«Οχυρωνόμαστε, καλλιεργούμε μικρούς ενθουσιασμούς, μοχθούμε να μετατρέψουμε τις γλυκές αυταπάτες σε πραγματικότητες. Προβάλλομε μικρές αντιστάσεις στο προφανές, στις ευκολίες, στους συρμούς, στην εσωτερική κόπωση, στην απογοήτευση, στην πραγματικότητα. Ίσως δεν κάνουμε τίποτε άλλο από το να ακολουθούμε τη βαθύτερη μας φύση. Αλλά και γι αυτό απαιτείται μια κάποια προσπάθεια. Ο Chardin είχε πει ότι η ζωγραφική είναι ένα νησί του οποίου εκείνος περιέπλευσε μόνο τις ακτές. Όταν διατύπωσε αυτόν το συλλογισμό, το επάγγελμα του ζωγράφου διατηρούσε ακόμη την αξιοπιστία του» γράφει ο Αλέκος Λεβίδης σε κάποιο από τα δεκάδες σημειωματάρια του, τα πλήρη προσχεδίων, ημερολογιακών σημειώσεων, εντυπώσεων και στοχασμών. Και θα μπορούσε ίσως κάποιος να ξεκινήσει από αυτά τα σημειωματάρια χρησιμοποιώντας τα ως «κλειδί αποκρυπτογράφησης», της μετάβασης από την εμπειρία και την ιδέα στη ζωγραφική, τελική, απεικόνιση. Ωστόσο, όπως παρατηρεί ο Διονύσης Καψάλης «Σημειωματάριο και εργαστήριο στη ζωγραφική του Λεβίδη δεν συνάπτονται όπως ιδέα και εκτέλεση, προσχέδιο και έργο, σύλληψη και πραγμάτωση…Είναι οι δύο αναστρέψιμοι πόλοι ενός ζωγραφικού συνεχούς, ενός ενιαίου έργου που αναπτύσσεται μέσα στον χρόνο». Ποιου όμως χρόνου; Γιατί τα μεν σημειωματάρια είναι στιγμιαία, χρονολογημένα, παρελθοντικά, ενώ οι πίνακες εκτείνονται σε βάθος χρόνου: κάτι σαν τις «ακτές» του Chardin σε σχέση με τη «ζωγραφική ως νησί». Και αυτό το «νησί», οι πίνακες οι ίδιοι – όπως σημειώνει πάλι ο Καψάλης «είναι σημερινές εικόνες … όποιο κι αν είναι το ιστορικό φορτίο τους, δεν γέρνουν νοσταλγικά προς το παρελθόν αλλά αναπαύονται στην ιστορικότητα τους, όπως περίπου ένα καβαφικό ποίημα στη δική του, την πραγματική και σχεδόν επινοημένη». Ή, όπως επισημαίνει ο Ευγένιος Ματθιόπουλος «ο ζωγραφικός κόσμος του Λεβίδη, οριακά υπερβατικός σε κάποια έργα, ξετυλίγεται με ελεύθερους συνειρμούς στο χρόνο και το χώρο, σε τόπους και καιρούς, άλλοτε πραγματικούς, ιστορικούς και συγκεκριμένους, άλλοτε ονειρικούς και αόριστους, συμβολικούς και ατμοσφαιρικούς, πριν αναδιπλωθεί σε καλειδοσκοπικές συνθέσεις».
Κάποτε, όταν πείσθηκε επιτέλους ο Balthus από τον John Russell να του οργανώσει μια αναδρομική έκθεση στην Tate Gallery του ζήτησε και κάποιο βιογραφικό σημείωμα για να περιληφθεί στον κατάλογο. Η απάντηση του ζωγράφου, ήταν «Ο Balthus είναι κάποιος για τον οποίο δεν γνωρίζουμε τίποτα. Ας δούμε τώρα τους πίνακες».
Ο Αλέκος Λεβίδης, από την πλευρά του, ανοίγεται στον θεατή των έργων του: «Θυμάμαι τον εαυτό μου, μικρό παιδί στις πρώτες τάξεις του δημοτικού, να περνάω πολλές απογευματινές ώρες κλεισμένος στο δωμάτιο μου παίζοντας και ζωγραφίζοντας … Ζωγραφική δεν σπούδασα συστηματικά … Δεν θυμάμαι να σταμάτησα ποτέ να ζωγραφίζω … Από το 1982 που πραγματοποιήθηκε η πρώτη μου έκθεση μέχρι σήμερα, ζωγραφίζω συστηματικά και εκθέτω όταν αισθάνομαι όταν αισθάνομαι ότι η δουλειά μου έχει πάει ένα βήμα παραπέρα. Σε αυτή την έκθεση, την πρώτη αναδρομική που υλοποιώ, επιχειρείται μια “επίσκεψη” σε ολόκληρη τη ζωγραφική μου πορεία … Διατρέχοντας την αλληλουχία των έργων μου όπως παρουσιάζονται, διαπιστώνω για μια ακόμη φορά ότι ο 20ος αιώνας, που είναι η “εποχή” της δικής μου οικογένειας και της δικής μου ζωής, αναδύεται έντονα μέσα από τη ζωγραφική μου και τη συνοδεύει … Στη σύνθετη και δυσοίωνη σημερινή συγκυρία λοιπόν, εκθέτω αυτό το, για μένα, ιδιαίτερα σοβαρό δια βίου παιχνίδι, ελπίζοντας ότι θα μοιραστούμε ένα μέρος της απόλαυσης που μου έχει προσφέρει διαχρονικά».
Ας δούμε -όμως- τώρα τους πίνακες:
ΑΛΕΚΟΣ ΛΕΒΙΔΗΣ -Ζωγραφική 1961 – 2026. Δια βίου παιχνίδι.
Από σήμερα στο Μουσείο Μπενάκη (The Benaki Museum) με επιμέλεια του ίδιου του ζωγράφου και της Μαρίκας Ρόμπου-Λεβίδη.
(Τα αποσπάσματα από τα κείμενα του Διονύση Καψάλη, του Ευγένιου Ματθιόπουλου και του Αλεκου Λεβίδη προέρχονται από τον εξαιρετικό κατάλογο που συνοδεύει την έκθεση σε συνέκδοση των Εκδόσεων Άγρα (Εκδόσεις Άγρα) και της Ακαδημίας Αθηνών)
“Δίκη”