Η κρίση του πολιτικού Κέντρου και το ανοιχτό ερώτημα της επόμενης διακυβέρνησης στην Ελλάδα

Κώστας Χλωμούδης 28 Οκτ 2026

Από την ευρωπαϊκή προειδοποίηση του EurasiaGroup στις πολιτικές ανατροπές της Σερβίας και της Βραζιλίας. Η ελληνική εμπειρία, η θεσμική διαφθορά και η αναζήτηση αξιόπιστης εναλλακτικής.

Η πρόσφατη έκθεση Top Risks 2026 του διεθνούς οίκου EurasiaGroup αναδεικνύει ως έναν από τα χαρακτηριστικά της περιόδου μας την αποδυνάμωση του παραδοσιακού πολιτικού Κέντρου στην Ευρώπη. Στη Γαλλία, τη Γερμανία και τη Βρετανία, οι κυβερνητικές δυνάμεις αντιμετωπίζουν κρίση εμπιστοσύνης, ενώ η κοινωνική δυσαρέσκεια δημιουργεί ευνοϊκές συνθήκες για αντισυστημικά και ακροδεξιά πολιτικά ρεύματα.

Πρόκειται για μια προειδοποίηση με ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για την Ελλάδα. Όχι επειδή η έκθεση προβλέπει τις ελληνικές εκλογικές εξελίξεις, αλλά επειδή φωτίζει μια κρίσιμη αντίφαση: την αποδυνάμωση της εμπιστοσύνης προς πολιτικές δυνάμεις που εμφανίστηκαν ως φορείς μετριοπάθειας, εκσυγχρονισμού και θεσμικής κανονικότητας και στη συνέχεια διέψευσαν τις σχετικές προσδοκίες.

Το Κέντρο που εμπιστεύθηκε τον Μητσοτάκη

Η εκλογική επιτυχία του Κυριάκου Μητσοτάκη το 2019 και η ακόμη μεγαλύτερη νίκη του το 2023, δεν εξηγούνται μόνον από την παραδοσιακή επιρροή της Νέας Δημοκρατίας.

Η πολιτική του πρόταση απευθύνθηκε και σε πολίτες του φιλελεύθερου, μεταρρυθμιστικού Κέντρου. Σε ανθρώπους που αναζητούσαν πολιτική σταθερότητα, διοικητική αποτελεσματικότητα, αξιοκρατία, ενίσχυση των θεσμών και ευρωπαϊκό προσανατολισμό.

Η σημερινή κρίση εμπιστοσύνης θέτει, επομένως, θέτει ένα σημαντικό θέμα που αφορά στο κατά πόσο εκείνες οι προσδοκίες έχουν εκπληρωθεί και σε ποιον βαθμό έχουν διαψευσθεί.

Διότι η φιλελεύθερη δημοκρατία δεν περιορίζεται στο απλουστευτικό αφήγημα που αφορά απλώς στην λειτουργία των αγορών και στη διευκόλυνση των επενδύσεων. Προϋποθέτει ισονομία, ανεξάρτητη Δικαιοσύνη, διαφάνεια στη διαχείριση του δημόσιου χρήματος και ουσιαστικούς περιορισμούς στην άσκηση της εξουσίας.

Όταν αυτές οι προϋποθέσεις αμφισβητούνται, η διατήρηση της εικόνας μιας μετριοπαθούς διακυβέρνησης καταρρέει και δεν μπορεί να διατηρηθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών.

Όταν η διαφθορά δεν χρειάζεται να παρανομήσει

Οι έρευνες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για τη διαχείριση αγροτικών επιδοτήσεων, οι ευρωπαϊκές επισημάνσεις για τις αδυναμίες αντιμετώπισης της διαφθοράς υψηλού επιπέδου και τα επανερχόμενα ζητήματα διαφάνειας στις δημόσιες συμβάσεις αναδεικνύουν σοβαρές θεσμικές προκλήσεις. Η γκρίζα εικόνα των ειδήσεων των τελευταίων ημερών, για σκάνδαλα και παραβατικές συμπεριφορές παραγόντων, επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο.

Προφανώς, οι καταγγελίες και οι εκκρεμείς δικαστικές υποθέσεις δεν ισοδυναμούν με αποδεδειγμένη ενοχή. Αυτό όμως δεν εξαντλεί την πολιτική συζήτηση.

Σε προηγούμενο άρθρο μας, «Η εποχή που η διαφθορά δεν χρειάζεται να παρανομήσει», είχαμε επιχειρήσει να περιγράψουμε μια διαφορετική διάσταση του προβλήματος: πρακτικές οι οποίες, ενώ ενδέχεται να καλύπτονται από την τυπική νομιμότητα, δημιουργούν συνθήκες προνομιακής πρόσβασης στην εξουσία και άνισης μεταχείρισης οικονομικών συμφερόντων.

Η πολιτική ουσία βρίσκεται στη διαμόρφωση των κανόνων. Ποιος αποφασίζει; Ποιος ελέγχει; Ποιος αποκτά πρόσβαση στους δημόσιους πόρους; Και ποιος τελικά ωφελείται;

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η παράνομη συναλλαγή. Είναι και η πιθανότητα η ίδια η διαδικασία λήψης αποφάσεων να διαμορφώνεται υπό τη δυσανάλογη επιρροή ισχυρών οικονομικών παραγόντων.

Ο Κάθετος Διάδρομος και η διεθνοποίηση της διαπλοκής

Μια χαρακτηριστική περίπτωση που απαιτεί δημόσιο έλεγχο είναι η διασταύρωση της αμερικανικής ενεργειακής στρατηγικής με ελληνικά επιχειρηματικά συμφέροντα γύρω από τον “Κάθετο Διάδρομο” φυσικού αερίου.

Οι πρόσφατες αποκαλύψεις της WallStreet Journal για τις σχέσεις της Αμερικανίδας πρέσβειρας ΚίμπερλιΓκίλφοϊλ με Έλληνες επιχειρηματίες, την παρουσία εκπροσώπου συμφερόντων του ομίλου AKTOR σε διπλωματικές επαφές και την προώθηση συγκεκριμένων ενεργειακών συνεργασιών έχουν εγείρει σοβαρά ερωτήματα.

Η παραίτησή της, ύστερα από τα σχετικά δημοσιεύματα, προσέδωσε στην υπόθεση πρόσθετη πολιτική βαρύτητα, χωρίς να αποδεικνύει την αλήθεια όλων των καταγγελιών.

Ο ίδιος ο “Κάθετος Διάδρομος” αποτελεί ένα σύνθετο γεωοικονομικό εγχείρημα, με υπαρκτές δυνατότητες διαφοροποίησης του ενεργειακού εφοδιασμού της περιοχής. Οι δυνατότητες αυτές δεν καταργούν την ανάγκη ελέγχου των όρων συμμετοχής του Δημοσίου, του καταμερισμού των κινδύνων, της διαφάνειας και της οικονομικής αποτελεσματικότητας.

Η υπόθεση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον υπό το πρίσμα μιας ακόμη επισήμανσης του EurasiaGroup, στην έκθεση Top Risks 2026, που εντοπίζει ως έναν από τους δέκα σημαντικότερους διεθνείς κινδύνους την ανάπτυξη ενός "κρατικού καπιταλισμού με αμερικανικά χαρακτηριστικά". Τον περιγράφει ρητά ως προσωποπαγή και συναλλακτικό, όπου η εγγύτητα με την πολιτική εξουσία μπορεί να καθορίζει την επιχειρηματική εύνοια. Το ερώτημα για την Ελλάδα είναι κατά πόσον στοιχεία αυτής της πρακτικής εμφανίζονται και στις σχέσεις αμερικανικής διπλωματίας, ελληνικής κυβέρνησης και εγχώριων επιχειρηματικών συμφερόντων, όπως εκείνων που δραστηριοποιούνται γύρω από τον “Κάθετο Διάδρομο”.

Ως φυσικό ακόλουθο γεννιέται το ερώτημα για την Ελλάδα “κατά πόσον οι ενεργειακές και γεωπολιτικές επιλογές της συγκροτούν μια αυτοτελή εθνική και ευρωπαϊκή στρατηγική ή επηρεάζονται δυσανάλογα από την προώθηση συγκεκριμένων επιχειρηματικών συμφερόντων...”.

Σερβία και Βραζιλία: δύο διαφορετικές πολιτικές εμπειρίες

Μέσα σε αυτό το διεθνές περιβάλλον, τα πρόσφατα εκλογικά αποτελέσματα στη Σερβία και τη Βραζιλία παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Στη Σερβία, το φοιτητικό κίνημα που αναπτύχθηκε έπειτα από την τραγωδία στον σιδηροδρομικό σταθμό του ΝόβιΣαντ και τις κινητοποιήσεις για λογοδοσία και καταπολέμηση της διαφθοράς κατάφερε να μετατρέψει μια κοινωνική διαμαρτυρία σε εκλογική πλειοψηφία. Η ήττα του πολιτικού συνασπισμού του ΑλεξάνταρΒούτσιτς αποτελεί σημαντική πολιτική μεταβολή, αν και η ικανότητα της νέας πλειοψηφίας να κυβερνήσει αποτελεσματικά παραμένει ανοιχτό ζήτημα.

Στη Βραζιλία, η επανεκλογή του Λούλα απέναντι στον Φλάβιο Μπολσονάρου, με 51,79%, ανέδειξε την εκλογική αντοχή μιας διαφορετικής πολιτικής κατεύθυνσης απέναντι στον μπολσοναρισμό. Παράλληλα, το υψηλό ποσοστό του αντιπάλου του υπενθυμίζει πόσο ισχυρή παραμένει η κοινωνική πόλωση.

Οι δύο χώρες έχουν διαφορετικές ιστορικές και πολιτικές συνθήκες. Δεν προσφέρουν κάποιο υπόδειγμα για την Ελλάδα.

Αναδεικνύουν, ωστόσο, μια κοινή προβληματική: οι αντιπαραθέσεις για τη δημοκρατία, τους θεσμούς και την πολιτική λογοδοσία μπορούν να κινητοποιήσουν πολίτες πέρα από τις παραδοσιακές κομματικές ταυτότητες.

Η αντιπαράθεση με τον αυταρχισμό και τις πολιτικές μορφές που συνδέονται με τον τραμπισμό δεν αφορά αποκλειστικά μια ιδεολογική παράταξη. Αγγίζει διαφορετικές δημοκρατικές παραδόσεις, από τον κοινωνικό φιλελευθερισμό έως τη σοσιαλδημοκρατία και την ανανεωτική Αριστερά.

Η ελληνική αντίφαση: αποδοκιμασία χωρίς πειστική εναλλακτική

Στην Ελλάδα, η τελευταία δημοσκόπηση της MetronAnalysis καταγράφει αρνητική αξιολόγηση του κυβερνητικού έργου από το 67,3% των ερωτηθέντων.

Πρόκειται για σημαντική ένδειξη κοινωνικής δυσαρέσκειας, όχι όμως για άμεση μέτρηση της εκλογικής απήχησης του πρωθυπουργού ή για πρόβλεψη του εκλογικού αποτελέσματος.

Άλλωστε, η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να προηγείται στις δημοσκοπήσεις, ενώ από τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν έχει μέχρι στιγμής προκριθείποσοτικά, μια ευρύτερα αποδεκτή εναλλακτική κυβερνητική πρόταση.

Αυτό είναι και κατά τη γνώμη μας το κρισιμότερο χαρακτηριστικό της ελληνικής συγκυρίας: η απόσταση ανάμεσα στην κοινωνική δυσαρέσκεια και στην εμπιστοσύνη προς μια διαφορετική διακυβέρνηση.

Οι προσπάθειες διαμόρφωσης συγκροτημένων προγραμματικών προτάσεων και πλαισίου, όπως αυτές που επιχειρεί το ΠΑΣΟΚ, αλλά και οι δημόσιες συζητήσεις για συγκεκριμένες προγραμματικές συγκλίσεις μεταξύ κομμάτων ντου συνταγματικού τόξου και δυνάμεων με διαφορετικές ιστορικές διαδρομές, αποτελούν στοιχεία αυτής της αναζήτησης.

Η αξιοπιστία τους, κρίνεται από το συγκεκριμένο περιεχόμενο των προτάσεων, τη δημοσιονομική και διοικητική τους εφικτότητα και τη δυνατότητα των πολιτικών δυνάμεων να συμφωνήσουν σε πραγματικές προτεραιότητες και όχι απλώς σε μια κοινή συγκυριακή στάση.

Η αναγκαία αλλαγή προσώπων δεν εγγυάται πάντα αλλαγή πολιτικής. Και η συνάθροιση παραγόντων διαφορετικών κομμάτων δεν αποτελεί αυτομάτως αξιόπιστο κυβερνητικό σχέδιο.

Η επόμενη διακυβέρνηση ως ζήτημα θεσμών και προγράμματος

Η εμπειρία των τελευταίων ετών αναδεικνύει την ανάγκη μιας συζήτησης που να υπερβαίνει τα όρια της απλής εκλογικής αντιπαράθεσης.

Η Ελλάδα χρειάζεται σαφείς και ελέγξιμες προγραμματικές απαντήσεις για την καταπολέμηση της διαφθοράς, την ανεξαρτησία των ελεγκτικών θεσμών, τη διαφάνεια στις δημόσιες συμβάσεις, τη δίκαιη φορολογία, την παραγωγική ανασυγκρότηση, την εργασία και το κοινωνικό κράτος.

Χρειάζεται επίσης μια συνεκτική συζήτηση για την εξωτερική πολιτική και τη σχέση της χώρας με την Ευρωπαϊκή Ένωση, ιδίως σε μια περίοδο κατά την οποία οι αμερικανικές επιλογές αποκλίνουν σε σημαντικά πεδία από τις ευρωπαϊκές προτεραιότητες.

Οι προγραμματικές συγκλίσεις μπορούν να αποκτήσουν πραγματικό πολιτικό περιεχόμενο όταν απαντούν σε αυτά τα ζητήματα, διαθέτουν σαφή θεσμική βάση και καθιστούν ελέγξιμες τις δεσμεύσεις όσων διεκδικούν την εξουσία.

Το εκλογικό μέλλον της σημερινής κυβέρνησης θα κριθεί από τους πολίτες. Η ουσιαστική πρόκληση για το πολιτικό σύστημα όμως, είναι ευρύτερη.

Η προειδοποίηση του EurasiaGroup και οι διαφορετικές εμπειρίες της Σερβίας και της Βραζιλίας υπενθυμίζουν ότι η δημοκρατική εμπιστοσύνη δεν είναι μόνιμο κεκτημένο. Χρειάζεται διαρκώς να επιβεβαιώνεται μέσα από την πολιτική πράξη.

Το ζητούμενο δεν είναι μόνο ποιος θα κυβερνήσει μετά τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Είναι αν η επόμενη διακυβέρνηση θα καταφέρει να αποκαταστήσει τη σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στην κοινωνία και στους θεσμούς, περιορίζοντας την προνομιακή επιρροή της οικονομικής ισχύος πάνω στην πολιτική εξουσία.