Η δυσαρέσκεια στη κάλπη σημαίνει πολιτική αλλαγή, η αποχή όμως σημαίνει απλά τα ίδια και χειρότερα.
Η πολιτική ανατροπή στη Σερβία δεν εξηγείται μόνο από την χθεσινή εκλογική μετατόπιση. Αποτυπώνει τη στιγμή κατά την οποία η συσσωρευμένη κοινωνική δυσαρέσκεια για τη διαφθορά, την αδιαφάνεια και την αποδυνάμωση των θεσμών μετατράπηκε σε μαζική πολιτική συμμετοχή στη κάλπη.
Η συμμετοχή πλησίασε το 70%, η υψηλότερη μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, και ο Αλεξάνταρ Βούτσιτς αναγνώρισε την ήττα του.
Στην Ουγγαρία, ο Βίκτορ Όρμπαν έχασε την εξουσία με συμμετοχή στις εκλογές σε ιστορικό ρεκόρ.
Σύμφωνα με τις προκαταρκτικές εκτιμήσεις, η Φοιτητική Λίστα εξασφάλισε κοινοβουλευτική πλειοψηφία, τερματίζοντας μια πολιτική κυριαρχία που διαρκούσε πάνω από μία δεκαετία.
Αφετηρία υπήρξε η κατάρρευση του στεγάστρου στον ανακαινισμένο σιδηροδρομικό σταθμό του Νόβι Σαντ, τον Νοέμβριο του 2024, που κόστισε τη ζωή σε 16 ανθρώπους. Δεν έχει αποδειχθεί δικαστικά ότι η διαφθορά προκάλεσε την τραγωδία. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όμως, επιβεβαίωσε ότι βρίσκονταν σε εξέλιξη έρευνες για ενδεχόμενα αδικήματα διαφθοράς σχετικά με το έργο, ενώ είχαν απαγγελθεί κατηγορίες σε 13 πρόσωπα για ζητήματα δημόσιας ασφάλειας.
Ομως αυτό το γεγονός έγινε σύμβολο της αδιαφάνειας και της διαφθοράς στις δημόσιες συμβάσεις και της έλλειψης λογοδοσίας.
Τα στοιχεία αποτυπώνουν ένα ευρύτερο θεσμικό πρόβλημα. Στον Δείκτη Αντίληψης Διαφθοράς 2025 της Transparency International, η Σερβία συγκέντρωσε μόλις 33 βαθμούς στους 100 και κατετάγη 116η μεταξύ 182 χωρών.
Σήμερα η διαφθορά δεν περιορίζεται μόνο στο χρηματικό αντάλλαγμα. Εκδηλώνεται ως σύστημα πολιτικής πατρωνίας όπως αδιαφανείς αναθέσεις, κομματικός έλεγχος του κράτους, επιρροή στα μέσα ενημέρωσης που συνδέονται με επιχειρηματικά συμφέροντα και πρόσβαση σε δημόσιους πόρους, εξασθένηση των ελεγκτικών μηχανισμών και διάχυση της αίσθησης ότι η εξουσία δεν λογοδοτεί σε κανένα. Πρόκειται για μορφή θεσμικής αιχμαλωσίας, όπου οι δημόσιοι πόροι και οι κρατικοί μηχανισμοί υπηρετούν τη διατήρηση της εξουσίας περισσότερο από το δημόσιο συμφέρον.
Η θεωρητική σημασία αυτής της εξέλιξης είναι βαθύτερη. Η διαφθορά επιβιώνει όταν γίνεται κανονικότητα και όταν η παραίτηση των πολιτών εκφράζεται ως αποχή.
Καταρρέει πολιτικά όταν η αγανάκτηση μετατρέπεται σε συμμετοχή και ψήφο. Η Σερβία έδειξε ότι η συμμετοχή δεν είναι απλώς δείκτης δημοκρατικής λειτουργίας, μπορεί να γίνει ο μηχανισμός μέσω του οποίου μια κοινωνία ανακτά τους θεσμούς της.
Το μήνυμα προς κάθε κυβέρνηση είναι σαφές, η εξουσία κρίνεται από τους πολίτες και καμία πολιτική κυριαρχία δεν είναι δεδομένη.