Τα άγνωστα επακόλουθα του «Αλβανικού έπους»

Γιάννης Λασκαράκης 28 Οκτ 2026

Αυτές τις μέρες κάθε  χρόνο γιορτάζουμε το ένδοξο ΟΧΙ του δικτάτορα Μεταξά,«του μόνου Έλληνα που θα μπορούσε να πει το ΝΑΙ», όπως  γράφηκε πρόσφατα. Στη συνέχεια γράφτηκαν  πολλά ηρωικά για τις νίκες εναντίον των Ιταλών στο αλβανικό μέτωπο. Πράγματι μέχρι την εισβολή  του Γερμανικού στρατού  από το οχυρό Ρούπελ της Ροδόπης  τα ελληνικά στρατεύματα, παρά τις τεράστιες ελλείψεις σε απαραίτητα εφόδια για την αντιμετώπιση  των ακραίων  καιρικών και εδαφικών συνθηκών, όχι μόνο αμύνθηκαν επιτυχώς, αλλά διείσδυσαν στο αλβανικό μέτωπο, «απελευθερώνοντας» προσωρινά γνωστές αλβανικές πόλεις με ελληνικό πληθυσμό.

Μετά την κάθοδο των Γερμανών ξέσπασε διαφωνία μεταξύ των Άγγλων στρατηγών και των Ελλήνων σχετικά με την  γραμμή άμυνας των  συμμαχικών δυνάμεων απέναντι στην  γερμανική επίθεση. Οι Άγγλοι υποστήριζαν τη γραμμή Αλιάκμονα μεταξύ Ολύμπου, Βερμίου  και Καϊμακτσαλάν, ενώ ο αρχιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος προτιμούσε τη Γραμμή Μεταξά στο Νέστο ποταμό.

Τελικά ο Βασιλιάς Γεώργιος ,  η διορισμένη Κυβέρνηση  και ο στρατηγός Παπάγος αποφάσισαν να συμπτυχθεί ο κύριος όγκος των στρατευμάτων  στη γραμμή του Αλιάκμονα και να μείνουν τρεις ελληνικές  μεραρχίες για την υπεράσπιση της Γραμμής Μεταξά στο Νέστο.

Στις 6 Απριλίου τα χαράματα ο Γερμανός πρέσβης στην Αθήνα επέδωσε στον πρωθυπουργό τελεσίγραφο για την εισβολή των στρατευμάτων των Ναζί στην Ελλάδα.

Ο ελληνικός στρατός βρέθηκε να αμύνεται   σκληρά σε δύο μέτωπα, εναντίον των Ιταλών και των Γερμανών.  Μάταιη θεωρούνταν  η συνέχιση του πολέμου και στο αλβανικό μέτωπο. Η μετατροπή του έπους της Αλβανίας σε ήττα και η παράδοση στους Ιταλούς δεν ήταν δυνατόν να γίνει αποδεκτή ούτε από τους στρατηγούς , ούτε από την Κυβέρνηση, ούτε από τον ελληνικό λαό που θυσίασε στα παγωμένα βουνά της Αλβανίας  χιλιάδες παιδιά του. Προτιμότερη ήταν μια έντιμη συνθηκολόγηση και η παράδοση   στους Γερμανούς. Κανείς όμως δεν τολμούσε να προβεί σε μια τέτοια ενέργεια. Ο βασιλιάς, η κυβέρνηση και ο Παπάγος φοβόντουσαν ότι θα τους κατηγορούσαν για ηττοπάθεια, ακόμη και για προδοσία.  Ήθελαν να δοξασθούν προσφέροντας  στον διψασμένο για νίκες λαό, την επανάληψη του αλβανικού έπους.  Μόνο που ο εξουθενωμένος και αποδεκατισμένος  στρατός στην  Αλβανία δεν είχε πια δυνάμεις να επαναλάβει την ίδια επιτυχία απέναντι σε μία ισχυρότατη και   πειθαρχημένη πολεμική μηχανή.

Μετά την απόφαση για τη σύμπτυξη των δυνάμεων στη γραμμή του Αλιάκμονα και τη συνέχιση της αντίστασης άρχισαν να εμφανίζονται διαλυτικά φαινόμενα του στρατού. Πνεύμα απείθειας καλλιεργήθηκε μεταξύ αξιωματικών και οπλιτών. Διαρροή ανδρών, αυτοτραυματισμοί, φυγομαχίες και μαζικές  λιποταξίες αναφέρονταν καθημερινά.  Κλίμα άτακτης υποχώρησης διαμορφώθηκε. Στις 13 Απριλίου διασπάστηκε και η γραμμή του Αλιάκμονα. Τα βρετανικά στρατεύματα υποχώρησαν προς τις Θερμοπύλες.  Διακόπηκαν οι επικοινωνίες μεταξύ των μονάδων. Η αποσύνθεση διαδόθηκε  σε ολόκληρο το Σώμα.  Οι στρατιώτες που προέρχονταν από την Μακεδονία και τη Θράκη, που είχαν ήδη καταλειφθεί από τους Γερμανούς, δεν πολεμούσαν ή λιποτακτούσαν  για να συναντήσουν  τις οικογένειές  τους.

 Ο  πρωθυπουργός Κορυζής υποστήριζε τη συνθηκολόγηση θεωρώντας μάταιη τη συνέχιση του πολέμου. Ο βασιλιάς διαφωνούσε.     Ο πρωθυπουργός υπέβαλε την παραίτησή του.  Την επόμενη ώρα  αυτοκτόνησε στο σπίτι του με δύο σφαίρες στην καρδιά του.

Επί τρεις μέρες η χώρα παρέμεινε χωρίς  κυβέρνηση.  Ο Βασιλιάς Γεώργιος ήταν ο μόνος υπεύθυνος εκπρόσωπος του κράτους.  Το παράνομο καθεστώς της 4ης Αυγούστου κατέρρεε.  Το «Όχι» του Μεταξά και οι νίκες στην Αλβανία είχαν παρατείνει  την ύπαρξή του.   Ο δικτάτορας δεν ζούσε για να αντικρύσει το χάος που άφησε πίσω του.

Εν τω μεταξύ τα βαριά γερμανικά άρματα εισέδυσαν στις γραμμές των Ελλήνων στη Θράκη και την Ανατολική Μακεδονία.   Ο Παπάγος  συνέχιζε να αρνείται την συνθηκολόγηση.

Και τότε άρχισε η  μεγάλη διαρροή. Οι καταγόμενοι άνδρες από Θράκη και Ανατολική Μακεδονίαέμαθαν ότι οι Γερμανοί κατακτητές απέλυαν τους αιχμαλώτους , οι οποίοι  επέστρεφαν  με ασφάλεια στα σπίτια τους. Για  εκείνους είχε τελειώσει ο πόλεμος.

Οι στρατιώτες του  αλβανικού μετώπου , οι νικητές  της  Χιμάρας και της  Κλεισούρας, πετούσαν  τα όπλα τους και ξεκινούσαν   με κάθε μέσον, με κάρα, με ζώα ή και πεζοί,  νηστικοί και ξυπόλυτοι, με χιόνια και παγετούς, να επιστρέφουν στα σπίτια τους. Εγκατέλειπαν τις περιοχές που είχαν υπερασπισθεί με άφθονο αίμα και πολλές  νεανικές ζωές.

Διαλύθηκαν αμαχητί τρεις μεραρχίες της Στρατιάς Κεντρικής Μακεδονίας και  τέσσερις   της Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας.

Σε έκθεση επιτελάρχη της Στρατιάς  Δυτικής Μακεδονίας αναφέρεται:

«…κινούμενος προς Αθήνας μέσω Άρτης, η οδός ήτο κατάμεστος φυγάδων οπλιτών εις πυκνάς ομάδας οδευόντων, πυροβολούντων και λαφυραγωγούντων … Η κατάστασις ήτο αισχρά και εις την περιοχήν Λεβαδείας- Θηβών» .

Και η τραγωδία ολοκληρωνόταν  όταν οι άτακτες φάλαγγες των λιποτακτών προς Ιωάννινα, Άρτα, Κόνιτσα, Γρεβενά,  υφίσταντο   συνεχείς προσβολές της εχθρικής αεροπορίας. Οι απώλειες κατά την Μεγάλη Εβδομάδα του 1941 υπερέβαιναν το σύνολο των απωλειών στο μέτωπο της Αλβανίας.

Μετά την δόξα η καταισχύνη. Μετά τον  θρίαμβο η  καταστροφή. Σύνηθες φαινόμενο της ελληνικής Ιστορίας. Όπως  συνέβη και με την άτακτη υποχώρηση του ηττημένου στρατού στην Μικρά Ασία , με τις ντροπιαστικές  πράξεις των φαντάρων, τις βιαιότητες, τις  λιποταξίες, τις  κλοπές, τις λεηλασίες.

Ο βασιλιάς  και ο αρχιστράτηγος δίσταζαν να αναλάβουν πρωτοβουλία για την σύναψη ανακωχής. Υπολόγιζαν το πολιτικό κόστος, όπως συμβαίνει συνήθως.  Προτιμούσαν να πέσουν ηρωικώς μαχόμενοι οι φαντάροι  για να δοξασθούν εκείνοι.

Παράλληλα ο Παπάγος εξέδωσε διαταγή για την αυστηρή τιμωρία των φυγάδων. Εκατοντάδες οπλίτες και αξιωματικοί εκτελέσθηκαν με σκοπό την εμπέδωση της πειθαρχίας στο στράτευμα. Τα πράγματα όμως έγιναν χειρότερα. Οι στρατιώτες  έστρεφαν τα όπλα εναντίον των αξιωματικών, πυροβολούσαν κατά αυτοκινήτων, λαφυραγωγούσαν και λήστευαν   χωριά και  πολίτες. Οι ήρωες της Αλβανίας επιτίθονταν  στους αξιωματικούς, τους άρπαζαν τις αποσκευές και τα άλογα και εξαφανίζονταν.

Από πλευράς κυβέρνησης και αρχιστρατηγίας επικρατούσε σιγή ιχθύος. Καμία απάντηση στην αναφορά των στρατηγών  για συνθηκολόγηση.

Ούτε στον δεσπότη των Ιωαννίνων που εκλιπαρούσε για συνθηκολόγηση, απάντησαν.

Στις 20 Απριλίου ο  Τσολάκογλου πήρε την πρωτοβουλία . Ενημέρωσε τους επιτελείς του, τους   σωματάρχες και τους Μεράρχους. Όλοι τους συμφώνησαν ότι για να περισωθεί το γόητρο του στρατού, δεν υπάρχει άλλη λύση από την συνθηκολόγηση.  Στην επίτευξη της  συνθηκολόγησης συνέβαλε και ο καθηγητής και πολιτικός Παναγιώτης Κανελλόπουλος ο οποίος υπηρετούσε στο Γ’ Σώμα στρατού, στην Μεραρχία του  Αρχιπελάγους, υπό τον Τσολάκογλου,  ως εθελοντής με τον βαθμό του δεκανέα. 

Με την συνθηκολόγηση παραδόθηκαν όλα τα τμήματα της Βόρειας Ελλάδας  στους Γερμανούς.  Όλοι ανακουφίστηκαν, αλλά φόρτωσαν στον Τσολάκογλου την συνθηκολόγηση που όλοι επιθυμούσαν αλλά δεν τολμούσαν.

Κανένα σχέδιο δεν υπήρξε για την οργανωμένη επιστροφή των φαντάρων στα χωριά τους, στα σπίτια τους.   Η απείθεια, οι μαζικές λιποταξίες και η άτακτη υποχώρηση οδήγησαν στη διάλυση του στρατεύματος.      Οι στρατιώτες, κουρελιασμένοι, βρώμικοι, γενειοφόροι, πεινασμένοι, περπατούσαν χιλιόμετρα για να επιστρέψουν στα χωριά τους.  Δεξιά και αριστερά του δρόμου πτώματα άταφα, πεταμένα όπλα, ψόφια άλογα και μουλάρια. 

Στις πόλεις οι αξιωματικοί και οι χωροφύλακες την είχαν κοπανήσει και οι πεινασμένοι Έλληνες επιδίδονταν σε λεηλασίες δημόσιων κτιρίων, αποθηκών και καταστημάτων. Χάος και αναρχία επικρατούσε παντού.   

Όταν οι Γερμανοί μπήκαν χωρίς αντίσταση στις πόλεις, οργανωμένα και σε παράταξη, οι ταλαιπωρημένοι φαντάροι μας τους παρακολουθούσαν περίλυποι καθισμένοι στα πεζοδρόμια.  Κάποιοι άλλοι Έλληνες, όμως, τους υποδέχονταν όχι σαν κατακτητές, αλλά σαν απελευθερωτές, κρατώντας στα χέρια τους αγκυλωτούς σταυρούς. Τους έραιναν με άνθη, τους στεφάνωναν και τους αγκάλιαζαν.

Ο βασιλιάς με την οικογένειά του και η Κυβέρνηση Τσουδερού τόσκασαν από την Κρήτη μέσα από ορεινά μονοπάτια και  σάλπαραν για την Αίγυπτο. Έκπληκτα και γεμάτα οργή τα πληρώματα των πολεμικών πλοίων του ναύσταθμου της Σούδας έβλεπαν να φορτώνονται στο αντιτορπιλικό «Βασίλισσα Όλγα» οι πολυτελείς οικοσκευές του βασιλιά, του διαδόχου Παύλου, της Φρειδερίκης   και των πριγκίπων. 

Κάπως έτσι κατέληξε η «γιορτή»  που ξεκίνησε με ενθουσιασμό και πατριωτική έξαρση στις 28 Οκτωβρίου του 1940.