η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει, με μεγάλη διαφορά, ο σημαντικότερος εμπορικός εταίρος του Ηνωμένου Βασιλείου.
Το ανεξάρτητο Office for Budget Responsibility εξακολουθεί να εκτιμά ότι η μετα - Brexit εμπορική σχέση θα μειώσει μακροπρόθεσμα την εμπορική ένταση της βρετανικής οικονομίας κατά περίπου 15% και τη δυνητική παραγωγικότητα κατά 4%, σε σύγκριση με την πορεία που θα ακολουθούσε η χώρα εάν παρέμενε στην ΕΕ. Αυτό δεν σημαίνει ότι αφαιρέθηκε μηχανιστικά ένα 4% από το σημερινό ΑΕΠ. Σημαίνει ότι η οικονομία προβλέπεται να είναι μικρότερη από όσο θα μπορούσε να έχει γίνει, δηλαδή, μια σωρευτική απώλεια επενδύσεων, μισθών, φορολογικών εσόδων και ευκαιριών.
Η βαθύτερη ευρωπαϊκή ολοκλήρωση θα μπορούσε να περιορίσει τις τελωνειακές και κανονιστικές τριβές, να αποκαταστήσει τη θέση των βρετανικών επιχειρήσεων στις ευρωπαϊκές αλυσίδες παραγωγής και να μειώσει την αβεβαιότητα που αναστέλλει τις επενδύσεις. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις θα ωφελούνταν δυσανάλογα, επειδή αυτές δυσκολεύονται περισσότερο να επωμιστούν το πάγιο κόστος των τελωνειακών διαδικασιών, των διπλών πιστοποιήσεων και των συνοριακών καθυστερήσεων.
Η υπό διαμόρφωση πολιτική «Made in EU» αποκαλύπτει τη νέα πραγματικότητα. Οι δημόσιες προμήθειες και η ευρωπαϊκή βιομηχανική πολιτική χρησιμοποιούνται πλέον για τη συγκρότηση στρατηγικής ισχύος στα ηλεκτρικά οχήματα, στην καθαρή ενέργεια, στο υδρογόνο και στις προηγμένες τεχνολογίες. Μια Βρετανία εκτός των σχετικών πλαισίων κινδυνεύει να αποκλειστεί από αλυσίδες αξίας και αγορές που οργανώνονται σε ηπειρωτική κλίμακα.
Τα οφέλη είναι αμοιβαία
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει εξίσου πολλά να κερδίσει καθώς το Ηνωμένο Βασίλειο είναι πυρηνική δύναμη, μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, βασικός συντελεστής του ΝΑΤΟ και έδρα ενός από τα σημαντικότερα χρηματοοικονομικά κέντρα του κόσμου. Διαθέτει κορυφαία πανεπιστήμια και ερευνητικά ιδρύματα, καθώς και ιδιαίτερες δυνατότητες στην τεχνητή νοημοσύνη, στις βιοεπιστήμες, στην αεροδιαστημική και στην αμυντική τεχνολογία.
Η συμμετοχή του θα ενίσχυε την ευρωπαϊκή άμυνα, θα έδινε μεγαλύτερο βάθος στις κεφαλαιαγορές, θα επιτάχυνε την τεχνολογική μετάβαση και θα προσέδιδε στη δημοκρατική Ευρώπη ισχυρότερο γεωπολιτικό εκτόπισμα.
Σε έναν κόσμο μεγάλων συνασπισμών, η ευρωπαϊκή ισχύς δεν μπορεί να οικοδομηθεί μέσα από εθνικές μονώσεις.
Για τους πολίτες, τα οφέλη θα ήταν απτά όπως ευκολότερη πρόσβαση σε σπουδές και ερευνητικά προγράμματα, διεύρυνση της επαγγελματικής κινητικότητας, λιγότερη γραφειοκρατία για τις επιχειρήσεις, στενότερη συνεργασία στην υγεία, στην ασφάλεια και στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Μια νέα συμφωνία θα μπορούσε, επιπλέον, να αμβλύνει τις οικονομικές και συνταγματικές προστριβές που εξακολουθούν να περιβάλλουν τη Βόρεια Ιρλανδία.
Η Ιστορία επιβραβεύει την προσαρμοστικότητα
Οι αυτοκρατορίες και οι πολιτείες που διήρκεσαν δεν παρέμειναν αδιάφορες. Αναθεώρησαν εγκαίρως τους θεσμούς, τις συμμαχίες και το οικονομικό τους υπόδειγμα. Η παρακμή άρχιζε συνήθως όταν η παλαιά ισχύς μετατρεπόταν σε αυτάρκεια και η παράδοση σε ακινησία.
Η Ρώμη δεν μακροημέρευσε μόνο χάρη στη στρατιωτική υπεροχή της. Διέθετε και την ικανότητα να ενσωματώνει πληθυσμούς, να διευρύνει βαθμιαία τα δικαιώματα και να μετατρέπει πρώην αντιπάλους σε συμμέτοχους της πολιτείας. Μετά τον Συμμαχικό Πόλεμο, η επέκταση της ρωμαϊκής ιδιότητας στους Ιταλούς συμμάχους συνέβαλε στην εκτόνωση μιας υπαρξιακής κρίσης. Η ένταξη, όταν εδράζεται σε κοινούς κανόνες και αμοιβαιότητα μπορεί να λειτουργήσει ως πολλαπλασιαστής ισχύος.
Η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία επέζησε επί αιώνες χάρη σε διαδοχικές μεταμορφώσεις της διοίκησης και της άμυνάς της, συνδυάζοντας τη στρατιωτική ανθεκτικότητα με τη διπλωματία, το εμπόριο και τη νομισματική αξιοπιστία. Η μακροβιότητά της δεν υπήρξε καρπός θεσμικής ακινησίας, αλλά της ικανότητάς της να αλλάζει χωρίς να απολέσει τον πολιτισμικό της πυρήνα.
Το ίδιο το Ηνωμένο Βασίλειο αποτελεί το εγγύτερο παράδειγμα. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την αποσύνθεση της αυτοκρατορίας του, δεν διατήρησε τον διεθνή του ρόλο επιχειρώντας να αναστήσει μια παρωχημένη τάξη. Οικοδόμησε το πιο σύγχρονο κοινωνικό κράτος, συνέβαλε στη συγκρότηση του ΝΑΤΟ, διατήρησε δεσμούς μέσω της Κοινοπολιτείας και το 1973 εντάχθηκε στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα. Η ευρωπαϊκή ένταξη δεν υπήρξε τότε παραίτηση από το εθνικό μεγαλείο, αλλά αναγνώριση ότι στη νέα εποχή η επιρροή ασκείται αποτελεσματικότερα μέσω συμμαχιών, αγορών και κοινών θεσμών.
Η Ιαπωνία της περιόδου Meiji (1867-1912) προσφέρει ένα ακόμη δίδαγμα. Εγκαταλείποντας την απομόνωση και επενδύοντας στην παιδεία, στη βιομηχανία και στη θεσμική ανασυγκρότηση, μετατράπηκε μέσα σε λίγες δεκαετίες σε μεγάλη διεθνή δύναμη. Η μεταγενέστερη διολίσθησή της στον μιλιταρισμό υπενθυμίζει, όμως, την άλλη όψη, η προσαρμογή χωρίς δημοκρατικούς φραγμούς μπορεί να παραγάγει ισχύ, όχι όμως διατηρήσιμη ευημερία.
Ένα ακόμη παράδειγμα στη σύγχρονη εποχή, η Σιγκαπούρη απέδειξε ότι ακόμη και μια μικρή πολιτεία χωρίς σημαντικούς φυσικούς πόρους μπορεί να αποκτήσει παγκόσμια εμβέλεια μέσω της θεσμικής επάρκειας, του ανθρώπινου κεφαλαίου, της εξωστρέφειας και της αδιάλειπτης προσαρμογής. Το μέγεθος δεν προδικάζει την ισχύ, την καθορίζουν συχνά η ποιότητα της διακυβέρνησης και η ταχύτητα της συλλογικής μάθησης.
Ο Θουκυδίδης προσφέρει, συγχρόνως, και την αναγκαία προειδοποίηση απέναντι στην άκριτη λατρεία της αλλαγής. Η Αθήνα αναδείχθηκε χάρη στην τόλμη, στη ναυτική ισχύ και στην απαράμιλλη επινοητικότητά της.
Η Σικελική Εκστρατεία κατέδειξε, αντιστρόφως, ότι η επινοητικότητα χωρίς περίσκεψη και η ισχύς χωρίς επίγνωση ορίων μπορούν να εκφυλιστούν σε ύβρη. Επιτυχής προσαρμογή δεν σημαίνει άτακτη φυγή προς τα εμπρός. Σημαίνει ικανότητα διάκρισης ανάμεσα σε ό,τι πρέπει να διαφυλαχθεί, σε ό,τι οφείλει να μεταρρυθμιστεί και σε ό,τι έχει πλέον καταστεί αναχρονισμός.
Μια νέα σχέση, όχι ανασύσταση του χθες
Η επιστροφή της Βρετανίας δεν μπορεί να αποτελέσει μηχανική επαναφορά του καθεστώτος που ίσχυε πριν από το 2016. Σύμφωνα με το άρθρο 49 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, θα απαιτούσε νέα αίτηση, ομόφωνη αποδοχή από τα κράτη-μέλη και κύρωση της συμφωνίας προσχώρησης. Οι όροι θα έπρεπε να αποτελέσουν αντικείμενο νέας διαπραγμάτευσης. Απαιτείται, επομένως, πολιτική ειλικρίνεια και από τις δύο πλευρές.
Μια σταδιακή πορεία θα ήταν πιθανώς περισσότερο αξιόπιστη με βαθύτερη κανονιστική και τελωνειακή συνεργασία, συμμετοχή στην έρευνα και στην εκπαίδευση, στενότερη ενοποίηση στην άμυνα και στην ενέργεια και, τελικά, μια νέα δημοκρατική απόφαση για την πλήρη ένταξη.
Η συζήτηση για μορφές σύνδεσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με χώρες όπως ο Καναδάς υποδεικνύει, άλλωστε, μια περισσότερο ευέλικτη ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική, έναν ισχυρό θεσμικό πυρήνα και ευρύτερους κύκλους οργανωμένης συμμετοχής.
Η Ευρώπη οφείλει να προσεγγίσει τη Βρετανία χωρίς ίχνος εκδικητικότητας, αλλά και χωρίς εκπτώσεις στις υποχρεώσεις της συμμετοχής. Η Βρετανία, αντίστοιχα, χρειάζεται να προσέλθει χωρίς νοσταλγία για τα παλαιά προνόμια και χωρίς την ψευδαίσθηση ότι κυριαρχία σημαίνει αποδέσμευση από κάθε αλληλεξάρτηση. Το ερώτημα δεν είναι εάν μπορεί να ανασυστήσει το παρελθόν της, αλλά εάν μπορεί να διαμορφώσει αποτελεσματικότερα το μέλλον της από το εσωτερικό της Ευρώπης ή από την περιφέρειά της.
Η δημοκρατία δεν αποδυναμώνεται όταν οι πολίτες επανεξετάζουν μια απόφαση υπό ριζικά διαφορετικές συνθήκες. Αντιθέτως, η ειρηνική αναθεώρηση μέσω ενημερωμένης λαϊκής εντολής αποτελεί τεκμήριο δημοκρατικής ωριμότητας. Κανένα δημοψήφισμα δεν απαλλάσσει τις επόμενες γενιές από την ευθύνη να κρίνουν τα νέα δεδομένα.
Η επιστροφή στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν χρειάζεται, συνεπώς, να εκληφθεί ως ήττα ή αναδίπλωση. Μπορεί να αποτελέσει πράξη στρατηγικού πραγματισμού σε νέο τοπίο, αναγνώριση ότι η εθνική ανεξαρτησία ενισχύεται, αντί να περιστέλλεται, όταν ασκείται μέσα από θεσμούς ικανούς να ανταποκριθούν στην κλίμακα των σύγχρονων προκλήσεων.
Μέσα στην ιστορική αλληλουχία πρέπει να ενταχθεί και η επανασύνδεση του Ηνωμένου Βασιλείου με την Ευρώπη καθώς δεν αποτελεί ανασύσταση της προ του 2016 πραγματικότητας, αλλά νέα προσαρμογή σε έναν κόσμο μεγαλύτερων συνασπισμών και αλληλεξαρτώμενων οικονομιών. Όπως η μεταπολεμική Βρετανία αναθεώρησε τη θέση της μετά το τέλος της αυτοκρατορίας, έτσι και η σημερινή Βρετανία καλείται να αναθεωρήσει το Brexit υπό το φως των εμπορικών, τεχνολογικών και γεωπολιτικών ανατροπών.
Οι μεγάλες πολιτείες δεν μικραίνουν όταν αναπροσαρμόζονται. Μικραίνουν όταν συγχέουν την προσήλωση σε μια παλαιά απόφαση με την ιστορική συνέπεια. Η πραγματική ισχύς βρίσκεται στην ικανότητα μεταβολής πορείας, προτού η ανάγκη μετατραπεί σε παρακμή.
Όπως υπενθυμίζει ο Θουκυδίδης, οι νέες συνθήκες απαιτούν επινοητικότητα. Η Βρετανία και η Ευρώπη χρειάζονται τώρα το θάρρος να συναρθρώσουν εκ νέου το κοινό τους μέλλον.