Η μεγαλύτερη πολιτική αντίφαση του Ζαν-Λικ Μελανσόν είναι ότι η στρατηγική με την οποία επιδιώκει να ανακόψει την άνοδο της γαλλικής Ακροδεξιάς μπορεί τελικά να διευκολύνει την επικράτησή της. Ο ίδιος επιχειρεί να μετατρέψει την κοινωνική δυσαρέσκεια σε δύναμη ριζοσπαστικής ανατροπής. Η Μαρίν Λεπέν επιδιώκει να αξιοποιήσει την ίδια δυσαρέσκεια ως απόδειξη της αποτυχίας του πολιτικού συστήματος. Ο ένας διεκδικεί την εκπροσώπηση της οργής, η άλλη την πολιτική αξιοποίηση της ανασφάλειας.
Το «Merci Mélenchon» που αποδίδεται στους ταραξίες των γαλλικών δρόμων θα μπορούσε κάλλιστα να εκφράζει την πολιτική ικανοποίηση της Λεπέν. Οι εικόνες εμπρησμών, λεηλασιών και καταστροφών μετατοπίζουν τη δημόσια συζήτηση από τις κοινωνικές ανισότητες στην ασφάλεια και στη δημόσια τάξη. Η δημοκρατική διαμαρτυρία αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα. Η βία εναντίον πολιτών και περιουσιών υπονομεύει τη νομιμοποίηση των κοινωνικών διεκδικήσεων και προσφέρει στην Ακροδεξιά ένα προνομιακό πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης.
Αυτό ασφαλώς καθιστά υπεύθυνους για τις καταστροφές τους φυσικούς αυτουργούς τους. Η πολιτική ευθύνη του Μελανσόν βρίσκεται αλλού. Στην επιλογή μιας στρατηγικής που αντιμετωπίζει τη γαλλική κοινωνία ως διαρκές πεδίο σύγκρουσης ανάμεσα στον «λαό» και στο «κατεστημένο», περιορίζοντας τον χώρο της δημοκρατικής συνεννόησης. Η καταδίκη των επεισοδίων από τον ίδιο έχει σημασία. Το ερώτημα, όμως, παραμένει: μπορεί μια πολιτική που επενδύει συστηματικά στην πόλωση να συγκροτήσει την ευρύτερη δημοκρατική πλειοψηφία που απαιτείται για την αντιμετώπιση της Ακροδεξιάς;
Εδώ βρίσκεται το πραγματικό πλεονέκτημα της Λεπέν. Η πολιτική της ενίσχυση τροφοδοτείται από βαθύτερες κοινωνικές, οικονομικές και πολιτισμικές διεργασίες. Η στρατηγική του Μελανσόν ασφαλώς αποτελεί μόνο έναν παράγοντα. Μπορεί, ωστόσο, να διευκολύνει την προσπάθειά της να εμφανιστεί ως δύναμη σταθερότητας απέναντι σε μια Αριστερά που παρουσιάζεται ως απειλή για την κανονικότητα. Πρόκειται για έναν μηχανισμό πολιτικής πόλωσης στον οποίο οι αντίπαλοι αλληλοτροφοδοτούνται, ενώ αποδυναμώνονται οι δυνατότητες συγκρότησης μιας αξιόπιστης δημοκρατικής εναλλακτικής.Η αντιπαράθεση αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την Ευρώπη. Η Γαλλία αποτελεί πυρηνική δύναμη, μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας και βασικό παράγοντα της ευρωπαϊκής άμυνας. Μια ενδεχόμενη επικράτηση της εθνικιστικής Ακροδεξιάς θα μπορούσε να επηρεάσει ουσιαστικά την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, τη στρατηγική αυτονομία και τη στήριξη της Ουκρανίας.
Η ιστορικά φιλορωσική διαδρομή της Λεπέν και η κριτική στάση του Μελανσόν απέναντι στο ΝΑΤΟ εκφράζουν διαφορετικές πολιτικές αντιλήψεις. Η σύγκλισή τους περιορίζεται στην αμφισβήτηση πλευρών της σημερινής δυτικής αρχιτεκτονικής ασφάλειας. Αυτό που ενδιαφέρει τη Μόσχα είναι το ενδεχόμενο μιας Γαλλίας λιγότερο πρόθυμης να στηρίξει την ευρωπαϊκή συνοχή απέναντι στον ρωσικό αναθεωρητισμό. Η γεωπολιτική σημασία βρίσκεται στις πιθανές συνέπειες των πολιτικών επιλογών, πέρα από τις προθέσεις των πρωταγωνιστών τους.
Το ουσιαστικό διακύβευμα αφορά την ικανότητα των δημοκρατικών δυνάμεων να απαντήσουν στην κοινωνική δυσαρέσκεια με πολιτικό σχέδιο, θεσμική αξιοπιστία και μεταρρυθμίσεις. Η Ακροδεξιά αντιμετωπίζεται αποτελεσματικότερα όταν περιορίζονται οι αιτίες της επιρροής της και συγκροτούνται ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές πλειοψηφίες.
Ο Μελανσόν μπορεί να θεωρεί ότι η όξυνση της σύγκρουσης αποδυναμώνει το πολιτικό σύστημα που αμφισβητεί. Το πρόβλημα είναι ότι η φθορά του συστήματος μπορεί να ενισχύσει πρωτίστως τη Λεπέν. Και αν η γαλλική Ακροδεξιά αποκτήσει αποφασιστική επιρροή στην εξουσία, οι συνέπειες θα ξεπεράσουν τα γαλλικά σύνορα. Η Λεπέν θα έχει αποκομίσει το πολιτικό όφελος και η Μόσχα θα προσδοκά το γεωπολιτικό της μέρισμα. Αυτό είναι το πραγματικό, και ενδεχομένως ιστορικό, κόστος της καταστροφικής στρατηγικής του Μελανσόν.