Η Τουρκία έχει πάψει να είναι απλώς μια σημαντική περιφερειακή δύναμη. Έχει εξελιχθεί σε μεσαία παγκόσμια δύναμη: όχι επειδή διαθέτει αποφασιστική ισχύ σε κάθε γεωπολιτικό πεδίο, αλλά επειδή μπορεί να δρα ταυτόχρονα σε διαφορετικές περιφέρειες και να συνδέει διαφορετικά συστήματα σχέσεων. Κρίσιμο στοιχείο είναι, ότι επιχειρεί να μετατρέπει την πολλαπλότητα σε στρατηγικές επιλογές, χωρίς να εγκαταλείπει τη δυτική ένταξή της. Η σχέση με τις ΗΠΑ και η συμμετοχή στο ΝΑΤΟ παραμένουν βασικά στοιχεία της στρατηγικής της, ακόμη και όταν η Άγκυρα διευρύνει τις σχέσεις της πέρα από τη Δύση.
Η Τουρκία παραμένει βασικό μέλος του ΝΑΤΟ. Η Σύνοδος της Συμμαχίας στην Άγκυρα, τον περασμένο Ιούλιο, επιβεβαίωσε τη δέσμευση σε συλλογική Άμυνα και διατλαντικό δεσμό. Ταυτόχρονα, διευρύνει συστηματικά σχέσεις σε Μέση Ανατολή, Περσικό Κόλπο, Αφρική, Καύκασο, Κεντρική Ασία. Δεν πρόκειται απλώς για γεωγραφική διεύρυνση. Είναι προσπάθεια να αυξηθούν οι διαθέσιμες στρατηγικές επιλογές της.
Η σχέση με την ΕΕ αποτυπώνει τη σύνθετη στρατηγική. Η Άγκυρα παραμένει επισήμως υποψήφια προς ένταξη χώρα, ενώ οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις βρίσκονται σε στασιμότητα. Αυτό όμως δεν σημαίνει αποσύνδεση. Τελωνειακή Ένωση ΕΕ-Τουρκίας, εμπόριο, συνεργασία στο Προσφυγικό/Μεταναστευτικό και διάλογος για άρση υποχρέωσης ταξιδιωτικών θεωρήσεων (visa) για Τούρκους πολίτες προς τα κράτη-μέλη της ΕΕ διατηρούν τις ισχυρές διασυνδέσεις. Το διμερές εμπόριο αγαθών έφθασε σε επίπεδο-ρεκόρ 217,6 δισ. ευρώ το 2025, καθιστώντας την Τουρκία πέμπτο μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο της ΕΕ. Παράλληλα, η σχέση αποκτά όλο και περισσότερο διάσταση ασφάλειας και άμυνας.
Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια Ευρώπη, που αναλαμβάνει μεγαλύτερη ευθύνη για την ασφάλειά της. Η ΕΕ ενισχύει την αμυντική ετοιμότητά της, ενώ η Τουρκία συμμετέχει στη «Συμμαχία των Προθύμων» για την Ουκρανία. Παράλληλα, η βρετανο-τουρκική Συμφωνία αμυντικής συνεργασίας, που υπογράφηκε στο περιθώριο της Συνόδου του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα τον Ιούλιο του 2026, διευρύνει τα περιθώρια συνεργασίας στους τομείς Άμυνας, αμυντικής βιομηχανίας και τεχνολογίας. Οι τουρκικές εξαγωγές Άμυνας και Αεροδιαστημικής έφθασαν τα 10,05 δισ. δολάρια το 2025. Η Τουρκία, επομένως, δεν είναι μόνο γεωγραφικά χρήσιμη για την ευρωπαϊκή Ασφάλεια. Διαθέτει εργαλεία που μπορούν να μετατρέψουν τη χρησιμότητα, σε συνεργασίες.
Η δύναμη της πολλαπλής παρουσίας
Η Τουρκία δεν είναι «γέφυρα» ανάμεσα σε διαφορετικούς κόσμους, ευρισκόμενη απλώς ανάμεσα σε δύο στρατόπεδα. Είναι περισσότερο κόμβος: σημείο διασταύρωσης γεωπολιτικών και οικονομικών δικτύων, από τα οποία επιχειρεί να αντλήσει επιλογές και διαπραγματευτική ισχύ.
Η συμμετοχή στο ΝΑΤΟ και η σχέση με την Ευρώπη αποτελούν μέρος της ισχύος της. Η στρατιωτική ισχύς και η ανάπτυξη της αμυντικής βιομηχανίας προσθέτουν εργαλεία, ενώ η γεωγραφία πολλαπλασιάζει τη χρησιμότητά τους. Δεν αποτελούν όλα ενιαίο γεωπολιτικό σχέδιο. Συνιστούν όμως δίκτυο σχέσεων, που διευρύνει τα περιθώρια ελιγμών της.
Ιδιαίτερη θέση έχει ο ανταγωνισμός με το Ισραήλ. Η αντιπαράθεση συνδέεται με ευρύτερη διαμόρφωση ισορροπιών στη Μέση Ανατολή. Η Τουρκία επιδιώκει ενίσχυση του ρόλου της στην περιοχή, ενώ το Ισραήλ αναπτύσσει περιφερειακές σχέσεις με Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Ινδία κ.α. Ο ανταγωνισμός δοκιμάζει την ικανότητα της Άγκυρας να διευρύνει την επιρροή της χωρίς να εγκλωβίζεται σε ένα μόνο γεωπολιτικό στρατόπεδο. Οι δεσμοί με διαφορετικά κράτη και περιφερειακά σχήματα της επιτρέπουν να ανοίγει παράλληλα διαφορετικά κανάλια επιρροής και να διατηρεί μεγαλύτερο περιθώριο στρατηγικών επιλογών μέσα σε αυτόν τον ανταγωνισμό.
Οι συγκλίσεις που δημιουργούν χώρο
Το σχήμα Regional 4 (R4) -Τουρκία, Αίγυπτος, Σαουδική Αραβία, Πακιστάν- αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η τέταρτη υπουργική συνάντηση στο Κάιρο, τον Ιούνιο, επιβεβαίωσε τη σημασία συνεχούς διαβούλευσης και συντονισμού για ζητήματα περιφερειακής και διεθνούς Ασφάλειας. Δεν πρόκειται για συμμαχία με ενιαία στρατηγική. Αλλά αυτό δεν αποτελεί αναγκαστικά αδυναμία. Στις διεθνείς σχέσεις, η συνεργασία δεν προϋποθέτει ταυτότητα συμφερόντων. Προϋποθέτει επαρκή σύγκλιση.
Σημαντική είναι η «Συμφωνία της Μέκκας για Κοινή Άμυνα», που υπέγραψαν Τουρκία, Σαουδική Αραβία και Πακιστάν. Η Συμφωνία προβλέπει στενότερη αμυντική συνεργασία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι τρεις χώρες ταυτίζονται σε όλα τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής. Το ενδιαφέρον βρίσκεται στη δυνατότητα θεσμοποίησης της συνεργασίας και συντονισμού σε συγκεκριμένα πεδία, παρά τις διαφορές τους.
Στην Αφρική, η Τουρκία από 12 πρεσβείες το 2002, διαθέτει σήμερα 44. Αεροπορικές συνδέσεις, αναπτυξιακή βοήθεια, κατασκευαστικές εταιρείες, εκπαιδευτικά ιδρύματα και αμυντικές Συμφωνίες συγκροτούν πολυεπίπεδο δίκτυο επιρροής. Η Σομαλία αποτελεί το σαφέστερο παράδειγμα, καθώς εκεί συνυπάρχουν ανθρωπιστική και αναπτυξιακή παρουσία, στρατιωτική εκπαίδευση, οικονομικά συμφέροντα και στρατηγική πρόσβαση στο Κέρας της Αφρικής.
Στην Κεντρική Ασία, η Άγκυρα επενδύει στους ιστορικούς και γλωσσικούς δεσμούς με τουρκόφωνα κράτη και στην ανάπτυξη θεσμών συνεργασίας μέσω του Οργανισμού Τουρκικών Κρατών. Το ζητούμενο δεν είναι απλώς η επίκληση κοινής ταυτότητας. Είναι η ενίσχυση της τουρκικής παρουσίας σε χώρο, όπου διασταυρώνονται ρωσικά, κινεζικά και δυτικά συμφέροντα.
Από τη γεωγραφία στη διαπραγματευτική ισχύ
Η γεωγραφία προσφέρει στην Τουρκία σημαντικό πλεονέκτημα. Βρίσκεται στη Μαύρη Θάλασσα, στην Ανατολική Μεσόγειο και στο σταυροδρόμι Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Καυκάσου. Η Συνθήκη του Μοντρέ (1936) για τα Στενά Βοσπόρου και Δαρδανελίων προσδίδει στην Άγκυρα ιδιαίτερη βαρύτητα στη διαχείριση της ασφάλειας της Μαύρης Θάλασσας, ιδίως μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Όμως, η γεωγραφία από μόνη της δεν αρκεί. Χρειάζεται πολιτική, στρατιωτική και οικονομική ικανότητα αξιοποίησής της. Εδώ προστίθεται η αμυντική βιομηχανία, με πωλήσεις οπλικών συστημάτων, συμπαραγωγές και αμυντικές συνεργασίες να λειτουργούν και ως εργαλεία διπλωματίας. Μη επανδρωμένα αεροσκάφη, πολεμικά πλοία, τεθωρακισμένα και άλλα τουρκικά συστήματα δεν αποτελούν μόνο εξαγωγικά προϊόντα. Επιτρέπουν στην Άγκυρα να συνδέει εμπορική παρουσία, ασφάλεια και εξωτερική πολιτική, ενώ παράλληλα μειώνουν ορισμένες εξαρτήσεις από ξένους προμηθευτές.
Η αξία της πολυδιάστατης στρατηγικής φαίνεται, όταν διαφορετικές σχέσεις μπορούν να συνδεθούν με συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Το 2022, η Τουρκία, μαζί με ΟΗΕ, Ρωσία και Ουκρανία, συνέβαλε στη συμφωνία για την ασφαλή εξαγωγή ουκρανικών σιτηρών μέσω της Μαύρης Θάλασσας. Η περίπτωση αυτή ανέδειξε τη χρησιμότητα της Τουρκίας ως διαμεσολαβητικού κόμβου, σε μια κρίση όπου εμπλέκονταν Ρωσία, Ουκρανία και Δύση.
Άγκυρα και Μόσχα συνεργάζονται σε ενέργεια, εμπόριο και επιμέρους περιφερειακές διευθετήσεις, ενώ παραμένουν ανταγωνιστές ή βρίσκονται σε διαφορετικές πλευρές σε άλλα πεδία. Η Τουρκία δεν μετέτρεψε αυτή τη σχέση σε στρατηγική ευθυγράμμιση. Υποστήριξε την εδαφική ακεραιότητα της Ουκρανίας και, μετά τη ρωσική εισβολή του 2022, ενεργοποίησε τις προβλέψεις της Σύμβασης του Μοντρέ για τον περιορισμό της διέλευσης πολεμικών πλοίων από τα Στενά.
Ανάλογη λογική, αλλά με διαφορετικό τρόπο, εμφανίστηκε στις σχέσεις με τις ΗΠΑ. Η επικύρωση από την Άγκυρα της ένταξης της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ ολοκληρώθηκε τον Ιανουάριο του 2024 και λίγες ημέρες αργότερα η κυβέρνηση Μπάιντεν προχώρησε στην κοινοποίηση στο Κογκρέσο του πακέτου για τα πολεμικά αεροσκάφη F-16. Η εξέλιξη ανέδειξε, πώς η θέση της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ, η σχέση με τις ΗΠΑ και οι διαπραγματευτικές επιλογές της μπορούν να συνδεθούν σε συγκεκριμένο αποτέλεσμα.
Το στοίχημα της στρατηγικής συνοχής
Η πολλαπλότητα δεν αποτελεί ισχύ από μόνη της. Η Τουρκία εξακολουθεί να έχει σημαντικές οικονομικές και τεχνολογικές εξαρτήσεις από την Ευρώπη και ευρύτερα από τη Δύση, ενώ οι σχέσεις με Ρωσία, χώρες του Κόλπου ή Πακιστάν βασίζονται σε συγκεκριμένες συγκλίσεις συμφερόντων και όχι σε συνολική ταύτιση.
Γι’ αυτό, κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πόσες σχέσεις έχει δημιουργήσει η Άγκυρα, αλλά αν μπορεί να τις συνδέει, ώστε να παράγουν πολιτικά αποτελέσματα. Η διαφοροποίηση αυξάνει τις επιλογές, αλλά ταυτόχρονα αυξάνει την ανάγκη ιεράρχησης προτεραιοτήτων. Όσο περισσότερα τα πεδία δράσης, τόσο μεγαλύτερη η ανάγκη στρατηγικής συνοχής.
Η Τουρκία δεν εγκαταλείπει τη Δύση, για να στραφεί προς την Ανατολή. Παραμένει μέσα στη δυτική αρχιτεκτονική, ενώ διευρύνει το πεδίο μέσα στο οποίο μπορεί να δρα και να διαπραγματεύεται. Δεν χρειάζεται να επιλέξει ανάμεσα στη Δύση και τον νέο, περισσότερο πολυκεντρικό κόσμο. Επιχειρεί να αξιοποιήσει τη θέση της και στα δύο.
Πραγματικό στοίχημα είναι, αν μπορέσει να μετατρέψει τη σχέση με τις ΗΠΑ, τη θέση στο ΝΑΤΟ, τη σχέση με την ΕΕ, τη γεωγραφία, τις περιφερειακές σχέσεις και την αμυντική βιομηχανία, όχι σε παράλληλες πηγές ισχύος, αλλά σε αλληλοενισχυόμενα εργαλεία στρατηγικής. Εκεί θα κριθεί το πραγματικό εύρος της Τουρκίας, ως μεσαίας παγκόσμιας δύναμης: όχι από το πόσο μακριά μπορεί να φτάσει, αλλά από το πόσο αποτελεσματικά μπορεί να αξιοποιεί ταυτόχρονα τις διαφορετικές κατευθύνσεις της.
Πηγή: www.tanea.gr