*Η Ελλάδα που εμπνέει τον κόσμο, αλλά αδυνατεί να αξιοποιήσει την ιστορική της κληρονομιά.
** Όταν το παρελθόν λάμπει και το παρόν σκιάζεται.
***Η ομιλία του Ρούμπιο στην Πνύκα και οι αντιφάσεις της σύγχρονης Ελλάδας.
&.«Οι Έλληνες δεν διαμόρφωσαν απλώς την ιστορία. Οι Έλληνες μας χάρισαν την ίδια την ιστορία…»/«Η ιστορία της Ελλάδας μάς αποκαλύπτει μια εικόνα του ίδιου μας του εαυτού…» (Ρούμπιο).
Υπάρχουν στιγμές που το παρελθόν μιας χώρας φωτίζει εκτυφλωτικά το παρόν της, όχι μόνο για να αναδείξει το μεγαλείο του, αλλά και για να αποκαλύψει τις αντιφάσεις του. Ο λόγος του Μάρκο Ρούμπιο στην Πνύκα ήταν μία τέτοια στιγμή. Ανάμεσα στην ιστορική μνήμη και στη σύγχρονη πραγματικότητα ανοίγεται ένα χάσμα που δεν επιτρέπεται να αγνοούμε.
Ο Σι Τζινπίνγκ μίλησε, στο γεύμα με τον Τραμπ, για την «Παγίδα του Θουκυδίδη». Ο Τραμπ επισήμανε στο ίδιο γεύμα πως οι ΗΠΑ ανάγουν τις πολιτιστικές καταβολές τους στην αρχαία Αθήνα και τη Σπάρτη. Και ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, στην Πνύκα, έπλεξε το εγκώμιο της αρχαίας Ελλάδας με λόγια «ζεστά», που υπερβαίνουν μια απλή εθιμοτυπική επίσκεψη ξένου υπουργού στη χώρα μας.
Να θεωρήσουμε πως η Ελλάδα περνά καλό φεγγάρι; Πως η πολιτική της νυν κυβέρνησης εκτιμάται θετικά από τους ξένους; Ή μήπως ζούμε ως χώρα από το παρελθόν μας, από ένα ιστορικό κεφάλαιο που εξακολουθεί να εμπνέει τον κόσμο, ενώ εμείς δυσκολευόμαστε να αξιοποιήσουμε δημιουργικά τα διδάγματά του;
Αν οι συχνές δηλώσεις ξένων ηγετών και αξιωματούχων ενισχύουν την τρίτη άποψη, τότε προκύπτει ένα κρίσιμο ερώτημα: Η Ελλάδα πώς εκμεταλλεύεται το «ένδοξο παρελθόν» της; Πώς το διδάσκεται και πώς το μετουσιώνει σε τρόπο ζωής, σε θεσμούς, σε πολιτική διαπαιδαγώγηση και, κυρίως, σε βίωμα ενός εθνικού οράματος;
Γιατί η ιστορία δεν αποτελεί απλώς ένα πολύτιμο απόθεμα μνήμης ούτε ένα εύχρηστο εργαλείο εθνικής αυτοεπιβεβαίωσης. Είναι, πρωτίστως, ευθύνη απέναντι στο παρόν και υποχρέωση προς το μέλλον.
Χθες – Σήμερα – Αύριο. Τρεις χρονικές βαθμίδες που θα έπρεπε να συνδέονται οργανικά, συγκροτώντας μια αδιάσπαστη αλυσίδα ιστορικής συνέχειας. Το Χθες να προσφέρει τη γνώση και την αυτογνωσία, το Σήμερα να μετατρέπει αυτή τη γνώση σε πράξη και το Αύριο να αποτελεί τον ορίζοντα ενός συλλογικού οράματος.
Όταν, όμως, το Χθες εξυμνείται, το Σήμερα απογοητεύει και το Αύριο παραμένει ασαφές, τότε η ιστορική συνέχεια διακόπτεται και στη θέση της εγκαθίσταται μια οδυνηρή ιστορική δυσαρμονία.
Οι πνευματικές δυνάμεις – αλήθεια, υπάρχουν ακόμη τέτοιες στη χώρα μας– οι πολιτικοί ταγοί ως θεσμική έκφραση και οι νέοι, με ποιον τρόπο διαπαιδαγωγούν τον λαό κάτω από το βάρος ενός τέτοιου παρελθόντος, που συχνά τελευταία εξυμνούν και μας το θυμίζουν οι ξένοι;
Ποια σχέση διαμορφώνουμε με τις αξίες της δημοκρατίας, της ελευθερίας, της κριτικής σκέψης και του μέτρου, που συνδέονται με την ελληνική πνευματική παράδοση; Και πόσο αυτές οι αξίες καθορίζουν πραγματικά τη λειτουργία των θεσμών και τη συμπεριφορά εκείνων που διαχειρίζονται την εξουσία;
Η αντίφαση γίνεται ακόμη πιο επώδυνη όταν αντιπαραβάλλουμε την εικόνα της Ελλάδας στα μάτια των ξένων με τη δική μας καθημερινότητα. Από τη μια, ο θαυμασμός για την αρχαία σκέψη, τη δημοκρατία, τη φιλοσοφία και την πολιτιστική παρακαταθήκη μας.
Από την άλλη, τα σκάνδαλα που τραυματίζουν την εμπιστοσύνη στους θεσμούς, τα περιστατικά κοινωνικής βίας που φανερώνουν κρίση αξιών και οι συμπεριφορές πολιτικών προσώπων που υποκαθιστούν τον ουσιαστικό λόγο με την επικοινωνιακή προβολή και την ευθύνη με την αυτοδικαίωση. Μια δημόσια ζωή που συχνά αναλώνεται στη διαχείριση της επικαιρότητας, αδυνατώντας να αρθρώσει έναν πειστικό λόγο για το μέλλον.
Αυτή είναι η δική μας μιζέρια: Nα διαθέτουμε μια ιστορία που εμπνέει τον κόσμο και να αδυνατούμε να την αξιοποιήσουμε ως δημιουργική δύναμη για την ανανέωση της κοινωνίας μας. Να επικαλούμαστε τους αρχαίους προγόνους, χωρίς να αναρωτιόμαστε αν η πολιτική μας συμπεριφορά ανταποκρίνεται στις αξίες που εκείνοι ανέδειξαν. Να καμαρώνουμε για τη δημοκρατία της Αθήνας, αλλά να μην αγωνιζόμαστε με την ίδια ένταση για την ποιότητα της σημερινής δημοκρατίας. Να επικαλούμαστε τον Θουκυδίδη, χωρίς να αναζητούμε στην ιστορική του σκέψη τα δύσκολα μαθήματα για την εξουσία, τον φόβο, τη φιλοδοξία και την ανθρώπινη φύση.
Η ιστορία, βέβαια, δεν αποτελεί ιδιοκτησία κανενός λαού ούτε εξασφαλίζει αυτομάτως ένα λαμπρό παρόν. Το παρελθόν αποκτά πραγματική αξία όταν μετατρέπεται σε γνώση, κριτική συνείδηση και δημιουργική πράξη. Διαφορετικά, κινδυνεύει να γίνει ένα μεγαλοπρεπές σκηνικό πίσω από το οποίο κρύβονται οι αδυναμίες του παρόντος.
Αυτή η ιστορική δυσαρμονία Παρελθόντος και Παρόντος, μαζί με την απουσία ενός πειστικού εθνικού οράματος, είναι κάτι που μας πληγώνει. Δεν αρκεί να μας θαυμάζουν οι ξένοι για όσα υπήρξαμε. Χρειάζεται να δημιουργήσουμε λόγους για να μας εκτιμούν για όσα είμαστε και για όσα μπορούμε να γίνουμε.
Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι να απομακρυνθούμε από το ένδοξο Χθες, αλλά να το καταστήσουμε γόνιμη αφετηρία για το Σήμερα και συνειδητή πυξίδα για το Αύριο. Να περάσουμε από την εθνική υπερηφάνεια της ιστορικής μνήμης στην εθνική ευθύνη της καθημερινής πράξης. Γιατί η μεγαλύτερη τιμή προς την ελληνική ιστορία δεν είναι να την υμνούμε με λόγια, αλλά να αποδεικνύουμε με έργα ότι οι αξίες της εξακολουθούν να ζουν.
Το Χθες μάς κληροδότησε μια μεγάλη παρακαταθήκη. Το Σήμερα μάς θέτει ενώπιον των ευθυνών μας. Το Αύριο θα κρίνει αν σταθήκαμε αντάξιοί της.
Πώς μπορεί, όμως, κάποιος να μην αισθάνεται απογοήτευση και μελαγχολία όταν από τη μία πλευρά βλέπει τον Ρούμπιο, με το στοχαστικό ή απλανές, για άλλους, βλέμμα, με φόντο τον ιερό βράχο της Ακρόπολης, να μιλά για τους Σαλαμινομάχους, τη διαχρονικότητα της αρχιτεκτονικής του Παρθενώνα με τους απότοκους συμβολισμούς, τη φιλοσοφική σκέψη των Πλάτωνα και Αριστοτέλη και, φυσικά, την Πνύκα, όπου ανθοφόρησε και ευδοκίμησε η Δημοκρατία (Περικλής), κι από την άλλη πλευρά να βλέπει τα πρωινάδικα, όπου κυριαρχούν το όνειδος της Καρνεάδου (θάνατος Μαζωνάκη), η οικονομική διένεξη Καρβέλα-Βίσση και, τελευταία, οι οικονομικές ατασθαλίες αρχηγού κόμματος-σφραγίδα;
Η αντίθεση αυτή δεν είναι απλώς αισθητική ή τηλεοπτική. Είναι βαθύτερα πολιτισμική. Από τη μία, ένας τόπος που γέννησε ιδέες, θεσμούς και πνευματικά επιτεύγματα με παγκόσμια ακτινοβολία· από την άλλη, μια καθημερινότητα όπου η δημόσια συζήτηση συχνά εξαντλείται στην προβολή του ασήμαντου, στην κατανάλωση της ιδιωτικής ζωής και στην πολιτική μικρότητα.
Το πρόβλημα, φυσικά, δεν είναι ότι υπάρχουν ανάλαφρες εκπομπές ή ζητήματα της καθημερινότητας, αλλά ότι αυτά διεκδικούν δυσανάλογο χώρο, την ώρα που η παιδεία, η ιστορική συνείδηση και ο ουσιαστικός δημόσιος διάλογος υποχωρούν.
Και μην πει κάποιος πως αυτά ζητούν οι Έλληνες τηλεθεατές... Ζητούν αυτά που τους έμαθαν-επέβαλαν να θέλουν να βλέπουν.
Από την άλλη πλευρά, μοιάζει ακατανόητη η δυσαρέσκεια κάποιων κύκλων για τον λόγο του Ρούμπιο, λες και μας πρόσβαλε ως λαό και χώρα. Αντί τα λόγια του να μας γεμίσουν υπερηφάνεια για όσα θετικά είπε για την αρχαία Ελλάδα και να μας προβληματίσουν για τη δική μας άγνοια ή αδιαφορία απέναντι στο ένδοξο παρελθόν μας και στη σύγχρονη μιζέρια μας, αναλωνόμαστε σε δευτερεύοντα θέματα.
Βεβαίως, η κριτική αποτίμηση ενός πολιτικού λόγου είναι θεμιτή και αναγκαία. Ο Ρούμπιο δεν μίλησε ως ουδέτερος ιστορικός ούτε ως εκπρόσωπος της ελληνικής πολιτείας, αλλά ως υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, μέσα σε ένα συγκεκριμένο διπλωματικό και γεωπολιτικό πλαίσιο. Αυτό, όμως, δεν ακυρώνει αυτομάτως την αξία των ιστορικών αναφορών του.
Μπορούμε, δηλαδή να εξετάζουμε τα κίνητρα, τις σκοπιμότητες και τις πολιτικές προεκτάσεις μιας ομιλίας, χωρίς να απορρίπτουμε όσα ουσιαστικά μας υπενθυμίζει για την ιστορική κληρονομιά μας.
Λένε πως καλά ήταν τα λόγια για την αρχαία Ελλάδα, αλλά τι ανταλλάγματα πήρε; Ξεχνάμε πως είναι υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ και όχι της Ελλάδας. Εμείς μάθαμε τι ζητήσαμε;
Το ερώτημα για τα ανταλλάγματα δεν είναι από μόνο του παράλογο. Η εξωτερική πολιτική δεν λειτουργεί με όρους φιλοφρονήσεων, αλλά με βάση συμφέροντα, συμμαχίες και διαπραγματεύσεις.
Ωστόσο, άλλο πράγμα η διερεύνηση των πραγματικών διπλωματικών ανταλλαγμάτων και άλλο η εκ των προτέρων καχυποψία απέναντι σε κάθε θετική αναφορά στην Ελλάδα. Για να κρίνουμε με επάρκεια, χρειαζόμαστε συγκεκριμένα στοιχεία: Tι επιδιώχθηκε, τι συζητήθηκε και ποια αποτελέσματα προέκυψαν.
Κάπως έτσι πορεύεται η Ελλάδα μέσα στη γκρίνια, στην καχυποψία και στην άγνοια του παρελθόντος μας και ξαφνιαζόμαστε όταν οι ξένοι μάς θυμίζουν την «Παγίδα του Θουκυδίδη» (ΣΙ) και το κλέος της αρχαίας Αθήνας και Σπάρτης (ΤΡΑΜΠ).
Δεν είναι, λοιπόν, μόνο ο Παρθενώνας, η Δημοκρατία, ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης, ο Πλούταρχος που μαρτυρούν τη διαχρονικότητα του ελληνικού πνεύματος. Είναι και η ικανότητα των μύθων και των τραγωδιών μας να συνομιλούν με κάθε εποχή, να γεννούν νέα ερωτήματα και να εμπνέουν νέες ερμηνείες. Η πολιτισμική κληρονομιά δεν είναι μουσειακό έκθεμα ούτε επετειακή διακόσμηση, αλλά είναι μια ζωντανή δυνατότητα σκέψης, εφόσον εξακολουθούμε να τη μελετούμε και να την αξιοποιούμε δημιουργικά.
Η πραγματική τιμή προς την αρχαία Ελλάδα δεν εξαντλείται στην υπερηφάνεια όταν οι ξένοι επαινούν το παρελθόν μας ούτε στην καχυποψία όταν το εντάσσουν στα δικά τους συμφέροντα. Κρίνεται κυρίως από τη δική μας ικανότητα να μετατρέπουμε την ιστορική μνήμη σε παιδεία, δημοκρατική ευθύνη και πολιτισμική δημιουργία.
Διαφορετικά, η Ακρόπολη θα φωτίζει τον κόσμο, ενώ εμείς θα εξακολουθούμε να σκοντάφτουμε στη σκιά της.
«Υπάρχουν σπουδαία αρχαία μνημεία σε όλο τον κόσμο. Σε πολλές περιπτώσεις, πρόκειται για μέρη όπου η ιστορία μοιάζει να έχει εξαντληθεί: απομεινάρια μακρινών πολιτισμών που έχουν προ πολλού σβήσει από τη ζωντανή μνήμη.
Όμως η Ακρόπολη είναι διαφορετική.
Εδώ και χιλιάδες χρόνια, ο πολιτισμός που δημιούργησε το μνημείο που υψώνεται πίσω μου αιχμαλωτίζει τη φαντασία του δυτικού κόσμου. Γενιές πολιτικών, καλλιτεχνών και φιλοσόφων έχουν στρέψει το βλέμμα τους σε αυτό – με θαυμασμό και δέος» (Ρούμπιο).