Η Μόσχα μπορεί να αποκομίζει στρατηγικά οφέλη από μια ευρωπαϊκή κρίση, ακόμη κι όταν η εμπλοκή της στην πρόκλησή της παραμένει ατεκμηρίωτη. Αρκεί να αξιοποιεί τις υπαρκτές συγκρούσεις, να διογκώνει την ανασφάλεια και να μετατρέπει την κοινωνική δυσαρέσκεια σε γενικευμένη δυσπιστία απέναντι στη δημοκρατία και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Εκεί βρίσκεται η πολιτική σημασία των επιχειρήσεων παραπληροφόρησης: στην προσπάθεια να αποκτήσει κάθε εσωτερικό ρήγμα γεωπολιτική χρησιμότητα.
Το ρεπορτάζ των Financial Times για την εκμετάλλευση των ταραχών στη Γαλλία περιγράφει αυτή τη μέθοδο, διατηρώντας μια κρίσιμη διάκριση. Φιλορωσικοί λογαριασμοί ενίσχυσαν την προβολή της βίας και διέδωσαν ψευδή αφηγήματα. Η υποκίνηση των κινητοποιήσεων από τη Ρωσία, ωστόσο, παρέμενε ατεκμηρίωτη, όπως και η έκταση της πραγματικής επιρροής αυτών των παρεμβάσεων στην εξέλιξη των γεγονότων.
Η διάκριση έχει ουσία. Η μετατροπή κάθε διαδηλωτή σε υποχείριο ξένων υπηρεσιών μεταθέτει τις ευθύνες για τα εσωτερικά αδιέξοδα σε εξωτερικούς εχθρούς και υπονομεύει την αξιοπιστία της ίδιας της έρευνας. Οι κοινωνικές εντάσεις έχουν εσωτερικές αιτίες, πολιτικές ευθύνες και πραγματικά αιτήματα. Ακριβώς γι’ αυτό προσφέρονται για εκμετάλλευση: η αποτελεσματική προπαγάνδα επενδύει σε υπαρκτά προβλήματα και παραποιεί την ερμηνεία τους.
Οι μηχανισμοί είναι καταγεγραμμένοι. Η γαλλική υπηρεσία VIGINUM ανέλυσε 77 επιχειρήσεις του δικτύου Storm-1516, τεκμηριώνοντας μια οργανωμένη μέθοδο παραγωγής και διάδοσης παραπλανητικού περιεχομένου. Πρόκειται για υποδομή πολιτικής παρέμβασης με επαναλαμβανόμενες τεχνικές και αναγνωρίσιμες διαδρομές διάδοσης.
Αντίστοιχα, η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης έχει χαρτογραφήσει την ψηφιακή υποδομή που αξιοποιούν ξένοι δρώντες, κυρίως η Ρωσία αλλά και η Κίνα, για χειραγώγηση του πληροφοριακού περιβάλλοντος στην Ευρώπη. Η εικόνα που προκύπτει αφορά οργανωμένη δραστηριότητα, πέρα από τις μεμονωμένες αναρτήσεις χρηστών.
Η πολιτική χρησιμότητα αυτής της δράσης για τη Μόσχα είναι σαφής. Μια Ευρώπη απορροφημένη από τις εσωτερικές της συγκρούσεις δυσκολεύεται να διατηρήσει κοινή στρατηγική και αντοχή απέναντι στις εξωτερικές απειλές. Η καλλιέργεια της εικόνας μιας ηπείρου σε αποσύνθεση ευνοεί όσους παρουσιάζουν τον αυταρχισμό ως συνώνυμο της τάξης και τη δημοκρατική διαφωνία ως απόδειξη παρακμής. Αυτή η πολιτική εκτίμηση, βεβαίως, απαιτεί ξεχωριστή τεκμηρίωση όταν εξετάζονται οι στόχοι και τα αποτελέσματα κάθε συγκεκριμένης επιχείρησης.
Στο επίκεντρο βρίσκονται και οι πλατφόρμες. Όταν η διάδοση ενός βίντεο καθορίζεται από την ικανότητά του να προκαλεί φόβο ή αγανάκτηση, η παραποίηση αποκτά προνομιακή πρόσβαση στη δημόσια συζήτηση. Η ευθύνη τους αφορά τη διαφάνεια των μηχανισμών διάδοσης, τον εντοπισμό συντονισμένων επιχειρήσεων και τη συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές, με κανόνες και δυνατότητα ελέγχου.
Η ευρωπαϊκή απάντηση χρειάζεται ακρίβεια, θεσμική επάρκεια και πολιτική βούληση. Το Συμβούλιο της ΕΕ εντάσσει τη χειραγώγηση της πληροφορίας και τις παρεμβάσεις στις δημοκρατικές διαδικασίες στο ευρύτερο πλαίσιο των ρωσικών υβριδικών δραστηριοτήτων. Η προστασία της δημόσιας σφαίρας αποτελεί ήδη πεδίο ευρωπαϊκής πολιτικής. Το ζητούμενο είναι η αποτελεσματικότητα της εφαρμογής της.
Για την Ελλάδα, οι προτεραιότητες είναι συγκεκριμένες: τεκμηρίωση πριν από την καταγγελία, διαφάνεια στην πολιτική επικοινωνία, δημοσιογραφική επαλήθευση και πολιτικές που αντιμετωπίζουν τις πραγματικές πηγές της δυσπιστίας. Η επίκληση του ξένου δακτύλου ως καθολικής εξήγησης είναι εξίσου επιζήμια με την αδιαφορία απέναντι στις τεκμηριωμένες παρεμβάσεις.
Η δημοκρατία οφείλει να ακούει την κοινωνική δυσαρέσκεια και να προστατεύει τη δημόσια συζήτηση από όσους τη χειραγωγούν. Κάθε πραγματικό πρόβλημα που μένει άλυτο προσφέρει υλικό στην προπαγάνδα. Κάθε ψέμα που περνά ως γεγονός της παραχωρεί πολιτικό έδαφος. Το Κρεμλίνο εισπράττει το πιο πολύτιμο μέρισμα όταν οι ευρωπαϊκές κοινωνίες αρχίζουν να θεωρούν τη δημοκρατία τους ανίκανη και τον αυταρχισμό αποδεκτή διέξοδο.