Μένω πραγματικά έκπληκτος από διάφορους -κατά δήλωση τους αριστερούς- που υποστηρίζουν πως το αποτέλεσμα των σημερινών εκλογών στο Ισραήλ «δεν έχει καμιά σημασία, μιας και οι αντίπαλοι του Νετανιάχου τις ίδιες πολιτικές σκοπεύουν να ακολουθήσουν». Αντιθέτως καμία έκπληξη δεν μου προκαλεί η συστράτευση εγχώριων τραμπικών με ακροδεξιές απολήξεις υπέρ του Νετανιάχου: στον αντιδημοκρατικό αυταρχισμό και την πολεμοκαπηλία του αναγνωρίζουν τον εαυτό τους.
Ας έρθουμε όμως στους πρώτους: Αλήθεια, από πότε η πολιτική σκέψη της Αριστεράς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, αν δεν αλλάξουν όλα, δεν έχει νόημα να αλλάξει τίποτα; Και από πότε αυτό έχει σχέση με την ιστορική εμπειρία της Αριστεράς, η οποία γνώριζε πάντοτε ότι οι μεγάλες ανατροπές προϋποθέτουν συσχετισμούς, κατακτήσεις και ενδιάμεσες νίκες;
Και για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι: Ασφαλώς, η ήττα του Νετανιάχου δεν θα τερματίσει αυτομάτως τον πόλεμο, την καταστροφή της Γάζας ή το βίαιο εποικισμό της Δυτικής Όχθης. Ούτε πρόκειται να ανατρέψει την ισραηλινή πολιτική απέναντι στους Παλαιστινίους από τη μια μέρα στην άλλη. Μια που ως γνωστόν και οι δύο συγκρουόμενοι σήμερα συνασπισμοί αρνούνται τη δημιουργία Παλαιστινιακού κράτους. Το πραγματικό ωστόσο διακύβευμα των σημερινών εκλογών δεν είναι αυτό. Είναι το αν θα τεθεί τέρμα σε έναν τρόπο διακυβέρνησης που έχει οδηγήσει από τη μία στη διαιώνιση ενός άνευ ορατού στόχου πολέμου, ταυτοχρόνως με την υπονόμευση των δημοκρατικών θεσμών εντός του Ισραήλ. Και αυτό κάθε άλλο παρά χωρίς σημασία είναι. Γιατί ως γνωστόν μια κυβέρνηση δεν «διοικεί» μόνο, ηγεμονεύει επίσης και διαχέει στο κοινωνικό σώμα την ιδεολογία της. Και η ιδεολογία που διαχέεται σήμερα από τον ακροδεξιό συνασπισμό του Νετανιάχου έχει οδηγήσει στην επικράτηση, σε ένα μεγάλο τμήμα της ισραηλινής κοινωνίας, μιας φιλοπόλεμης αντίληψης, βασισμένης στο μίσος προς τους Παλαιστινίους και στην ιδέα ενός «Μεγάλου Ισραήλ». (Θεωρούμε περιττό να τονίσουμε πως τις απόψεις αυτές ενδυναμώνει και τους δίνει σάρκα και οστά και η εμμονή των ισλαμοφασιστών για την «εξαφάνιση του Ισραήλ» -«from the river to the sea»-: είναι το σημείο όπου συναντώνται οι δύο φανατισμοί, αλληλοτροφοδοτούμενοι).
Από εκεί και πέρα όμως η εξίσωση της αντιπολίτευσης με τον Νετανιάχου δεν αποτελεί ριζοσπαστισμό. Είναι πολιτική τύφλωση. Γιατί η απομάκρυνση του Νετανιάχου σημαίνει, ταυτοχρόνως, την αποδυνάμωση της ακροδεξιάς, και τον περιορισμό της επιρροής στην ισραηλινή πολιτική των πιο ακραίων συμμάχων του, δημιουργώντας συνθήκες αλλαγής που σήμερα μπορεί να μην είναι ορατές. Και μια τέτοια εξέλιξη μόνο ασήμαντη δεν είναι για όσους πληρώνουν με τη ζωή και την ελευθερία τους το τίμημα της πολιτικής της σημερινής ισραηλινής κυβέρνησης.
Η, για να το πούμε αλλιώς: η πολιτική αλλάζει όταν αλλάζουν οι συσχετισμοί. Και δεν χρειάζεται να τρέφεις αυταπάτες για την ισραηλινή αντιπολίτευση για να θέλεις την ήττα του Νετανιάχου. Μια ήττα του Νετανιάχου μπορεί να κλονίσει ένα σύστημα εξουσίας, να αλλάξει συσχετισμούς και να ανοίξει δρόμους για επόμενες διεκδικήσεις. Ας το καταλάβουν τόσο οι οπαδοί του Νετανιάχου, όσο και όσοι, στο όνομα μιας δήθεν αριστερής καθαρότητας, εξισώνουν το Ισραήλ μαζί του.
Η, ακόμη και χρησιμοποιώντας τον τίτλο του editorial της σημερινής Haaretz: «Οι Ισραηλινοί είναι καλύτεροι από τον Νετανιάχιου -Ψήφισε!»