Από το FACEBOOKΒΑΣΙΛΗΣ ΛΑΜΠΟΓΛΟΥ18:00 · 05/10/2026
Η Ιωάννα Κουτσουράδη, Ρωμιά της ΚΠολης, μία από τις σημαντικότερες μορφές της φιλοσοφίας στην Τουρκία και όχι μόνο, έφυγε από τη ζωή δύο ημέρες πριν συμπληρώσει τα 90 της χρόνια.
Και εδώ αρχίζει μια ιστορία που δεν τιμά καθόλου την Ελλάδα.
Στην Τουρκία, ο θάνατός της δεν πέρασε απαρατήρητος.
Τα περισσότερα υπουργεία της Τουρκίας εξέδωσαν ανακοινώσεις για τον θάνατό της. Ανακοίνωση εξέδωσε και η τουρκική Προεδρία της Δημοκρατίας. Πολιτειακοί και πολιτικοί παράγοντες, πανεπιστημιακοί και άνθρωποι των γραμμάτων έσπευσαν να την αποχαιρετήσουν.
Η Τουρκία αναγνώρισε δημόσια αυτό που η ίδια η ζωή της Κουτσουράδη είχε αποδείξει: ότι ήταν μια σημαντική πνευματική προσωπικότητα της χώρας.
Και η Ελλάδα ????
Σιωπή.
Ούτε ένας πολιτικός αρχηγός. Ούτε ένα κόμμα. Ούτε μια ουσιαστική θεσμική αναφορά. Ούτε καν μια ανακοίνωση δύο γραμμών από εκείνους που βρίσκουν καθημερινά λόγους να μιλούν για τον Ελληνισμό, την ιστορική μνήμη και την Ομογένεια.
Και υπάρχει κάτι ακόμη πιο χαρακτηριστικό.
Στην κηδεία της, στην Κωνσταντινούπολη, ήταν ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος. Ήταν άνθρωποι της Ομογένειας, πανεπιστημιακοί, φοιτητές, φίλοι, συνάδελφοι και άνθρωποι που ήρθαν να πουν το τελευταίο αντίο στη μεγάλη αυτή δασκάλα.
Ο Έλληνας πρόξενος, όμως, δεν ήταν εκεί.
Κι αυτό είναι δύσκολο να το προσπεράσει κανείς.
Δεν χάνει η ελληνική διπλωματική εκπροσώπηση ευκαιρία να εμφανιστεί δίπλα στον Πατριάρχη όταν υπάρχουν κάμερες και επίσημες εκδηλώσεις.
Αλλά στην κηδεία μιας Ρωμιάς της Πόλης, μιας γυναίκας που τίμησε την παιδεία και τον πολιτισμό σε ολόκληρη τη ζωή της, δεν βρέθηκε ένας εκπρόσωπος της Ελλάδας.
Τι ακριβώς έπρεπε να συμβεί για να θεωρηθεί αυτή η παρουσία αυτονόητη;
Η Ιωάννα Κουτσουράδη δεν ήταν κάποια άγνωστη ηλικιωμένη γυναίκα που έζησε μακριά από τα φώτα.
Ήταν καθηγήτρια Φιλοσοφίας.
Ήταν πρόεδρος της Τουρκικής Φιλοσοφικής Εταιρείας.
Ήταν μια προσωπικότητα με διεθνή αναγνώριση.
Και ήταν Ρωμιά της ΚΠολης.
Για τη δική μου οικογένεια, όμως, η Ιωάννα δεν ήταν απλώς μια σημαντική προσωπικότητα της Πόλης. Ήταν ένας άνθρωπος που ανήκε στις προσωπικές μας αναμνήσεις.
Ήταν συμμαθήτρια της μητέρας μου και παρέμεινε γνωστή σε όλες σχεδόν τις κυρίες της ηλικίας της, όπως συνέβαινε τότε στις μικρές και δεμένες κοινότητες της Ρωμιοσύνης της Πόλης.
Την οικογένειά της τη γνώριζε καλά η μητέρα μου. Και το φαρμακείο του πατέρα της, του Γιώργου Κουτσουράδη, έτυχε να είναι και φαρμακείο στο οποίο ήταν πελάτες.
Ο Γιώργος ήθελε την κόρη του φαρμακοποιό. Της έλεγε πως «με τη φιλοσοφία θα πεινάσει».
Η Ιωάννα, ευτυχώς για τη φιλοσοφία και ίσως δυστυχώς για το φαρμακείο, δεν τον άκουσε.
Έγινε καθηγήτρια Φιλοσοφίας και αφιέρωσε τη ζωή της στη σκέψη, στην παιδεία, στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και στα δικαιώματα.
Αγαπούσε τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, τον Καντ, τον Σοπενχάουερ, τον Νίτσε και τον δάσκαλό της, τον Μενγκούσογλου.
Εμείς τους ξέρουμε όλους.
Τους διδάσκουμε.
Τους επικαλούμαστε.
Τους έχουμε στα βιβλία μας και στα πανεπιστήμιά μας.
Μόνο που, όταν πεθαίνει ένας άνθρωπος που πραγματικά τους μελέτησε και τους δίδαξε, ξαφνικά δεν βρίσκουμε ούτε μία ανακοίνωση.
Η Κουτσουράδη κουβαλούσε μέσα της και τις πληγές της Πόλης.
Το φαρμακείο του πατέρα της λεηλατήθηκε στα Σεπτεμβριανά του 1955. Θυμόταν τη μυρωδιά της επόμενης ημέρας, από τα καμένα υφάσματα και τα κατεστραμμένα καταστήματα των Ελλήνων.
Αυτή τη μνήμη την κουβαλούσε σε όλη της τη ζωή.
Κι όμως, όταν πέθανε, η Ελλάδα συμπεριφέρθηκε σαν να μην πέθανε κανένας δικός της άνθρωπος.
Και κάτι ακόμη:
Το ενδιαφέρον του κόσμου υπήρχε.
Η δική μου ανάρτηση για τον θάνατό της ξεπέρασε τις 1.000 αντιδράσεις, μαζί με αντίστοιχα σχόλια ανθρώπων που γνώριζαν, θυμούνταν, συγκινήθηκαν ή απλώς αισθάνθηκαν ότι αυτή η γυναίκα άξιζε να μνημονευθεί.
Άρα το πρόβλημα δεν ήταν ότι «κανέναν δεν ενδιέφερε».
Το ενδιαφέρον υπήρχε.
Έλειπαν εκείνοι που όφειλαν να το δείξουν.
Δεν μας λείπουν οι πατριωτικές κορώνες.
Δεν μας λείπουν οι μεγαλόστομες δηλώσεις για τον Ελληνισμό.
Δεν μας λείπουν τα συνέδρια για την Ομογένεια.
Δεν μας λείπουν οι αναφορές στην Κωνσταντινούπολη, στη Σμύρνη, στις χαμένες πατρίδες και στην ιστορική μνήμη.
Μας λείπει όμως κάτι πολύ πιο απλό:
Να γνωρίζουμε τους ανθρώπους μας.
Να τους τιμάμε όταν ζουν.
Και να τους αποχαιρετάμε όταν πεθαίνουν.
Γιατί είναι εύκολο να αγαπάς τον Ελληνισμό ως σύνθημα.
Το δύσκολο είναι να τον αναγνωρίζεις όταν βρίσκεται μπροστά σου.
Σε μια Ρωμιά της Πόλης.
Σε μια καθηγήτρια φιλοσοφίας.
Σε μια γυναίκα που έζησε ανάμεσα σε δύο κόσμους και κατάφερε να αφήσει το αποτύπωμά της και στους δύο.
Και τότε έρχεται το πιο δύσκολο ερώτημα:
Αν δεν γνωρίζουμε ούτε τους δικούς μας ανθρώπους που έζησαν λίγα χιλιόμετρα πέρα από τα σύνορά μας, πώς ακριβώς ισχυριζόμαστε ότι καταλαβαίνουμε την Τουρκία;
Πώς μιλάμε για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις;
Πώς μιλάμε για γεωπολιτική;
Πώς μιλάμε για τη Ρωμιοσύνη της Πόλης;
Πώς μιλάμε για τον απόδημο Ελληνισμό;
Πώς ζητάμε από τους Έλληνες της Διασποράς να αισθάνονται ότι η Ελλάδα τούς θυμάται, όταν δεν θυμάται ούτε εκείνους που κράτησαν ζωντανή την ελληνική παρουσία στην ΚΠολη;
Η Ιωάννα Κουτσουράδη δεν χρειάζεται πλέον τίποτα από εμάς.
Εμείς χρειαζόμαστε από εκείνη.
Χρειαζόμαστε τη μνήμη της.
Το έργο της.
Το παράδειγμά της.
Και κυρίως, χρειαζόμαστε το μάθημά της.
Η Τουρκία κατάλαβε ότι έχασε μια μεγάλη πνευματική προσωπικότητα.
Η Ελλάδα θα πρέπει κάποτε να αναρωτηθεί γιατί χρειάστηκε να πεθάνει για να καταλάβουμε ότι ήταν και δική μας.
Καλό ταξίδι, Ιωάννα.
Η Πόλη σε αποχαιρέτησε.
Η Τουρκία σε τίμησε.
Η Ελλάδα, δυστυχώς, δεν ήταν εκεί.
Υπογραφή: Γ. Τρ. TiryantafillidisGiannis
-Μεταξύ άλλων,το 2023 αναγορεύθηκε σε επίτιμη διδάκτορα του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Ήταν ήδη επίτιμη διδάκτορας του Πανεπιστημίου Κρήτης από το 1996 όπως και του Πανεπιστημίου "Ρικάρντο Πάλμα" στο Περού από το 2001, είχε τιμηθεί με τον Μεγαλόσταυρο της Ομοσπονδιακής Γερμανίας, αλλά και ως "Διακεκριμένη Επισκέπτρια" της Αβάνας στην Κούβα.