Οι εκλογές της 27ης Οκτωβρίου στο Ισραήλ ανέδειξαν μια βαθύτερη σύγκρουση για τον χαρακτήρα του κράτους, τη δημοκρατική λειτουργία των θεσμών και τη γεωπολιτική κατεύθυνση της χώρας. Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου, παρά τη φθορά της διακυβέρνησής του και την ιστορική αποτυχία ασφαλείας της 7ης Οκτωβρίου 2023, εξακολουθεί να διεκδικεί την εξουσία με τη στήριξη της εθνικιστικής ακροδεξιάς και των υπερορθόδοξων θρησκευτικών κομμάτων. Απέναντί του, ο πρώην αρχηγός του ισραηλινού στρατού Γκάντι Άιζενκοτ ηγείται ενός ετερόκλητου αντιπολιτευτικού στρατοπέδου που δυσκολεύεται να μετατρέψει την κυβερνητική φθορά σε πολιτική αλλαγή.
Η καταμέτρηση της 29ης Οκτωβρίου αποτυπώνει 53 έδρες για τον συνασπισμό Νετανιάχου, 48 για την εβραϊκή αντιπολίτευση και 19 για τα αραβικά κόμματα. Η κυβερνητική παράταξη χάνει την πλειοψηφία των 61 εδρών, ενώ οι αντίπαλοί της διαθέτουν αριθμητικά τη δυνατότητα συγκρότησης πλειοψηφίας 67 εδρών. Το εκλογικό παράδοξο είναι σαφές: ο Νετανιάχου αποδυναμώνεται, αλλά η αντιπολίτευση αδυνατεί να συμφωνήσει στους όρους της διαδοχής του.
Η αποτυχία της αντιπολίτευσης αποκτά ιδιαίτερη σημασία μετά την επίθεση της Χαμάς, τις σφαγές αμάχων και την κατάρρευση των ισραηλινών μηχανισμών ασφαλείας. Ο πρωθυπουργός που οικοδόμησε την κυριαρχία του στην υπόσχεση της ασφάλειας βρέθηκε αντιμέτωπος με τη μεγαλύτερη διάψευση του πολιτικού του αφηγήματος. Ωστόσο, όπως επισημαίνουν οι Financial Times, οι αντίπαλοί του στερήθηκαν κοινής ηγεσίας, συνεκτικού προγράμματος και συμφωνημένου σχεδίου διακυβέρνησης. Ο αντινετανιαχισμός αποδείχθηκε ισχυρό στοιχείο συσπείρωσης, αλλά ανεπαρκής πολιτική πρόταση.
Η σύνθεση των δύο στρατοπέδων εξηγεί σημαντικό μέρος αυτής της αντίφασης. Το Λικούντ στηρίζεται στους εθνικιστές Μπεν Γκβιρ και Σμότριχ και στα υπερορθόδοξα κόμματα Σας και Ενωμένος Ιουδαϊσμός της Τορά. Η αντιπολίτευση συνενώνει το Γιασάρ του Άιζενκοτ, το Μαζί του Ναφτάλι Μπένετ, τους Δημοκράτες του Γιάιρ Γκολάν και το δεξιό, κοσμικό Γισραέλ Μπεϊτενού του Αβιγκντόρ Λίμπερμαν. Η κοινή επιδίωξη απομάκρυνσης του Νετανιάχου συγκαλύπτει ουσιαστικές διαφορές στην αντίληψη για το κράτος και τη διακυβέρνησή του.
Η χαρακτηριστικότερη αφορά τα αραβικά κόμματα. Η ιστορικά υψηλή συμμετοχή των Αράβων πολιτών ενίσχυσε αποφασιστικά την εκπροσώπησή τους στην Κνεσέτ. Ωστόσο, η άρνηση ορισμένων δεξιών αντιπολιτευόμενων δυνάμεων να συνεργαστούν μαζί τους περιορίζει την προοπτική κυβερνητικής αλλαγής. Η συμμετοχή του Μανσούρ Αμπάς στην κυβέρνηση Μπένετ το 2021 είχε ήδη δημιουργήσει ένα διαφορετικό πολιτικό προηγούμενο. Το σημερινό αδιέξοδο επαναφέρει το ουσιαστικό ερώτημα της ισότιμης συμμετοχής των Αράβων πολιτών σε ένα εβραϊκό και δημοκρατικό κράτος.
Πίσω από τους εκλογικούς συσχετισμούς συντελείται μια βαθύτερη δημογραφική και ιδεολογική μεταβολή. Οι υπερορθόδοξοι Χαρεντίμ αποτελούν μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες πληθυσμιακές ομάδες. Η αυξανόμενη πολιτική επιρροή τους συνδέεται με τη διατήρηση της χρηματοδότησης των θρησκευτικών ιδρυμάτων και τις διεκδικήσεις εξαιρέσεων από τη στρατιωτική θητεία. Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου για τη στράτευσή τους ανέδειξε μια θεμελιώδη σύγκρουση γύρω από την ισότητα των υποχρεώσεων απέναντι στο κράτος.
Την ίδια στιγμή, η ιστορική υποχώρηση του Εργατικού Κόμματος, που πρωταγωνίστησε στην ίδρυση και στις πρώτες δεκαετίες διακυβέρνησης του Ισραήλ, αποτυπώνει τη συντηρητική μετατόπιση της κοινωνίας. Η αυξημένη επιρροή των θρησκευτικών εθνικιστών και η αποδυνάμωση της Κεντροαριστεράς μεταβάλλουν τη φυσιογνωμία της πολιτικής αντιπαράθεσης, που διεξάγεται πλέον κυρίως ανάμεσα σε διαφορετικές εκδοχές της Δεξιάς.
Οι συνέπειες υπερβαίνουν την εσωτερική πολιτική. Η κυβερνητική παρουσία των Μπεν Γκβιρ και Σμότριχ, η βία εξτρεμιστών εποίκων στη Δυτική Όχθη, η επέκταση των εποικισμών και οι παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη αναδεικνύουν τη σύγκρουση ανάμεσα στον θρησκευτικό εθνικισμό και στις αρχές της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Παράλληλα, η απομάκρυνση της προοπτικής δύο κρατών δυσχεραίνει τις σχέσεις με τον αραβικό κόσμο και περιορίζει τα περιθώρια περιφερειακής ομαλοποίησης.
Μια ενδεχόμενη κυβέρνηση Άιζενκοτ θα αντιμετώπιζε τις ίδιες στρατηγικές προκλήσεις από το Ιράν, τη Χαμάς και τη Χεζμπολάχ. Οι ουσιαστικές δυνατότητες διαφοροποίησης αφορούν κυρίως την ανεξαρτησία των θεσμών, την αντιμετώπιση της βίας των εποίκων και την αποκατάσταση της διεθνούς αξιοπιστίας. Η ασφάλεια του Ισραήλ εξαρτάται τόσο από τη στρατιωτική του ισχύ όσο και από τη δυνατότητα διαμόρφωσης βιώσιμων πολιτικών και διπλωματικών συμφωνιών.
Η ισραηλινή κάλπη ανέδειξε μια διπλή κρίση: την απώλεια της κυβερνητικής πλειοψηφίας και την αδυναμία της αντιπολίτευσης να συγκροτήσει μια νέα. Πίσω από αυτή την αντίφαση εξελίσσεται μια βαθύτερη σύγκρουση για τη δημοκρατική ταυτότητα και τη στρατηγική θέση της χώρας. Το πραγματικό διακύβευμα υπερβαίνει την πολιτική τύχη του Νετανιάχου. Αφορά την ικανότητα του Ισραήλ να συνδυάσει τη στρατιωτική του υπεροχή με τη θεσμική αξιοπιστία, την κοινωνική συνοχή και μια βιώσιμη περιφερειακή στρατηγική. Γιατί η στρατιωτική ισχύς μπορεί να εξασφαλίζει την άμυνα ενός κράτους. Η πολιτική του κατεύθυνση καθορίζει αν αυτή η ισχύς θα μετατραπεί σε ασφάλεια, σταθερότητα και προοπτική ειρήνης.