Το «αύριο» δεν έχει παράταξη

Γιώργος Καλαφατάκης 15 Οκτ 2026

Κάθε φορά που μια μεγάλη κινητοποίηση γεμίζει τους δρόμους, αναπαράγεται σχεδόν 
αυτόματα ο ίδιος δημόσιος διάλογος. Από τη μία πλευρά προβάλλονται εικόνες πλήθους ως απόδειξη ότι «το αύριο» βρίσκεται στους δρόμους. Από την άλλη, ακούγεται πως το αύριο βρίσκεται αποκλειστικά στα εργαστήρια, στις επιχειρήσεις και στην παραγωγή, ενώ οι 
διαδηλώσεις εκπροσωπούν το χθες.
Πρόκειται για μια αντιπαράθεση που περισσότερο φωτίζει τις προκαταλήψεις μας παρά την πραγματικότητα. Και οι δύο πλευρές καταφεύγουν συχνά σε εύκολες ταμπέλες αντί για 
επιχειρήματα. Όμως μια κοινωνία που αδυνατεί να συζητήσει νηφάλια τις διαφωνίες της καταλήγει να πληρώνει οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό κόστος.
Η αντίθεση «εργαστήριο ή πανό» είναι, στην πραγματικότητα, ψευδής. Ο ερευνητής που εργάζεται ατελείωτες ώρες για να παράγει γνώση μπορεί ταυτόχρονα να διεκδικεί 
καλύτερη χρηματοδότηση της έρευνας. Ο τεχνίτης που επενδύει στην εξειδίκευσή του 
δικαιούται να ζητά αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας. Ο φοιτητής που συμμετέχει σε μια 
διαδήλωση μπορεί να είναι ο ίδιος που αύριο θα ιδρύσει μια καινοτόμο επιχείρηση ή θα στελεχώσει έναν δυναμικό οργανισμό.
Από την άλλη πλευρά, η μαζική συμμετοχή σε μια κινητοποίηση δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι κάθε αίτημα είναι ορθό ή εφαρμόσιμο. Δείχνει όμως ότι ένα ζήτημα απασχολεί 
σοβαρά ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας, και ως εκ τούτου, δεν μπορεί να αγνοηθεί. Η ορθότητα μιας πρότασης κρίνεται από τα δεδομένα, τις συνέπειές της και τη δυνατότητα εφαρμογής της, όχι μόνο από τον αριθμό όσων την υποστηρίζουν.
Το αύριο, λοιπόν, δεν ανήκει σε καμία παράταξη και σε καμία κοινωνική ομάδα. Ανήκει σε όλους όσοι δημιουργούν, καινοτομούν, εργάζονται, μελετούν και διεκδικούν υπεύθυνα. 
Σε μια ανοιχτή κοινωνία συνυπάρχουν εργαζόμενοι, επιχειρηματίες, επιστήμονες, αγρότες, επαγγελματίες, φοιτητές και δημόσιοι λειτουργοί. Όλοι έχουν δικαιώματα, ανάγκες και συμφέροντα. Αυτό είναι φυσιολογικό και απολύτως θεμιτό.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν κάθε ομάδα αντιμετωπίζει το δημόσιο συμφέρον ως κάτι 
δευτερεύον απέναντι στο δικό της όφελος. Ο οικονομολόγος Μάνκουρ Όλσον επισήμανε ότι οργανωμένες ομάδες συμφερόντων μπορούν να αποκτήσουν δυσανάλογη επιρροή στη λήψη αποφάσεων. Όταν όμως το θεσμικό πλαίσιο δεν εξασφαλίζει ισορροπία, διαφάνεια και λογοδοσία, η επιρροή αυτή μπορεί να οδηγήσει σε επιλογές που εξυπηρετούν τους 
λίγους εις βάρος των πολλών.
Από διαφορετική θεωρητική αφετηρία, οι Ντάρον Ατζέμογλου και Τζέιμς Ρόμπινσον 
κατέληξαν σε ένα παρόμοιο συμπέρασμα δηλαδή ότι οι κοινωνίες προοδεύουν όταν οι 
θεσμοί τους είναι συμπεριληπτικοί και όταν οι ευκαιρίες, η συμμετοχή και η λογοδοσία 
διαχέονται σε ευρύτερα στρώματα της κοινωνίας. Αντίθετα, όταν οι θεσμοί λειτουργούν προς όφελος περιορισμένων ομάδων, η ανάπτυξη αργά ή γρήγορα φθίνει.
Η καλή είδηση είναι ότι η συλλογική δράση δεν είναι καταδικασμένη να αποτυγχάνει. Η 
Έλινορ Όστρομ απέδειξε ότι κοινότητες σε διαφορετικά μέρη του κόσμου κατάφεραν να διαχειριστούν αποτελεσματικά κοινούς πόρους μέσω σαφών κανόνων, αμοιβαίας 
εμπιστοσύνης και συνεργασίας, χωρίς να βασίζονται αποκλειστικά ούτε στο κράτος ούτε στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Αντίστοιχα, ο Ρόμπερτ Πάτναμ έδειξε ότι οι κοινωνίες με 
ισχυρά δίκτυα εμπιστοσύνης και κοινωνικής συμμετοχής διαθέτουν συνήθως καλύτερους θεσμούς και υψηλότερη ποιότητα διακυβέρνησης.
Η εμπιστοσύνη, επομένως, δεν είναι μόνο μια ηθική αξία. Είναι ένας πραγματικός 
παραγωγικός συντελεστής. Όταν οι πολίτες εμπιστεύονται τους θεσμούς, όταν οι κανόνες θεωρούνται δίκαιοι και όταν οι διαφορετικές πλευρές πιστεύουν ότι ο διάλογος έχει νόημα, μειώνεται το κόστος των συναλλαγών, διευκολύνονται οι επενδύσεις και ενισχύεται η 
κοινωνική συνοχή. Οι οικονομίες δεν αναπτύσσονται μόνο με κεφάλαια, τεχνολογία και 
εργασία. Αναπτύσσονται και με εμπιστοσύνη.
Τι σημαίνουν όλα αυτά στην πράξη; 
Πρώτον, η πολιτεία οφείλει να επενδύει σε ουσιαστική διαβούλευση και όχι σε διαδικασίες διεκπεραίωσης. Οι μεγάλες μεταρρυθμίσεις έχουν περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας όταν συνοδεύονται από διαφάνεια, τεκμηρίωση, δημοσιευμένα δεδομένα και σαφή αιτιολόγηση. Η ενημέρωση και η συμμετοχή των πολιτών δεν καθυστερούν αναγκαστικά τις αλλαγές. Συχνά τις καθιστούν πιο ανθεκτικές και αποτελεσματικές.
Δεύτερον, όσοι ασκούν πίεση και διεκδικούν αλλαγές οφείλουν να συνοδεύουν την κριτική τους με ρεαλιστικές εναλλακτικές προτάσεις. Η τεκμηρίωση ενισχύει την αξιοπιστία κάθε αιτήματος και δημιουργεί προϋποθέσεις συνεννόησης αντί για αδιέξοδη σύγκρουση.
Τρίτον, χρειαζόμαστε περισσότερη κριτική σκέψη σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας, αρχής γενομένης από το σχολείο. Η ικανότητα να ελέγχουμε πηγές, να αξιολογούμε στοιχεία και να διακρίνουμε τα γεγονότα από τα συνθήματα αποτελεί προϋπόθεση μιας ώριμης 
δημοκρατίας. Οι γνωστικές προκαταλήψεις που έχει αναδείξει ο Ντάνιελ Κάνεμαν δεν 
επηρεάζουν μόνο το πλήθος. Επηρεάζουν εξίσου πολίτες, πολιτικούς, ειδικούς και 
διαμορφωτές της κοινής γνώμης.
Τέταρτον, η νέα γενιά χρειάζεται πραγματική προοπτική. Η ανασφάλεια που δημιουργούν η χαμηλή αμοιβή της εργασίας, η στεγαστική δυσκολία, οι περιορισμένες ευκαιρίες και η φυγή νέων στο εξωτερικό τροφοδοτεί εύλογη απογοήτευση. Όταν, αντίθετα, οι νέοι βλέπουν δυνατότητες προόδου, συμμετοχής και δημιουργίας στη χώρα τους, η κοινωνική 
ενέργεια μετατρέπεται ευκολότερα σε καινοτομία, επιχειρηματικότητα και κοινωνική 
προσφορά.
Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετές από τις πιο επιτυχημένες χώρες της Ευρώπης έχουν 
οικοδομήσει μια ισχυρή κουλτούρα κοινωνικού διαλόγου. Οι συγκρούσεις συμφερόντων δεν εξαφανίζονται. Μετατρέπονται όμως σε διαπραγμάτευση μέσα σε ένα σταθερό και 
προβλέψιμο πλαίσιο κανόνων. Η σταθερότητα αυτή ευνοεί τόσο την οικονομική ανάπτυξη όσο και την κοινωνική συνοχή.
Εν κατακλείδι, το αύριο δεν έχει παράταξη. Δεν βρίσκεται αποκλειστικά ούτε στους 
δρόμους ούτε στα εργαστήρια, ούτε στα υπουργικά γραφεία ούτε στα αμφιθέατρα. 
Βρίσκεται στην ικανότητα μιας κοινωνίας να μετατρέπει τη διαφωνία σε διάλογο, τα 
επιμέρους συμφέροντα σε συνθέσεις και τις συγκρούσεις σε θεσμικές λύσεις.
Η οικονομική πρόοδος δεν είναι προϊόν ομοφωνίας. Είναι προϊόν συνεργασίας μέσα στη διαφωνία. Οι κοινωνίες που το καταφέρνουν δημιουργούν πλούτο, εμπιστοσύνη και 
ευκαιρίες για περισσότερους ανθρώπους. Εκείνες που αποτυγχάνουν εγκλωβίζονται σε 
έναν ατέρμονο κύκλο πόλωσης, όπου όλοι διεκδικούν το μέλλον αλλά κανείς δεν το χτίζει.
Τελικά η πρόοδος δεν προκύπτει όταν επικρατεί η μία πλευρά, αλλά όταν οι διαφορετικές πλευρές βρίσκουν τρόπους να συνυπάρξουν και να συνεργαστούν.

ΠΗΓΕΣ / ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Acemoglu, D. & Robinson, J. (2012). Why Nations Fail: The Origins of Power, Prosperity, and Poverty. 
Ostrom, E. (1990). Governing the Commons. Cambridge University Press.
Putnam, R. (1993). Making Democracy Work: Civic Traditions in Modern Italy. Princeton University Press.
Olson, M. (1982). The Rise and Decline of Nations. Yale University Press.
Tirole, J. (2017). Economics for the Common Good. Princeton University Press.
Επιτροπή Πισσαρίδη (2020). Σχέδιο Ανάπτυξης για την Ελληνική Οικονομία. Αθήνα.