«Νόμπελ» Οικονομίας 2026

Δημήτριος Καρκαμάνης 13 Οκτ 2026

Το Βραβείο Οικονομίας της Σουηδικής Κεντρικής Τράπεζας στη μνήμη του Άλφρεντ Νόμπελ απονεμήθηκε σήμερα στους Αμερικανούς Robert E. Hall (Stanford) και Michael Woodford (Columbia), «για τα μικροοικονομικά θεμέλια της μακροοικονομικής σταθεροποίησης».

Το πρόβλημα που έλυσαν είναι κλασικό. Τα μεταπολεμικά μοντέλα στηρίζονταν σε σταθερές στατιστικές σχέσεις, όπως η καμπύλη Phillips. Οι πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του 1970 τις διέλυσαν, και η κριτική του Lucas έδειξε ότι ένα μοντέλο που αλλάζει όταν αλλάζει η πολιτική δεν μπορεί να τη σχεδιάσει. Χρειαζόταν πλαίσιο χτισμένο στις αποφάσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων που κοιτάζουν μπροστά.

Ο Hall έδειξε το 1978 ότι, αν τα νοικοκυριά καταναλώνουν με βάση το αναμενόμενο εισόδημα ζωής, οι μεταβολές της κατανάλωσης δεν μπορούν να προβλεφθούν, και τα δεδομένα των ΗΠΑ το επιβεβαίωσαν σε μεγάλο βαθμό. Με τον Mishkin (1982) βρήκε ότι περίπου το 80% των νοικοκυριών συμπεριφέρεται έτσι, ενώ οι υπόλοιποι ζουν «από το χέρι στο στόμα». Η διάκριση αυτή καθορίζει σε ποιον φτάνει πραγματικά ένα δημοσιονομικό μέτρο.

Ο Woodford ενέταξε αυτά τα νοικοκυριά σε ένα μοντέλο με επιχειρήσεις που δεν αλλάζουν τιμές καθημερινά και με κεντρική τράπεζα που ακολουθεί κανόνα επιτοκίου. Το αποτέλεσμα, το νεοκεϊνσιανό μοντέλο (Interest and Prices, 2003), αποτελεί σήμερα εργαλείο των κεντρικών τραπεζών και των υπουργείων οικονομικών. Το επιτόκιο αντικατέστησε την προσφορά χρήματος ως βασικό όργανο πολιτικής. Επίσης, η επικοινωνία της κεντρικής τράπεζας έγινε μέσο πολιτικής (forward guidance), αφού οι προσδοκίες για τα μελλοντικά επιτόκια επηρεάζουν την οικονομία από σήμερα.

Τα αποτελέσματα είναι ενδεικτικά. Ο πληθωρισμός στις ΗΠΑ ξεπέρασε το 5% για 114 μήνες στη δεκαετία 1973–82, αλλά μόνο για 21 μήνες στο επεισόδιο 2021–23. Η σύγκριση δεν αποδεικνύει αιτιότητα, αφού τα σοκ διέφεραν και η ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών έπαιξε ρόλο. Η ίδια η Ακαδημία αναγνωρίζει ανοιχτά ζητήματα: το «παράδοξο» του forward guidance, την ευθραυστότητα της αγκύρωσης των προσδοκιών και το ότι το μοντέλο αφορά τη διαχείριση σοκ, όχι την πρόληψη χρηματοπιστωτικών κρίσεων όπως του 2008.

Το συμπέρασμα για την οικονομική πολιτική είναι ότι δεν αρκεί να αναρωτιόμαστε τι κάνει μια κυβέρνηση ή μια κεντρική τράπεζα. Πρέπει να αναρωτιόμαστε και τι πιστεύουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις ότι θα κάνει στη συνέχεια.