Ο Κάθετος Διάδρομος μετά τη Γκιλφόιλ: Ευρωπαϊκή στρατηγική ή αμερικανική ενεργειακή εξάρτηση;

Κώστας Χλωμούδης 16 Οκτ 2026

Η αποχώρηση της Αμερικανίδας πρέσβειρας, οι αμφιβολίες για την οικονομική βιωσιμότητα των συμφωνιών LNG και η ανάγκη δημόσιας λογοδοσίας για την ελληνική ενεργειακή στρατηγική.

Μια ευρωπαϊκή ευκαιρία που κινδυνεύει να υπονομευθεί

Σε προηγούμενη παρέμβασή μας (στην αρχή αυτής της χρονιάς) είχαμε διατυπώσει σκέψεις επιφύλαξης για τον τρόπο με τον οποίο προωθούνταν ο λεγόμενος “Κάθετος Διάδρομος” φυσικού αερίου. Είχαμε επισημάνει τον κίνδυνο να ταυτιστεί ένα δυνητικά σημαντικό ευρωπαϊκό ενεργειακό εγχείρημα με τις γεωπολιτικές επιδιώξεις των Ηνωμένων Πολιτειών και τα εμπορικά συμφέροντα συγκεκριμένων επιχειρηματικών ομίλων. Είχαμε ακόμη υποστηρίξει ότι η ανάδειξη της Ελλάδας σε ενεργειακό κόμβο δεν μπορεί να αποτελεί απλώς επικοινωνιακή διακήρυξη, ούτε να εξαρτάται από την προνομιακή και ενδεχόμενα αποκλειστική διακίνηση αμερικανικού υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG). Προϋποθέτει ανταγωνιστικές υποδομές, πολλαπλές πηγές εφοδιασμού, πραγματική εμπορική ζήτηση και σαφώς προσδιορισμένο όφελος για την ελληνική οικονομία και την ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια.

Οφείλουμε, ωστόσο, να επαναλάβουμε με μεγαλύτερη σαφήνεια και τη δεύτερη πλευρά εκείνης της επιχειρηματολογίας μας. Ο Κάθετος Διάδρομος αποτελεί, ως ευρωπαϊκός σχεδιασμός ενεργειακής διασύνδεσης και διαφοροποίησης των πηγών εφοδιασμού, μια ορθή στρατηγική επιλογή. Η αξιοποίηση της γεωγραφικής θέσης της Ελλάδας και των υφιστάμενων και νέων ενεργειακών υποδομών της μπορεί να συμβάλει στην ενεργειακή ασφάλεια της Νοτιοανατολικής και Ανατολικής Ευρώπης, στον περιορισμό ιστορικών εξαρτήσεων και στην ενίσχυση της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας. Ακριβώς αυτή η προοπτική κινδύνευσε να υπονομευθεί από την έντονη αμερικανική παρέμβαση, η οποία, με την ανοχή αλλά και την ενεργό πολιτική συμμετοχή της ελληνικής κυβέρνησης, επιχείρησε να προσδώσει στο εγχείρημα έναν κυρίαρχα αμερικανικό εμπορικό προσανατολισμό. Η προοπτική της διαφοροποίησης των πηγών κινδύνευσε έτσι να περιοριστεί στην υποκατάσταση της ρωσικής εξάρτησης από μια νέα, με επίκεντρο το αμερικανικό LNG.

Οι τελευταίες εξελίξεις επαναφέρουν αυτά τα ζητήματα με ιδιαίτερη ένταση. Και κυρίως μας υποχρεώνουν να εξετάσουμε όχι μόνο τις διπλωματικές παρεμβάσεις αλλά και την πραγματική οικονομική βιωσιμότητα του εγχειρήματος.

Η αποχώρηση της Γκιλφόιλ και τα όρια της διπλωματίας των συμφωνιών

Η παραίτηση της Κίμπερλι Γκιλφόιλ από τη θέση της Αμερικανίδας πρέσβειρας στην Ελλάδα, ύστερα από αίτημα του Λευκού Οίκου και σειρά αποκαλύψεων της Wall Street Journal, δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη επεισόδιο της αμερικανικής πολιτικής επικαιρότητας.

Οι δημοσιογραφικές αποκαλύψεις για πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων, για τη σχέση διπλωματικών πρωτοβουλιών με συγκεκριμένα επιχειρηματικά συμφέροντα και για καταγγελλόμενες προσωπικές οικονομικές συναλλαγές, τις οποίες η ίδια αρνείται, εγείρουν σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο άσκησης της αμερικανικής οικονομικής διπλωματίας.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη χώρα μας παρουσιάζουν οι αποκαλύψεις σχετικά με την προώθηση του ομίλου AKTOR και της κοινοπραξίας Atlantic SEE LNG Trade, στην οποία συμμετέχει και η ΔΕΠΑ Εμπορίας.

Το ζήτημα, βεβαίως, δεν είναι η νομιμότητα της επιχειρηματικής δραστηριότητας ούτε η θεμιτή προσπάθεια μιας εταιρείας να διευρύνει τις αγορές της. Είναι τα ενδεχόμενα όρια που παραβιάζονται όταν η διπλωματική ισχύς μιας μεγάλης χώρας αξιοποιείται για την προώθηση επιλεκτικών επιχειρηματικών συμφερόντων.

Η ελληνική κυβέρνηση υποδέχθηκε και ανέδειξε πολιτικά τη δραστηριότητα της Αμερικανίδας πρέσβειρας, συνδέοντας τις σχετικές πρωτοβουλίες με το αφήγημα της ενεργειακής αναβάθμισης της χώρας. Δεν κατέστη, όμως, εξίσου ορατή μια αυτοτελής ελληνική στρατηγική που να διακρίνει την ευρωπαϊκή χρησιμότητα του Διαδρόμου από τους ιδιαίτερους εμπορικούς στόχους της Ουάσιγκτον.

Οι εξελίξεις θέτουν επομένως ένα ουσιώδες πολιτικό ερώτημα: μέχρι ποιο σημείο οι ελληνικές κυβερνητικές επιλογές διαμορφώθηκαν με γνώμονα μια συνολική ευρωπαϊκή ενεργειακή στρατηγική και μέχρι ποιο σημείο προσαρμόστηκαν στις επιδιώξεις της αμερικανικής διοίκησης και συγκεκριμένων οικονομικών φορέων;

Δεν πρόκειται για ερώτημα που μπορεί να απαντηθεί με επικοινωνιακές διαβεβαιώσεις. Απαιτεί τεκμηρίωση, διαφάνεια και θεσμικό έλεγχο.

Από τα μνημόνια στην πραγματική οικονομία

Οι πρόσφατες πληροφορίες για την πορεία των συμφωνιών που προωθήθηκαν στο πλαίσιο του Κάθετου Διαδρόμου είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικές.

Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, η Αλβανία εκφράζει επιφυλάξεις για την οικονομική βιωσιμότητα σχετικής συμφωνίας και αναμένει μελέτη σκοπιμότητας. Η ουκρανική Naftogaz γνωστοποίησε ότι έχει διακόψει συγκεκριμένες διαπραγματεύσεις, ενώ η ρουμανική Transgaz ανέφερε ότι μνημόνιο συνεργασίας που είχε υπογράψει έχει λήξει.

Από την πλευρά της, η AKTOR υποστηρίζει ότι η συμφωνία με την Αλβανία είναι δεσμευτική και ότι οι συνομιλίες με άλλους δυνητικούς αγοραστές μπορούν να συνεχιστούν.

Δεν τεκμηριώνεται συνεπώς η κατάρρευση του Κάθετου Διαδρόμου. Τεκμηριώνεται, όμως, η απόσταση ανάμεσα στις πολιτικές εξαγγελίες, στα μνημόνια προθέσεων και στις δεσμευτικές εμπορικές συμφωνίες.

Η διάκριση είναι καθοριστική.

Μια διεθνής ενεργειακή διασύνδεση δεν αποκτά οικονομική βιωσιμότητα επειδή υπογράφονται μνημόνια παρουσία κυβερνητικών αξιωματούχων και πρεσβευτών. Αποκτά βιωσιμότητα όταν υπάρχουν πραγματικοί αγοραστές, ανταγωνιστικές τιμές, επαρκείς ποσότητες, αξιόπιστες συμβάσεις και δυνατότητα απόσβεσης των σχετικών επενδύσεων.

Οι αγορές ενέργειας έχουν τη δική τους οικονομική λογική, την οποία δεν μπορεί να υποκαταστήσει η γεωπολιτική επιθυμία.

Η ευρωπαϊκή φυσιογνωμία του Διαδρόμου

Εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μας, και η σημαντικότερη στρατηγική διάσταση.

Ο ευρωπαϊκός σχεδιασμός του Κάθετου Διαδρόμου δεν περιορίζεται στη μεταφορά αμερικανικού LNG.

Ο Οργανισμός Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ACER) αναγνωρίζει ρητά ότι η συγκεκριμένη πρωτοβουλία μπορεί να διευκολύνει την εισαγωγή επαναεριοποιημένου LNG από την Ελλάδα και την Τουρκία, καθώς και την αξιοποίηση φυσικού αερίου από την περιοχή της Κασπίας.

Αυτή είναι η ουσία μιας ευρωπαϊκής στρατηγικής διαφοροποίησης.

Η Ελλάδα μπορεί να αποτελέσει πύλη εισόδου αμερικανικού LNG, αλλά και φορτίων από άλλες διεθνείς αγορές. Παράλληλα, οι διασυνδέσεις της περιοχής μπορούν να συμβάλουν στην αξιοποίηση διαφορετικών οδεύσεων και πηγών προμήθειας.

Ο ανταγωνισμός μεταξύ προμηθευτών, η δυνατότητα εναλλακτικών επιλογών και η αποφυγή μονομερών εξαρτήσεων αποτελούν προϋποθέσεις ενεργειακής ασφάλειας.

Η απεξάρτηση της Ευρώπης από το ρωσικό φυσικό αέριο υπαγορεύτηκε από πραγματικές γεωπολιτικές ανάγκες. Δεν θα αποτελούσε όμως στρατηγική επιτυχία η αναπαραγωγή μιας αντίστοιχης εξάρτησης από έναν διαφορετικό, έστω και συμμαχικό, προμηθευτή.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν απολύτως κατανοητό οικονομικό ενδιαφέρον να επεκτείνουν τις εξαγωγές τους. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, όμως, δεν έχει υποχρέωση να ταυτίζει τη δική της ενεργειακή στρατηγική με τους εμπορικούς στόχους της αμερικανικής οικονομίας.

Η ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια δεν μετριέται από το ποσοστό συμμετοχής του αμερικανικού LNG στις εισαγωγές της. Μετριέται από τη δυνατότητα της Ευρώπης να επιλέγει προμηθευτές, οδεύσεις και ενεργειακές πολιτικές με όρους οικονομικής αποτελεσματικότητας, ασφάλειας και στρατηγικής αυτονομίας.

Η οικονομική βιωσιμότητα δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη

Η συζήτηση αυτή δεν πρέπει να αγνοεί τις πραγματικές δυνατότητες του έργου.

Οι δημοπρασίες δέσμευσης μεταφορικής δυναμικότητας του Ιουλίου 2026 κατέγραψαν κάποιο ενδιαφέρον εμπορικό ενδιαφέρον. Στο σημείο διασύνδεσης του Σιδηροκάστρου δεσμεύτηκε περίπου το 46% της προσφερόμενης δυναμικότητας για τα τέσσερα επόμενα έτη αερίου, μετά τη μείωση των σχετικών τελών.

Πρόκειται για θετική ένδειξη, η οποία επιβεβαιώνει ότι ο Διάδρομος δυνητικά μπορεί να διαθέτει εμπορική χρησιμότητα.

Δεν συνιστά, ωστόσο, απόδειξη μακροχρόνιας βιωσιμότητας όλων των διαδρομών, ούτε εγγύηση για τις εμπορικές συμφωνίες συγκεκριμένων επιχειρήσεων.

Το συνολικό κόστος του εισαγόμενου LNG διαμορφώνεται από την τιμή αγοράς, τα ναύλα, την επαναεριοποίηση, τα διαδοχικά τέλη μεταφοράς και τους επιχειρηματικούς κινδύνους. Κάθε πρόσθετη επιβάρυνση επηρεάζει την ανταγωνιστικότητά του στις αγορές προορισμού.

Ταυτόχρονα, η Ευρώπη επιδιώκει τη σταδιακή μείωση της κατανάλωσης ορυκτών καυσίμων, την ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών και την ενίσχυση της ενεργειακής αποδοτικότητας.

Συνεπώς, οι μακροχρόνιες συμβάσεις προμήθειας LNG, ιδίως εικοσαετούς διάρκειας, πρέπει να αξιολογούνται υπό το πρίσμα και της μελλοντικής συρρίκνωσης της ευρωπαϊκής ζήτησης φυσικού αερίου.

Ο κίνδυνος δημιουργίας υποδομών με περιορισμένη χρησιμοποίηση ή συμβάσεων που καθίστανται οικονομικά δυσμενείς δεν μπορεί να αγνοείται.

Η βιωσιμότητα του Κάθετου Διαδρόμου θα ενισχυθεί εφόσον προσελκύσει περισσότερους χρήστες, περισσότερους προμηθευτές και μεγαλύτερη εμπορική δραστηριότητα. Όχι εφόσον εξαρτηθεί από την επιτυχία ενός και μόνο προμηθευτικού προσανατολισμού.

Δημόσια λογοδοσία και ανεξάρτητη οικονομική αξιολόγηση: ένα αναγκαίο πολιτικό αίτημα

Οι πρόσφατες αποκαλύψεις και οι αβεβαιότητες γύρω από την εφαρμογή των συμφωνιών καθιστούν πλέον αναγκαία μια ουσιαστική πολιτική και θεσμική πρωτοβουλία.

Η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να παρουσιάσει, με σεβασμό στους κανόνες εμπορικής εμπιστευτικότητας αλλά και στις απαιτήσεις του δημοσίου συμφέροντος, τα πραγματικά δεδομένα του εγχειρήματος.

Η δημόσια λογοδοσία και η ανεξάρτητη οικονομική αξιολόγηση του Κάθετου Διαδρόμου πρέπει να αποτελέσουν συγκεκριμένο αίτημα πολιτικής διεκδίκησης.

Ειδικότερα, απαιτείται:

  1. Ανεξάρτητη οικονομική μελέτη βιωσιμότητας, με εναλλακτικά σενάρια τιμών, ζήτησης, προέλευσης του αερίου και χρησιμοποίησης των υποδομών. Η αξιολόγηση πρέπει να αφορά το σύνολο της διαδρομής και όχι επιλεκτικά τα οικονομικά αποτελέσματα μεμονωμένων επιχειρήσεων.
  2. Δημόσια αποσαφήνιση των συμφωνιών, με σαφή διάκριση μεταξύ μνημονίων πρόθεσης, δεσμευτικών συμβάσεων, συμφωνιών αγοράς και κρατήσεων μεταφορικής δυναμικότητας. Η υπογραφή ενός μνημονίου δεν πρέπει να εμφανίζεται ως ισοδύναμη με εξασφαλισμένες εξαγωγές.
  3. Διαφάνεια στη συμμετοχή της ΔΕΠΑ Εμπορίας και στην κατανομή των επιχειρηματικών κινδύνων. Πρέπει να καταστεί σαφές ποιες υποχρεώσεις αναλαμβάνουν οι ιδιωτικοί εταίροι, ποιες οι επιχειρήσεις με συμμετοχή του Δημοσίου και εάν υφίστανται άμεσες ή έμμεσες δημόσιες εγγυήσεις.
  4. Αξιολόγηση των μακροχρόνιων συμβάσεων, με βάση τις ευρωπαϊκές προβλέψεις για τη ζήτηση φυσικού αερίου, τις πολιτικές απανθρακοποίησης και τους κινδύνους νέας ενεργειακής εξάρτησης.
  5. Θεσμική διερεύνηση της σχέσης διπλωματικών παρεμβάσεων και επιχειρηματικών επιλογών, ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσον τηρήθηκαν οι κανόνες διαφάνειας, ισότιμης μεταχείρισης και προστασίας του δημόσιου συμφέροντος.

Στην πρωτοβουλία αυτή μπορούν να συμβάλουν η Βουλή, οι αρμόδιες ανεξάρτητες αρχές και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, στο πλαίσιο των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους.

Δεν πρόκειται για μια προσπάθεια παρεμπόδισης των επενδύσεων. Αντιθέτως, η ανεξάρτητη αξιολόγηση και η θεσμική διαφάνεια αποτελούν προϋποθέσεις για την προσέλκυση υγιών επενδύσεων και τη διασφάλιση της μακροχρόνιας λειτουργικότητάς τους.

Η πραγματική επιχειρηματικότητα δεν έχει ανάγκη από διπλωματικούς προστάτες. Έχει ανάγκη από σταθερούς κανόνες, διαφανείς αγορές και αξιόπιστες υποδομές.

Η ελληνική επιλογή πρέπει να είναι ευρωπαϊκή

Η γεωγραφική θέση της Ελλάδας, οι λιμενικές και ενεργειακές υποδομές της, η ναυτιλιακή της δραστηριότητα και οι διασυνδέσεις της με τις γειτονικές αγορές αποτελούν σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα.

Η αξιοποίησή τους δεν μπορεί να εξαρτάται από τη θητεία μιας Αμερικανίδας πρέσβειρας, από τη σχέση της με συγκεκριμένους επιχειρηματίες ή από τις βραχυπρόθεσμες επιλογές μιας αμερικανικής κυβέρνησης.

Ο Κάθετος Διάδρομος πρέπει να ενταχθεί σε μια ευρύτερη ευρωπαϊκή στρατηγική, η οποία θα συνδυάζει την ασφάλεια εφοδιασμού, τον ανταγωνισμό, τη διαφοροποίηση των πηγών και τη σταδιακή ενεργειακή μετάβαση.

Αυτό προϋποθέτει μια ελληνική εξωτερική και οικονομική πολιτική με αυτοτελή ευρωπαϊκό προσανατολισμό, ικανή να συνεργάζεται με τις Ηνωμένες Πολιτείες χωρίς να ταυτίζει τις αμερικανικές επιδιώξεις με το εθνικό συμφέρον.

Η παραίτηση της Γκιλφόιλ δεν ακυρώνει τη στρατηγική αξία του έργου. Αναδεικνύει, όμως, τους κινδύνους που δημιουργούνται όταν η λειτουργία και η εμπορική προοπτική του συνδέονται υπερβολικά με συγκεκριμένα πρόσωπα, πολιτικές παρεμβάσεις και προνομιακά επιχειρηματικά συμφέροντα.

Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι εάν ο Κάθετος Διάδρομος θα συνεχιστεί μετά τη Γκιλφόιλ.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν θα συνεχιστεί ως αυτό που μπορεί και πρέπει να είναι: μια ανοικτή ευρωπαϊκή ενεργειακή υποδομή, στην υπηρεσία πολλών προμηθευτών, πολλών χωρών και μιας ανταγωνιστικής αγοράς.

Αντί να εγκαταλειφθεί, χρειάζεται να αποδεσμευθεί από την πολιτική και εμπορική μονομέρεια που απείλησε τον αρχικό στρατηγικό του χαρακτήρα.

Και αυτή η αποδέσμευση πρέπει να αρχίσει με ένα αυτονόητο δημοκρατικό αίτημα: να γνωρίζουν οι πολίτες ποιοι αποφάσισαν, με ποια κριτήρια, ποιοι ωφελούνται και ποιοι αναλαμβάνουν το οικονομικό κόστος και τους κινδύνους.

Διότι το ζητούμενο δεν είναι να αντικαταστήσουμε μια ενεργειακή εξάρτηση με μια άλλη, ούτε να μετατρέψουμε την Ελλάδα σε διαμετακομιστή προνομιακών εμπορικών συμφερόντων.

Είναι να αξιοποιήσουμε μια πραγματική γεωοικονομική δυνατότητα προς όφελος της Ελλάδας, της ευρωπαϊκής οικονομίας και της ενεργειακής αυτονομίας της Ευρώπης.