Η αντιπολίτευση ως σύμμαχος της κυβερνητικής επιβίωσης

Γιάννης Χοχλακάκης 18 Οκτ 2026

Η πολιτική κυριαρχία της κυβέρνησης αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν επιβιώνει της δικής της φθοράς. Εκεί βρίσκεται το ουσιαστικό ερώτημα των δημοσκοπήσεων, γιατί η φθορά της κυβέρνησης αφήνει την αντιπολίτευση καθηλωμένη, αντί να ανοίγει τον δρόμο για μια πειστική πρόταση διακυβέρνησης. Η απάντηση αφορά πρωτίστως την ποιότητα της αντιπολίτευσης. Η απόσταση από την κυβέρνηση παραμένει μεγάλη όσο η καταγγελία υποκαθιστά το σχέδιο και η προσδοκία μιας επικοινωνιακής ανατροπής αντικαθιστά την πολιτική δουλειά.

Οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν τάσεις, διαθέσεις και συσχετισμούς της στιγμής. Αποτυπώνουν όμως και μια επίμονη πολιτική αδυναμία: η δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση παραμένει μεγαλύτερη από την εμπιστοσύνη προς τους αντιπάλους της. Ανάμεσα στην απογοήτευση και στην επιλογή μιας άλλης διακυβέρνησης μεσολαβεί η αξιοπιστία. Αυτό το κενό καλύπτεται με προγραμματική σαφήνεια, συνέπεια και πρόσωπα ικανά να αναλάβουν ευθύνη.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ωφελείται από αυτή την αδυναμία. Η κυβέρνησή του εξακολουθεί να διαθέτει, για σημαντικό μέρος του εκλογικού σώματος, μεγαλύτερη προβλεψιμότητα από τους αντιπάλους της. Πρόκειται για συγκριτικό πλεονέκτημα με σαφή όρια. Η διατήρηση του προβαδίσματος απαιτεί από την κυβέρνηση απαντήσεις στα προβλήματα που δοκιμάζουν καθημερινά τους πολίτες: την ακρίβεια, τη λειτουργία του κράτους, την ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών. Η θεσμική λογοδοσία αποτελεί εξίσου κρίσιμο μέτρο της κυβερνητικής αξιοπιστίας. Όταν η κυβέρνηση αντιμετωπίζει την αντιπολιτευτική ανεπάρκεια ως πιστοποιητικό δικής της επάρκειας, καλλιεργεί τις προϋποθέσεις της επόμενης κρίσης εμπιστοσύνης.

Για το ΠΑΣΟΚ, το πρόβλημα είναι βαθύτερο από μια ανεπαρκή επικοινωνιακή παρουσία. Αφορά την πολιτική του ταυτότητα. Ένα κόμμα που φιλοδοξεί να εκπροσωπήσει τη σύγχρονη Κεντροαριστερά χρειάζεται να εξηγήσει ποιες μεταρρυθμίσεις προτείνει, ποιες κοινωνικές συμμαχίες επιδιώκει και ποιες ευθύνες αναλαμβάνει. Η διαρκής προσαρμογή στις διαθέσεις του αντιπολιτευτικού ακροατηρίου το οδηγεί σε στρατηγική ακινησία. Διεκδικεί την κληρονομιά του εκσυγχρονισμού, ενώ συχνά διστάζει μπροστά στις συγκρούσεις που συνεπάγεται η εφαρμογή του.

Η ευρωπαϊκή, μεταρρυθμιστική Κεντροαριστερά κρίνεται στην αξιολόγηση, στο αποτελεσματικό κοινωνικό κράτος, στη δημοσιονομική αξιοπιστία και στην προστασία των θεσμών. Εκεί αποκτά περιεχόμενο η προοδευτική πολιτική: στις συγκεκριμένες επιλογές για το σχολείο, το νοσοκομείο, τη δικαιοσύνη και την παραγωγή. Η επίκληση μιας αφηρημένης «προοδευτικής διακυβέρνησης» αφήνει αναπάντητο το κρίσιμο ερώτημα: ποιος θα αλλάξει τι, με ποιους πόρους και απέναντι σε ποιες αντιστάσεις;

Ο Αλέξης Τσίπρας διεκδικεί μια νέα πολιτική αρχή με ανοιχτούς τους λογαριασμούς της προηγούμενης καταστροφικής διακυβέρνησής του. Τα γραφόμενα του Θανάση Καρτερού για την πνευματική επάρκεια του Νίκου Ανδρουλάκη επαναφέρουν την προσωπική απαξίωση ως μέσο διεκδίκησης της ηγεμονίας στην αντιπολίτευση. Η υπόσχεση ανανέωσης δοκιμάζεται ήδη στις μεθόδους αυτού του ανταγωνισμού. Η αξιοπιστία της επιστροφής του προϋποθέτει λογοδοσία για το 2015, τη συγκυβέρνηση με τον Καμμένο και τον τρόπο με τον οποίο άσκησε την εξουσία και αντιμετώπισε τους θεσμούς. Μια νέα οργανωτική στέγη αποκτά ουσία όταν συνοδεύεται από εγκατάλειψη της κουλτούρας που παρήγαγε τα προηγούμενα αδιέξοδα.

Η διεκδίκηση ψηφοφόρων από το ίδιο αντιπολιτευτικό ακροατήριο εξαντλείται στη μάχη για τη δεύτερη θέση. Η διεύρυνση προς την κοινωνία απαιτεί κάτι ουσιαστικότερο: να πειστούν πολίτες που κρατούν αποστάσεις, αμφιβάλλουν ή επιλέγουν την κυβέρνηση με επιφυλάξεις. Αυτοί αναζητούν σοβαρότητα, εφαρμόσιμες λύσεις και ασφάλεια για την επόμενη μέρα. Για να τους κερδίσει, η αντιπολίτευση χρειάζεται να δείξει ότι μπορεί να κυβερνήσει, να ιεραρχήσει ανάγκες και να υποστηρίξει δύσκολες αποφάσεις.

Το πραγματικό κενό βρίσκεται στην απουσία μιας πειστικής πρότασης αλλαγής με ευρωπαϊκό προσανατολισμό και μεταρρυθμιστικό περιεχόμενο. Όσο αυτό παραμένει, η κυβέρνηση θα συγκρίνεται με αντιπάλους που διευκολύνουν την επιβίωσή της. Η αντιπολίτευση οφείλει να αναμετρηθεί με αυτή την ευθύνη. Γιατί όποιος περιορίζει την πολιτική του στην απομάκρυνση του Μητσοτάκη, χωρίς να πείθει για την επόμενη μέρα, καταλήγει να του εξασφαλίζει την επόμενη θητεία.