Η εξουσία δεν γίνεται επικίνδυνη μόνο όταν ασκείται με βία. Γίνεται επικίνδυνη όταν αρχίζει να πιστεύει πως η ισχύς της αποτελεί από μόνη της δικαίωση και αρχίζει να παραβιάζει όρια, νόμους και την αξιοπρέπεια των άλλων.
Τότε η υπεροχή μετατρέπεται σε αξίωση υπακοής, η επιρροή σε δικαίωμα παρέμβασης και η πρόσκαιρη επιτυχία σε άλλοθι για την αυθαιρεσία.
Με όρους της αρχαίας ελληνικής ηθικής, αυτή είναι η στιγμή της ὕβρεως, όχι απλώς της υπεροψίας αλλά της υπέρβασης του μέτρου και της περιφρόνησης των ορίων που οφείλουν να δεσμεύουν κάθε μορφή εξουσίας.
Ο Θουκυδίδης αποδίδει αυτή τη νοοτροπία με αμείλικτη καθαρότητα στον διάλογο των Αθηναίων με τους Μηλίους. Οι απεσταλμένοι της ισχυρής Αθήνας δεν επικαλούνται το δίκαιο ούτε επιχειρούν να πείσουν τους κατοίκους της μικρής Μήλου. Διακηρύσσουν ότι, στις σχέσεις των πόλεων, το δίκαιο λογαριάζεται όταν οι δυνάμεις είναι ισοδύναμες, διαφορετικά, «οι ισχυροί κάνουν όσα μπορούν και οι αδύναμοι υποχωρούν όσο πρέπει».
Η φράση αυτή δεν είναι αφορισμός του ίδιου του Θουκυδίδη ούτε ηθική του παραίνεση. Αποτυπώνει την ωμή λογική που βάζει στο στόμα των Αθηναίων και την οποία αφήνει να κριθεί από όσα ακολουθούν.
Η κατάληξη της Μήλου είναι γνωστή και αποτρόπαιη, μετά την παράδοση της πόλης, οι Αθηναίοι εκτέλεσαν τους ενήλικους άνδρες και πούλησαν γυναίκες και παιδιά ως δούλους. Εδώ η ισχύς θριαμβεύει στρατιωτικά, αλλά απογυμνώνεται ηθικά. Η κυριαρχία επιβάλλεται, δεν γεννά σεβασμό. Η υποταγή εξασφαλίζεται, δεν ισοδυναμεί με συναίνεση.
Ο Θουκυδίδης, ωστόσο, δεν περιορίζεται να καταγράψει τη βία που ασκεί η Αθήνα στους άλλους. Δείχνει και το τίμημα που επιβάλλει η υπέρμετρη φιλοδοξία στην ίδια την πόλη. Η εκστρατεία στη Σικελία, την οποία προώθησε με ιδιαίτερη ένταση ο Αλκιβιάδης, στηριζόταν σε μεγαλεπήβολες προσδοκίες, κατάκτηση της Σικελίας και επέκταση της αθηναϊκής ισχύος ακόμη μακρύτερα. Ο Θουκυδίδης επισημαίνει ότι ο Αλκιβιάδης προσδοκούσε, μαζί με την επιτυχία της πόλης, να αυξήσει και τον προσωπικό του πλούτο και τη δόξα του.
Η καταστροφή της εκστρατείας αποκάλυψε πόσο εύκολα η φιλοδοξία μπορεί να μεταμφιεστεί σε στρατηγική και η αυτοπεποίθηση σε τύφλωση με οδυνηρές συνέπειες για όλους.
Απέναντι σε αυτή την αλαζονεία, ο Θουκυδίδης σκιαγραφεί και μια διαφορετική άσκηση ηγεσίας. Για τον Περικλή σημειώνει ότι, χάρη στο κύρος, την ικανότητα και την ακεραιότητά του, μπορούσε να καθοδηγεί τον λαό αντί να παρασύρεται από τις διαθέσεις του. Δεν κέρδιζε επιρροή με κολακεία, μπορούσε ακόμη και να αντιλέγει στους πολίτες. Η διάκριση είναι ουσιώδης, ηγεσία δεν σημαίνει να επιβάλλεσαι επειδή διαθέτεις ισχύ, αλλά να την χρησιμοποιείς με κρίση, ευθύνη και επίγνωση των συνεπειών.
Άλλωστε οι κόλακες δεν προσφέρουν στην εξουσία αληθινή υποστήριξη, της στερούν την αλήθεια. Κι έτσι ο κόλακας γίνεται όχι απλώς ακόλουθος, αλλά συνένοχος στην πολιτική της τύφλωση. Ο κόλακας, επομένως, δεν λέει απλώς «ναι». Κατασκευάζει ένα περιβάλλον όπου το «ναι» ακούγεται ως η μόνη αποδεκτή απάντηση. Περιβάλλει τον ισχυρό με επαίνους, αποκρύπτει τις αντιρρήσεις και μετατρέπει την εγγύτητα στην εξουσία σε προσωπικό του προνόμιο. Ο Αριστοτέλης επεκτείνει την ανάλυση, στις εκτροπές της δημοκρατίας, γράφει, ο δημαγωγός γίνεται κόλακας του λαού, όπως ο κόλακας του τυράννου επιζητεί την εύνοια του ηγεμόνα. Ο Πλούταρχος, σε μεταγενέστερο έργο του για τη διάκριση του κόλακα από τον φίλο, παρατηρεί ότι οι κόλακες συρρέουν εκεί όπου υπάρχουν δόξα και δύναμη και απομακρύνονται όταν αλλάξει η τύχη.
Αυτό είναι το επίκαιρο δίδαγμα του Θουκυδίδη. Καμία συμμαχία, καμία οικονομική υπεροχή και κανένας στρατηγικός σχεδιασμός δεν απαλλάσσει την εξουσία από την υποχρέωση να λογοδοτεί. Όταν οι αποφάσεις που επηρεάζουν μια χώρα παρουσιάζονται ως τετελεσμένα, όταν η επιρροή συγχέεται με το δικαίωμα επιβολής και όταν το δημόσιο συμφέρον θολώνει μέσα σε αδιαφανείς σχέσεις επιχειρηματικών συμφερόντων, η δημοκρατία οφείλει να ρωτήσει, ποιος αποφάσισε, με ποια νομιμοποίηση και προς όφελος ποιου;
Το διαχρονικό μάθημα είναι σαφές, η ισχύς χωρίς μέτρο μπορεί να επιβληθεί προσωρινά, αλλά δεν μπορεί να θεμελιώσει σταθερή νομιμοποίηση. Στην πολιτική και στη διπλωματία, η επίκληση της δύναμης δεν υποκαθιστά τη διαφάνεια, τον σεβασμό και τη λογοδοσία. Η αλαζονεία αρχίζει όταν οι ισχυροί πιστεύουν πως δεν χρειάζεται να εξηγήσουν τις πράξεις τους και κορυφώνεται όταν οι υπόλοιποι πείθονται προσωρινά ότι δεν δικαιούνται να ρωτήσουν.
Η δημοκρατική ηγεσία απαιτεί, επομένως, περισσότερα από ικανότητα και αποφασιστικότητα. Απαιτεί ανθρώπους που μπορούν να μιλήσουν με παρρησία, θεσμούς που προστατεύουν τον έλεγχο και ηγέτη αρκετά ασφαλή για να αντέχει την αλήθεια.
«Άλλαξαν ακόμα και την καθιερωμένη σημασία των λέξεων, για να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους», Ιστοριαι, Θουκιδιδης