Ποιος επηρεάζει τελικά τα κέντρα λήψης αποφάσεων στην Ελλάδα;

Κώστας Χλωμούδης 22 Οκτ 2026

Από την υπόθεση Γκίλφοϊλ και τον Κάθετο Διάδρομο, στην ανάγκη θεσμικού ελέγχου της οικονομικής επιρροής

Συνεχίζοντας της προσπάθεια για θεσμικό εκσυγχρονισμό ακολουθώντας την προηγούμενη πρότασή μας για τη «Λευκή Βίβλο» της Δημοκρατίας και της Ενημέρωσης στην Ελλάδα.

Η πρόσφατη απομάκρυνση της ΚίμπερλιΓκίλφοϊλ από τη θέση της πρέσβειρας των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ελλάδα, ύστερα από δημοσιεύματα για καταγγελλόμενες οικονομικές συναλλαγές και παρεμβάσεις υπέρ επιχειρηματικών συμφερόντων, επαναφέρει ένα ζήτημα που υπερβαίνει τα συγκεκριμένα πρόσωπα και τις περιστασιακές πολιτικές αντιπαραθέσεις. Οι καταγγελίες αμφισβητούνται από την ίδια και δεν αποτελούν δικαστικά αποδεδειγμένες παραβάσεις.

Ποιοι και πως επηρεάζουν τις δημόσιες αποφάσεις στην Ελλάδα; Πώς διαμορφώνονται οι σχέσεις πολιτικής εξουσίας, διπλωματίας και μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων; Πού τελειώνει η θεμιτή εκπροσώπηση συμφερόντων και πού αρχίζει η προνομιακή πρόσβαση στα κέντρα λήψης αποφάσεων;

Σε προηγούμενη παρέμβασή μας, με τίτλο «Λευκή Βίβλος για τη Δημοκρατία και την ενημέρωση στην Ελλάδα», που δημοσιεύθηκε στη Μεταρρύθμιση, αναδείξαμε τους κινδύνους από τη συγκέντρωση οικονομικής, επικοινωνιακής και πολιτικής ισχύος. Προτείναμε συγκεκριμένες θεσμικές παρεμβάσεις για τον πλουραλισμό, τη διαφάνεια της ιδιοκτησίας των μέσων ενημέρωσης και τη δημοκρατική λογοδοσία.

Σήμερα επιχειρούμε να προχωρήσουμε ένα βήμα περισσότερο: από τη διαφάνεια της ενημέρωσης στη διαφάνεια της ίδιας της διαδικασίας παραγωγής δημόσιων αποφάσεων.

Η πρόσφατη παρέμβαση του Παντελή Οικονόμου για την ανάγκη ρύθμισης του lobbying προσφέρει μια πρόσθετη αφορμή.

Διότι η δημοκρατία δεν δοκιμάζεται μόνο όταν παραβιάζονται οι νόμοι. Δοκιμάζεται και όταν οι κανόνες διαμορφώνονται μέσα από διαδικασίες στις οποίες η πρόσβαση και η επιρροή κατανέμονται άνισα, χωρίς επαρκή δημόσια λογοδοσία.

Η υπόθεση Γκίλφοϊλ και ο Κάθετος Διάδρομος

Η υπόθεση της πρώην Αμερικανίδας πρέσβειρας παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Ελλάδα, επειδή η διπλωματική της δραστηριότητα συνδέθηκε με την προώθηση της αμερικανικής ενεργειακής στρατηγικής στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και ειδικότερα με τον Κάθετο Διάδρομο φυσικού αερίου.

Πρόκειται για μια σημαντική γεωοικονομική επιλογή, που αξιοποιεί ελληνικές ενεργειακές υποδομές για την τροφοδοσία αγορών της ευρύτερης περιοχής.

Στο συγκεκριμένο επιχειρηματικό πεδίο δραστηριοποιείται η Atlantic SEE LNG Trade, στην οποία συμμετέχουν ο όμιλος AKTOR με 60% και η ΔΕΠΑ Εμπορίας με 40%. Τον Ιούνιο του 2026 ανακοινώθηκε η επέκταση της εικοσαετούς συμφωνίας της με την αμερικανική VentureGlobal για την προμήθεια ενός εκατομμυρίου τόνων LNG ετησίως, με έναρξη παραδόσεων το 2030.

Πρόκειται για δημόσια ανακοινωμένη επιχειρηματική δραστηριότητα, η οποία δεν αποτελεί από μόνη της ένδειξη αθέμιτης συναλλαγής.

Ιδιαίτερη θεσμική σημασία έχουν, ωστόσο, οι αποκαλύψεις που αποτέλεσαν αντικείμενο κοινοβουλευτικών ερωτημάτων στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Την 1η Οκτωβρίου 2026, ο GregoryMeeks, επικεφαλής των Δημοκρατικών στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής των Αντιπροσώπων, ζήτησε εξηγήσεις για τις σχέσεις της Γκίλφοϊλ με τον Χρήστο Μαραφάτσο, καταγεγραμμένο επαγγελματία εκπρόσωπο συμφερόντων του ομίλου AKTOR στις ΗΠΑ.

Στην παρέμβασή του επικαλέστηκε στοιχεία από ομοσπονδιακά μητρώα lobbying, σύμφωνα με τα οποία είχαν καταβληθεί 160.000 δολάρια έως τον Ιούνιο του 2026 για την ανάπτυξη επαφών με αμερικανικούς κυβερνητικούς φορείς. Έθεσε επίσης ερωτήματα, στηριζόμενος σε δημοσιεύματα, σχετικά με τη συμμετοχή του συγκεκριμένου εκπροσώπου σε επίσημες διπλωματικές συναντήσεις.

Οι αναφορές αυτές δεν αποδεικνύουν παρανομία των εμπλεκομένων. Αποδεικνύουν, όμως, κάτι εξαιρετικά χρήσιμο για τη θεσμική μας συζήτηση: όταν υπάρχουν μηχανισμοί καταγραφής του lobbying, συγκεκριμένες σχέσεις εκπροσώπησης συμφερόντων μπορούν να γίνονται γνωστές και να αποτελούν αντικείμενο δημόσιου ελέγχου.

Υπό αυτή την έννοια μπορούμε να θέσουμε το εξής ερώτημα για την ελληνική περίπτωση:

Όταν διεθνείς επιχειρηματικές συμφωνίες συνδέονται με εθνικές ενεργειακές στρατηγικές, δημόσιες υποδομές και μακροχρόνιες οικονομικές δεσμεύσεις, πώς διασφαλίζεται ότι οι κρατικές επιλογές πραγματοποιούνται με διαφάνεια;

Ποιοι συμμετέχουν στη διαμόρφωση των αποφάσεων; Ποιες εναλλακτικές εξετάζονται; Ποιες παρεμβάσεις αφορούν θεμιτές εμπορικές διαπραγματεύσεις και ποιες αποσκοπούν στην επιρροή επί δημόσιων πολιτικών;

Η οικονομική διπλωματία αποτελεί αναγκαίο εργαλείο διεθνών σχέσεων. Δεν μπορεί όμως να υποκαθιστά τη δημοκρατική λογοδοσία των ελληνικών δημόσιων αρχών.

Άλλο η συλλογική εκπροσώπηση και άλλο τα ιδιαίτερα επιχειρηματικά συμφέροντα

Μια σύγχρονη νομοθετική προσέγγιση οφείλει να διακρίνει τη θεσμική εκπροσώπηση συλλογικών συμφερόντων από την προώθηση ιδιαίτερων επιχειρηματικών επιδιώξεων.

Οι εργοδοτικές οργανώσεις, τα συνδικάτα, τα επιμελητήρια, οι επαγγελματικές ενώσεις και οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών αποτελούν αναγκαίους συνομιλητές της εκτελεστικής εξουσίας, στη διαμόρφωση δημόσιας πολιτικής.

Ο ΣΕΒ, η ΓΣΕΕ, η ΓΣΕΒΕΕ ή η Ένωση Ελλήνων Εφοπλιστών αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα συλλογικών φορέων, οι οποίοι διατυπώνουν θέσεις για ζητήματα που αφορούν τους κλάδους και τα μέλη τους.

Η συμμετοχή τους στον δημόσιο διάλογο είναι θεμιτή και χρήσιμη. Οι παρεμβάσεις τους πρέπει να πραγματοποιούνται με διαφάνεια, αλλά δεν μπορούν να ταυτίζονται με την προώθηση των αποκλειστικών οικονομικών συμφερόντων μιας συγκεκριμένης επιχείρησης.

Διαφορετική είναι η περίπτωση ενός μεμονωμένου επιχειρηματικού ομίλου που επιδιώκει να επηρεάσει αποφάσεις για δικές του επενδύσεις, συμβάσεις, φορολογικές ρυθμίσεις ή ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα.

Ακόμη πιο σύνθετη είναι η άσκηση επιρροής μέσω επαγγελματιών συμβούλων, προσωπικών διασυνδέσεων, ενδιάμεσων προσώπων ή χρηματοδοτούμενων οργανώσεων.

Οι δραστηριότητες αυτές δεν είναι αυτομάτως παράνομες. Απαιτούν, όμως, κατάλληλες υποχρεώσεις καταγραφής του εκπροσωπούμενου οικονομικού συμφέροντος, του πραγματικού ωφελούμενου και του αντικειμένου της παρέμβασης.

Η διάκριση αυτή αφορά όλους τους παραγωγικούς κλάδους, από τη ναυτιλία και την ενέργεια έως τις κατασκευές, το χρηματοπιστωτικό σύστημα και τις μεγάλες επιχειρήσεις υπηρεσιών.

Δεν αποσκοπεί στην ενοχοποίηση της επιχειρηματικότητας ούτε στην εξαίρεση των συλλογικών φορέων από τη διαφάνεια. Αποσκοπεί στη θέσπιση κανόνων κατάλληλων για διαφορετικές μορφές οργανωμένης επιρροής.

Οικονομική ισχύς, μέσα ενημέρωσης και ψηφιακή επιρροή

Στην προηγούμενη παρέμβασή μας για τη «Λευκή Βίβλο» εξετάσαμε τη συγκέντρωση οικονομικής και επικοινωνιακής ισχύος στην Ελλάδα.

Η ιστορική ανάπτυξη του φαινομένου συνδέεται με την ιδιωτική τηλεόραση, τη διεύρυνση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων σε ρυθμιζόμενες αγορές και, τα τελευταία χρόνια, με την αναδιάταξη της ιδιοκτησίας των ψηφιακών μέσων ενημέρωσης.

Η έκθεση του ReutersInstitute για την Ελλάδα το 2026 καταγράφει χαρακτηριστικές εξελίξεις: την επέκταση του ομίλου του Βαγγέλη Μαρινάκη μέσω της εξαγοράς του Newsit, τηνπαρουσία επιχειρηματικών συμφερόντων της οικογένειας Μελισσανίδη στη Ναυτεμπορική, στη Ναυτεμπορική TV και στην Εφημερίδα των Συντακτών, καθώς και την απόκτηση του iefimerida από τους επιχειρηματίες Δημήτρη Μπάκο, Γιάννη Καϋμενάκη και Αλέξανδρο Εξάρχου, οι οποίοι διαθέτουν επίσης συμμετοχή στο Action24.

Οι ιδιοκτησιακές αυτές σχέσεις είναι δημόσια καταγεγραμμένες και δεν αποτελούν απόδειξη αθέμιτης παρέμβασης στη δημοσιογραφική λειτουργία.

Αναδεικνύουν, ωστόσο, ένα κρίσιμο ζήτημα: πώς διασφαλίζεται η διαφάνεια όταν επιχειρηματικά συμφέροντα δραστηριοποιούνται ταυτόχρονα σε τομείς που εξαρτώνται από δημόσιες αποφάσεις και στην αγορά ενημέρωσης;

Σήμερα η οργανωμένη επιρροή δεν περιορίζεται στις συναντήσεις επιχειρηματιών με υπουργούς.

Μπορεί να περιλαμβάνει χρηματοδοτούμενες επικοινωνιακές εκστρατείες, ψηφιακές καμπάνιες, αναθέσεις μελετών, συνεργασίες με διαμορφωτές γνώμης και οργανωμένες παρεμβάσεις στα κοινωνικά δίκτυα.

Η ανεξάρτητη δημοσιογραφία και η ελεύθερη δημόσια έκφραση πρέπει να προστατεύονται απολύτως. Όταν όμως μια οργανωμένη επικοινωνιακή δραστηριότητα χρηματοδοτείται με συγκεκριμένο σκοπό να επηρεάσει μια δημόσια απόφαση, η κοινωνία πρέπει να μπορεί να γνωρίζει ποιος τη χρηματοδοτεί και ποιο συμφέρον εκπροσωπεί.

Αυτή ακριβώς είναι η σύνδεση της προηγούμενης «Λευκής Βίβλου» με τη σημερινή μας πρόταση: η διαφάνεια της οικονομικής επιρροής και η διαφάνεια της ενημέρωσης αποτελούν συμπληρωματικές προϋποθέσεις δημοκρατικής λειτουργίας.

Η Ελλάδα έχει νόμο για το lobbying. Γιατί δεν αρκεί;

Ο νόμος 4829/2021 καθιέρωσε το θεσμικό πλαίσιο για τη ρύθμιση δραστηριοτήτων επιρροής και τη λειτουργία του Μητρώου Διαφάνειας, υπό την εποπτεία της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας.

Επομένως, το πρόβλημα δεν είναι η πλήρης απουσία νομοθεσίας.

Είναι οι περιορισμοί της και η αποτελεσματικότητα της εφαρμογής της.

Στην Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το Κράτος Δικαίου του 2026 καταγράφονται μόλις 35 εγγεγραμμένοι εκπρόσωποι συμφερόντων τον Μάρτιο του ίδιου έτους.

Ο αριθμός δεν αποδεικνύει ότι άλλες δραστηριότητες πραγματοποιούνται παράνομα. Αναδεικνύει, όμως, το περιορισμένο πεδίο καταγραφής.

Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι ο ελληνικός νόμος επικεντρώνεται στην αμειβόμενη εκπροσώπηση συμφερόντων τρίτων, αφήνοντας εκτός του ίδιου πλαισίου σημαντικές δραστηριότητες επιρροής που πραγματοποιούνται απευθείας από στελέχη επιχειρήσεων για λογαριασμό των εργοδοτών τους.

Έτσι, ένας επαγγελματίας εκπρόσωπος συμφερόντων μπορεί να υποχρεούται σε καταγραφή, ενώ μια αντίστοιχη παρέμβαση από στέλεχος μεγάλου επιχειρηματικού ομίλου να μην αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο.

Η χώρα χρειάζεται, επομένως, αναθεώρηση και ουσιαστική διεύρυνση του υφιστάμενου νόμου, όχι απλή επανάληψη ήδη θεσπισμένων κανόνων.

Η διεθνής εμπειρία προσφέρει εφαρμόσιμες λύσεις

Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει κοινό Μητρώο Διαφάνειας για τους βασικούς θεσμούς της. Το σύστημα αναγνωρίζει τη συλλογική εκπροσώπηση συμφερόντων, την άμεση επιχειρηματική επιρροή και την επαγγελματική εκπροσώπηση τρίτων.

Η εγγραφή αποτελεί προϋπόθεση για συγκεκριμένες μορφές πρόσβασης στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, ενώ δημοσιοποιούνται στοιχεία για τις δραστηριότητες εκπροσώπησης συμφερόντων και ορισμένες θεσμικές συναντήσεις.

Η Ιρλανδία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα συστηματικής εφαρμογής.

Σύμφωνα με την επίσημη έκθεση του 2024, στο ιρλανδικό μητρώο υπήρχαν 2.710 εγγεγραμμένοι φορείς και περισσότερες από 12.300 δηλώσεις δραστηριοτήτων lobbying για το συγκεκριμένο έτος.

Ο εποπτικός μηχανισμός δεν περιορίζεται στην παραλαβή δηλώσεων, αλλά πραγματοποιεί ελέγχους πληρότητας και ζητεί συμπληρώσεις ή διορθώσεις.

Στη Γαλλία, η ανεξάρτητη HATVP εποπτεύει τη δραστηριότητα των εκπροσώπων συμφερόντων, καταγράφοντας τις παρεμβάσεις τους και σχετικούς οικονομικούς πόρους.

Αντίστοιχα, ο ΟΟΣΑ, με την αναθεωρημένη σύστασή του το 2024, προωθεί την επέκταση της διαφάνειας στις άμεσες και έμμεσες μορφές επιρροής.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πρόταση για το λεγόμενο regulatoryfootprint, δηλαδή το δημόσιο αποτύπωμα των παρεμβάσεων που προηγούνται μιας νομοθετικής ή κανονιστικής απόφασης.

Με απλά λόγια, ο πολίτης δεν θα γνωρίζει μόνο ποιος υπέγραψε έναν νόμο, αλλά και ποιοι συμμετείχαν στη διαμόρφωσή του.

Κανένα από τα διεθνή συστήματα δεν έχει εξαλείψει την αθέμιτη επιρροή. Η εμπειρία τους δείχνει, όμως, ότι οι μηχανισμοί διαφάνειας μπορούν να λειτουργούν με σαφείς υποχρεώσεις, ενεργή εποπτεία και μετρήσιμα αποτελέσματα.

Έξι προτάσεις για μια ελληνική θεσμική μεταρρύθμιση

Με βάση αυτές τις εμπειρίες και σε συνέχεια της «Λευκής Βίβλου», επιχειρούμε να καταθέσουμε στο δημόσιο διάλογο, ένα πλαίσιο σκέψεων με έξι συγκεκριμένες κατευθύνσεις.

Πρώτον, διεύρυνση του Μητρώου Διαφάνειας. Να διακρίνονται η συλλογική εκπροσώπηση, η άμεση επιρροή επιχειρήσεων για ίδιο λογαριασμό και η επαγγελματική εκπροσώπηση τρίτων. Οι υποχρεώσεις να είναι αναλογικές, χωρίς αδικαιολόγητες εξαιρέσεις.

Δεύτερον, καθιέρωση δημόσιου νομοθετικού αποτυπώματος. Κάθε σημαντική νομοθετική ή κανονιστική πρωτοβουλία να συνοδεύεται από καταγραφή των οργανωμένων παρεμβάσεων, των προτάσεων που υποβλήθηκαν και της αιτιολογημένης αντιμετώπισής τους.

Τρίτον, πρόσθετη διαφάνεια στις μεγάλες οικονομικές αποφάσεις. Ενεργειακές επιλογές, παραχωρήσεις υποδομών, σημαντικές δημόσιες επενδύσεις και κρίσιμες ρυθμίσεις αγορών να συνοδεύονται από τεκμηρίωση των οργανωμένων παρεμβάσεων που προηγούνται, με σεβασμό στα νόμιμα απόρρητα.

Τέταρτον, καταγραφή της χρηματοδοτούμενης έμμεσης επιρροής. Όταν οργανωμένες επικοινωνιακές ή ψηφιακές εκστρατείες αποσκοπούν στην επιρροή επί συγκεκριμένων δημόσιων αποφάσεων, να δημοσιοποιούνται οι χρηματοδότες και οι εκπροσωπούμενοι οικονομικοί σκοποί, με πλήρη προστασία της ανεξάρτητης δημοσιογραφίας και της ελεύθερης έκφρασης.

Πέμπτον, σύνδεση του lobbying με τη διαφάνεια της ιδιοκτησίας των ΜΜΕ. Να αξιοποιηθεί το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο, ιδιαίτερα ο Κανονισμός 2024/1083 για την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης, σε συνδυασμό με τις προτάσεις της προηγούμενης πρότασής μας περί «Λευκής Βίβλου» που αφορά στην ιδιοκτησιακή διαφάνεια, την κρατική διαφήμιση και τις συγκρούσεις συμφερόντων.

Έκτον, ουσιαστικός και ανεξάρτητος έλεγχος. Η Εθνική Αρχή Διαφάνειας να διαθέτει πραγματικές δυνατότητες ελέγχου, διασταύρωσης στοιχείων και επιβολής αναλογικών κυρώσεων. Παράλληλα, να καθιερωθεί η δημοσιοποίηση των σημαντικών επαφών των δημόσιων αξιωματούχων με εκπροσώπους οργανωμένων συμφερόντων και ετήσια αξιολόγηση του συστήματος.

Οι προτάσεις αυτές δεν υποκαθιστούν τη δημόσια διαβούλευση ούτε την ανάγκη ανεξάρτητης επιστημονικής τεκμηρίωσης. Αποτελούν βήματα για την αναβάθμισή τους.

Όταν η οικονομική επιρροή διαμορφώνει τους ίδιους τους κανόνες

Υπάρχει, όμως, μια βαθύτερη διάσταση που δεν πρέπει να παραβλέψουμε.

Συνήθως αντιμετωπίζουμε τη διαφθορά ως παραβίαση συγκεκριμένων νόμων.

Μια ισχυρή οικονομική ομάδα, το γνωρίζουμε πλέον, δεν χρειάζεται αναγκαστικά να παρανομήσει για να αποκτήσει προνομιακή μεταχείριση. Μπορεί να επιδιώκει τη διαμόρφωση των ίδιων των κανόνων με τρόπο που εξυπηρετεί ιδιαίτερα τις επιδιώξεις της.

Αυτό μπορεί να αφορά τη φορολογία, την κατανομή δημόσιων πόρων, τη ρύθμιση αγορών ή τους όρους παραχωρήσεων και επενδύσεων.

Μια ευνοϊκή ρύθμιση δεν αποτελεί αυτομάτως απόδειξη αθέμιτης επιρροής. Μπορεί να εξυπηρετεί πραγματικούς αναπτυξιακούς ή κοινωνικούς σκοπούς.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν προέκυψε από διαδικασία ανοιχτή σε διαφορετικές απόψεις, με ανεξάρτητη τεκμηρίωση και ουσιαστική αξιολόγηση των επιπτώσεων.

Διαφορετικά, μπορεί να αναπτύσσεται ένα σύστημα παραγωγής θεσμικών προνομίων χωρίς να απαιτείται κάποια παράνομη συναλλαγή.

Εδώ συναντούμε εκείνο που έχουμε περιγράψει σε προηγούμενη αρθρογραφική μας παρέμβαση ως τη διάσταση της «νόμιμης» διαφθοράς: όχι μια αυτοτελή ποινική κατηγορία, αλλά έναν προβληματισμό για τον τρόπο με τον οποίο η συγκεντρωμένη οικονομική ισχύς μπορεί να επηρεάζει τους ίδιους τους κανόνες κατανομής των οικονομικών ευκαιριών.

Η αντιμετώπιση αυτού του φαινομένου απαιτεί κάτι περισσότερο από τη γνωστή φρασεολογία περί αυστηρότερων κυρώσεων. Απαιτεί διαφάνεια, ανεξάρτητη τεκμηρίωση και ουσιαστική κοινωνική συμμετοχή στη διαμόρφωση πολιτικής.

Από την καταγγελία στη θεσμική ανασυγκρότηση της δημοκρατίας

Η υπόθεση Γκίλφοϊλ, οι επιχειρηματικές δραστηριότητες γύρω από τον Κάθετο Διάδρομο και οι διασταυρώσεις οικονομικής ισχύος με την ιδιοκτησία των μέσων ενημέρωσης δεν χρειάζεται να αποτελέσουν αφορμή για γενικευμένες καταγγελίες.

Μπορούν να αποτελέσουν αφετηρία μιας ουσιαστικής θεσμικής συζήτησης.

Η Ελλάδα διαθέτει σημαντικούς επιχειρηματικούς ομίλους, ισχυρή διεθνή ναυτιλιακή παρουσία και αναπτυσσόμενες ενεργειακές διασυνδέσεις. Χρειάζεται επίσης θεσμούς ικανούς να εξασφαλίζουν ότι η οικονομική ισχύς δεν μετατρέπεται σε ανεξέλεγκτη πολιτική επιρροή.

Σε συνέχεια της πρότασής μας για μια «Λευκή Βίβλο» της Δημοκρατίας και της Ενημέρωσης, η σημερινή παρέμβαση αναδεικνύει μία ακόμη πλευρά του ίδιου προβλήματος.

Τότε θέσαμε το ζήτημα της συγκέντρωσης οικονομικής και επικοινωνιακής ισχύος και της προστασίας του πλουραλισμού. Σήμερα θέτουμε το ζήτημα της διαφάνειας στην παραγωγή δημόσιας πολιτικής.

Οι δύο διαστάσεις είναι αλληλένδετες.

Μια δημοκρατία χρειάζεται ελεύθερη ενημέρωση, αλλά και διαφανείς διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Χρειάζεται ισχυρές παραγωγικές επιχειρήσεις, αλλά και κανόνες που θα διασφαλίζουν ότι η οικονομική τους δύναμη δεν εξασφαλίζει προνομιακή πρόσβαση στην πολιτική εξουσία.

Η αναθεώρηση του νόμου 4829/2021 θα μπορούσε να αποτελέσει αφετηρία μιας ευρύτερης κοινοβουλευτικής και κοινωνικής πρωτοβουλίας, με τη συμμετοχή ανεξάρτητων αρχών, κοινωνικών εταίρων, επιστημονικών φορέων και της κοινωνίας των πολιτών.

Το ζητούμενο δεν είναι να περιοριστεί η επιχειρηματικότητα ούτε να υποβαθμιστεί η θεσμική εκπροσώπηση συλλογικών συμφερόντων.

Είναι να εξασφαλιστεί ότι οι οργανωμένες παρεμβάσεις θα είναι ορατές, τα ιδιαίτερα συμφέροντα αναγνωρίσιμα και οι δημόσιες αποφάσεις επαρκώς τεκμηριωμένες.

Η δημοκρατία δεν εξασφαλίζεται μόνο από το δικαίωμα όλων να ψηφίζουν. Απαιτεί και τη δυνατότητα όλων να γνωρίζουν ποιοι επηρεάζουν τις αποφάσεις που τους αφορούν.

Αυτή είναι η ουσιαστική συνέχεια της πρότασης για τη «Λευκή Βίβλο»: η διαμόρφωση μιας νέας θεσμικής αρχιτεκτονικής που θα συνδυάζει τη διαφάνεια της ενημέρωσης με τη διαφάνεια της οικονομικής επιρροής.

Γιατί η ποιότητα της δημοκρατίας δεν κρίνεται από την απουσία ισχυρών συμφερόντων, αλλά από την ικανότητα των θεσμών να εξασφαλίζουν ότι κανένα συμφέρον δεν μπορεί να υπερισχύει αθέατα του δημοσίου συμφέροντος.