Η εξωτερική πολιτική μιας χώρας αποκαλύπτεται στις στιγμές που η υπεράσπιση των αρχών της απαιτεί διαφωνία με έναν ισχυρό σύμμαχο. Εκεί δοκιμάζεται η αυτονομία της. Και εκεί η σιωπή μπορεί να γίνει πολιτική επιλογή, με συνέπειες πολύ μεγαλύτερες από μια ανακοίνωση που δεν εκδόθηκε.
Μέχρι το πρωί της 11ης Οκτωβρίου δεν έχει εντοπιστεί δημόσια ελληνική κυβερνητική αντίδραση στις νέες αμερικανικές κυρώσεις κατά του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου. Η Ελλάδα απουσιάζει και από την κοινή δήλωση οκτώ υπουργών Εξωτερικών, μεταξύ των οποίων οι υπουργοί της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Δανίας και της Ολλανδίας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ήδη αντιδράσει. Η Αθήνα θα μπορούσε τουλάχιστον να δηλώσει ότι συμμερίζεται αυτή τη θέση.
Η απουσία δήλωσης δεν αποδεικνύει αποδοχή των κυρώσεων. Αφήνει, όμως, αναπάντητο ένα ουσιώδες ερώτημα: γιατί η κυβέρνηση δυσκολεύεται να εκφράσει δημόσια μια διαφωνία που άλλοι στενοί σύμμαχοι των ΗΠΑ εκφράζουν χωρίς να θεωρούν ότι διακινδυνεύουν τη συμμαχική τους σχέση;
Οι κυρώσεις της 9ης Οκτωβρίου στρέφονται πλέον κατά του ίδιου του ΔΠΔ ως θεσμού. Η σημασία τους υπερβαίνει τις συγκεκριμένες υποθέσεις που ενοχλούν την Ουάσιγκτον. Αφορούν τη δυνατότητα της διεθνούς δικαιοσύνης να λειτουργεί ανεξάρτητα από τη βούληση των ισχυρών. Στο πεδίο αυτό αποτυπώνεται μια βασική αντίληψη του τραμπισμού για την παγκόσμια διακυβέρνηση: οι διεθνείς θεσμοί γίνονται ανεκτοί όσο δεν περιορίζουν την ελευθερία κινήσεων της ηγεμονικής δύναμης.
Για την Ελλάδα, η αποδυνάμωση αυτής της θεσμικής αρχιτεκτονικής αποτελεί σοβαρό κίνδυνο. Μια χώρα που στηρίζει κρίσιμες εθνικές διεκδικήσεις στο διεθνές δίκαιο χρειάζεται κανόνες με αξιοπιστία και θεσμούς με ανεξαρτησία. Το ΔΠΔ και το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης έχουν διαφορετικές αρμοδιότητες. Η υπεράσπιση, όμως, της διεθνούς δικαιοδοσίας απέναντι στον πολιτικό εκφοβισμό αφορά τον πυρήνα της ελληνικής επιχειρηματολογίας.
Η στάση απέναντι στο ΔΠΔ αναδεικνύει έτσι ένα ευρύτερο πρόβλημα προσανατολισμού. Η κυβέρνηση εμφανίζεται να επενδύει περισσότερο στην εύνοια της σημερινής αμερικανικής διοίκησης παρά στην ενεργή συμμετοχή της χώρας στη διαμόρφωση ευρωπαϊκών απαντήσεων. Η προσαρμογή στις απαιτήσεις της Ουάσιγκτον παρουσιάζεται ως διπλωματική επιτυχία, ενώ η δυνατότητα δημόσιας διαφωνίας υποχωρεί.
Η Ευρώπη ασφαλώς δεν διαθέτει ενιαία φωνή σε όλα τα ζητήματα. Οι αντιφάσεις και οι καθυστερήσεις της είναι υπαρκτές. Στην υπόθεση του ΔΠΔ, ωστόσο, υπάρχει σαφής θεσμική αντίδραση και δημόσια κινητοποίηση σημαντικών ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Η ελληνική απουσία ενισχύει την εικόνα απομάκρυνσης από αυτόν τον προσανατολισμό. Η θέση μιας ευρωπαϊκής χώρας ενισχύεται όταν συμβάλλει στη συγκρότηση κοινής πολιτικής και αναλαμβάνει το μερίδιο ευθύνης που της αναλογεί.
Η προσκόλληση στον τραμπισμό είναι και στρατηγικά κοντόφθαλμη. Στις 3 Νοεμβρίου οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ ενδέχεται να μεταβάλουν τους συσχετισμούς στα θεσμικά όργανα ελέγχου της εκτελεστικής εξουσίας των ΗΠΑ. Μια εκλογική ήττα των δυνάμεων που στηρίζουν τον Τραμπ προφανώς και δεν συνεπάγεται αυτομάτως ανατροπή της πολιτικής του. Μπορεί, όμως, να περιορίσει την ισχύ του και να ενισχύσει διαφορετικές αντιλήψεις για τις συμμαχίες και τους διεθνείς θεσμούς. Ακόμη και αν αυτό δεν συμβεί τώρα, η μεταβολή παραμένει ενδεχόμενο που μια σοβαρή εξωτερική πολιτική οφείλει να συνυπολογίζει.
Η Ελλάδα χρειάζεται σχέσεις με τις ΗΠΑ που αντέχουν στις πολιτικές εναλλαγές. Όταν η συμμαχία προσωποποιείται και ταυτίζεται με έναν πρόεδρο και το ιδεολογικό του περιβάλλον, η χώρα εκτίθεται στις δικές τους ήττες, μεταστροφές και απαιτήσεις. Η προσωπική εύνοια είναι επισφαλές υποκατάστατο της θεσμικής συνεργασίας.
Σε αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να εξεταστούν τα δημοσιεύματα για την πρέσβειρα Κίμπερλι Γκίλφοϊλ. Η Wall Street Journal περιέγραψε την προώθηση της AKTOR σε ενεργειακές συμφωνίες στα Βαλκάνια και την παρουσία του λομπίστα της, Χρήστου Μαραφάτσου, σε διπλωματικές συναντήσεις. Οι εμπλεκόμενοι αρνούνται αθέμιτες πρακτικές. Οι αναφορές περί δυνατότητας ανατροπής κυβερνήσεων επίσης αμφισβητούνται, ενώ ο κυβερνητικός εκπρόσωπος διέψευσε ότι απειλήθηκε η ελληνική κυβέρνηση.
Το πολιτικό ζήτημα, ωστόσο, παραμένει. Ποια όρια θέτει η ελληνική κυβέρνηση όταν η διπλωματική επιρροή συνδέεται με την προνομιακή πρόσβαση συγκεκριμένων οικονομικών συμφερόντων; Πώς διασφαλίζει ότι οι δημόσιες επιλογές υπηρετούν την κοινωνία και ότι η κρατική ισχύς δεν λειτουργεί ως μέσο εμπορικής προώθησης ορισμένων επιχειρηματικών κύκλων;
Η παρουσία επιχειρηματιών και εφοπλιστών σε διπλωματικές εκδηλώσεις είναι κάτι το σύνηθες. Η αμερικανική πρεσβεία προσκάλεσε στο δείπνο προς τιμήν του Μάρκο Ρούμπιο, 32 περίπου παράγοντες οικονομικούς και θεσμικούς. Η συμμετοχή των οικονομικών παραγόντων προφανώς και δεν τεκμηριώνει παράτυπη συναλλαγή. Η επιχειρηματική δραστηριότητα και η οικονομική διπλωματία είναι θεμιτές.
Η ηθική νομιμοποίηση όμως της όποιας ενδεχόμενης προνομιακής μεταχείρισης, ξεπερνά τα όριά τους. Όταν η πρόσβαση στην εξουσία εμφανίζεται ως φυσικό δικαίωμα μιας στενής οικονομικής ελίτ και οι επιδιώξεις της παρουσιάζονται ανεξέταστα ως εθνική στρατηγική, υποβαθμίζονται η ισοτιμία, η διαφάνεια και η δημόσια λογοδοσία.
Η πολιτική ευθύνη υπάρχει ακόμη και όταν δεν έχει αποδειχθεί παράνομη πράξη.
Υπενθυμίζει την ανάγκη να διακρίνεται το δημόσιο συμφέρον από τις επιδιώξεις ισχυρών επιχειρηματικών κύκλων
Η κυβέρνηση λοιπόν οφείλει να αποκρούει αυτή τη σύγχυση. Οφείλει να αποδεικνύει ποιο δημόσιο όφελος παράγεται, με ποιους όρους ανταγωνισμού και με ποια κατανομή κινδύνων. Η συχνή προβολή ισχυρών επιχειρηματιών ως αυτονόητων συνομιλητών της διπλωματικής εξουσίας δεν αποτελεί πράγματι, από μόνη της, τεκμήριο παρατυπίας. Μπορεί, όμως, να κανονικοποιεί την αντίληψη ότι η εξωτερική πολιτική διαμορφώνεται σε κύκλους προνομιακών προσβάσεων, μακριά από τον δημόσιο έλεγχο.
Ο Κάθετος Διάδρομος προσφέρει ένα χαρακτηριστικό πεδίο αυτής της συζήτησης. Οι διατυπωμένες επιφυλάξεις μας για τη λειτουργικότητά του δεν εξαντλούν το σημερινό ερώτημα. Το σχέδιο φαίνεται να αποκτά εμπορική και πολιτική δυναμική. Η εικοσαετής συμφωνία της Atlantic-SEE LNG Trade, της AKTOR και της ΔΕΠΑ Εμπορίας, με τη Venture Global για αμερικανικό LNG από το 2030 δείχνει τη διάρκεια των δεσμεύσεων που αναλαμβάνονται.
Η ανάπτυξή του χρειάζεται να αξιολογηθεί με όρους ευρωπαϊκής ενεργειακής ασφάλειας, ανταγωνισμού και κοινωνικού οφέλους. Όταν η Ελλάδα διευκολύνει την προώθηση αμερικανικών προμηθειών στα Βαλκάνια υπό διπλωματική πίεση, κινδυνεύει να γίνει ή να φανεί ότι αποτελεί δίαυλο εξωτερικής επιρροής των ΗΠΑ προς την Ευρώπη. Η διαφοροποίηση του εφοδιασμού έχει αξία όταν διευρύνει τις επιλογές και την αυτονομία. Τα κέρδη ορισμένων ελληνικών επιχειρήσεων δεν αρκούν για να αποδείξουν ότι αυτή η προϋπόθεση εκπληρώνεται.
Δεν υπάρχει τεκμηριωμένη συναλλαγή που να συνδέει το LNG με τη σιωπή για το ΔΠΔ. Υπάρχει, όμως, ένα κοινό πολιτικό ερώτημα: πόσο ανεξάρτητη κρίση διατηρεί μια κυβέρνηση που αποφεύγει να διαφωνήσει με τον ισχυρό σύμμαχο και ταυτόχρονα υιοθετεί ως εθνικές επιτυχίες επιχειρηματικές επιδιώξεις που εκείνος προωθεί;
Η υπεράσπιση του ΔΠΔ θα ήταν μια έμπρακτη δήλωση αυτονομίας και ευρωπαϊκής συνέπειας. Η κυβέρνηση έχει την ευθύνη να την κάνει. Η συμμαχική αξιοπιστία μιας χώρας περιλαμβάνει τη σταθερότητα των αρχών της. Όταν η Αθήνα τις αφήνει στη σκιά για να μη δυσαρεστήσει τον Τραμπ, το κόστος υπερβαίνει τη σημερινή συγκυρία: δεσμεύει τη θέση της Ελλάδας σε έναν κόσμο που μπορεί αύριο να έχει διαφορετικούς συσχετισμούς.
Η σιωπή, τότε, παύει να είναι διπλωματική προφύλαξη. Γίνεται πολιτική έκθεση της χώρας.
Πηγή: chlomoudisopinion.blogspot.com