Μπορεί οι ηγέτες των δύο μεγαλύτερων κομμάτων της αντιπολίτευσης να δηλώνουν ότι αντίπαλός τους είναι ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ωστόσο, η προεκλογική τους στρατηγική επιβεβαιώνει τη λαϊκή φράση «ο θάνατός σου, η ζωή μου». Κι αν η μη κατάκτηση της πρώτης θέσης, την οποία και οι δύο έχουν θέσει ως στόχο, δεν θα είναι καταστροφική, η απώλεια της δεύτερης θα βάλει τέλος στις όποιες φιλοδοξίες τους, σε αυτή τη φάση τουλάχιστον. Ειδικά στην περίπτωση του Αλέξη Τσίπρα αυτό το τέλος θα αφορά και στην περιπέτεια της Αριστεράς μετά την εκλογή του στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ.
Το γεγονός ότι το ΠΑΣΟΚ - «ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ» για την ακρίβεια - υπολείπεται ακόμα στις δημοσκοπήσεις της ΕΛΑΣ δεν οφείλεται στην ανύπαρκτη όπως αποδείχτηκε δυναμική της επανεμφάνισης Τσίπρα όσο στη δυσκολία της αξιωματικής αντιπολίτευσης να πείσει για τη εναλλακτική κυβερνητική της πρόταση. Μπορεί η δημοσκοπική βελόνα να έχει κολλήσει και για τα τρία κόμματα εξουσίας, ωστόσο, την επείγουσα ανάγκη να την μετακινήσει προς τα πάνω την έχει το ΠΑΣΟΚ. Άλλωστε, αυτό έχει και τη μεγαλύτερη δυνατότητα να το πετύχει αφού εκτός από την προγραμματική του ετοιμότητα μπορεί να απευθυνθεί και σε ένα πολύ ευρύτερο ακροατήριο.
Την ανάγκη για την ευρύτερη δυνατή προοδευτική συσπείρωση ήρθε να καλύψει, το 2017, το «Κίνημα Αλλαγής» που ιδρύθηκε με δύο βασικούς στόχους. Την απαλλαγή της χώρας από τη τυχοδιωκτική διακυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ και την ανασυγκρότηση της δημοκρατικής παράταξης ως ανάχωμα στην προδιαγραφόμενη επικράτηση της Νέας Δημοκρατίας. Ο πρώτος στόχος επιτεύχθηκε στις εκλογές του 2019, ο δεύτερος όμως υπονομεύτηκε δυστυχώς τόσο από δυνάμεις που αποχώρησαν στην πορεία από το εγχείρημα όσο και από στελέχη του ΠΑΣΟΚ που, ενώ υπερασπίστηκαν το κόμμα τους στα δύσκολα χρόνια της κρίσης, επέλεξαν στη συνέχεια την περιχαράκωση στο όνομα του κομματικού πατριωτισμού.
Η επιστροφή του «ΠΑΣΟΚ» στον τίτλο κόμματος, ως απαίτηση δικαίωσης που εκφράστηκε από τη συντριπτική πλειοψηφία των μελών του, οδήγησε και στην επιστροφή της συζήτησης στην αποτίμηση του περίπλοκου παρελθόντος τη στιγμή που το διακύβευμα μετά την κρίση ήταν και παραμένει η ανασύνταξη και το μέλλον της χώρας. Εξ άλλου, ο ανταγωνισμός με την ΕΛΑΣ για τον διαμοιρασμό των κοινοβουλευτικών ιματίων του υπό διάλυση ΣΥΡΙΖΑ στέρησε από το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ το πλεονέκτημα της συσπείρωσης δυνάμεων του ευρύτερου κεντρώου και μεταρρυθμιστικού χώρου ο οποίος εκχωρήθηκε εκ των πραγμάτων στη ΝΔ. Η πολιτική διεύρυνση που επιχειρήθηκε, κάθε άλλο παρά αμφίπλευρη αποδείχτηκε.
Η απόφαση για την ίδρυση του Κινήματος Αλλαγής, δηλαδή για την ενιαία κομματική συμπόρευση του εναπομείναντος ΠΑΣΟΚ με στελέχη και κόμματα του προοδευτικού χώρου, ήταν οραματική επειδή ακριβώς έβαζε τις βάσεις για μια ισχυρή και σύγχρονη δημοκρατική παράταξη. Είναι αναγκαίο, σήμερα περισσότερο από ποτέ, να αναζωογονηθεί αυτό το εγχείρημα ξεπερνώντας κομματικές προκαταλήψεις και πρακτικές του παρελθόντος που περιόρισαν την εμβέλεια και τη δυναμική του. Μόνον έτσι η δημοκρατική παράταξη θα μπορέσει να μεγαλώσει, να πείσει και να εγγυηθεί την πολιτική αλλαγή σε μια χώρα που πλήρωσε ακριβά τον καιροσκοπισμό της Δεξιάς και τον τυχοδιωκτισμό της Αριστεράς, με το ΠΑΣΟΚ να σηκώνει δυσανάλογο πολιτικό κόστος.
Το άρθρο δημοσιεύεται στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ 17/10/2026
Πηγή: www.tanea.gr