Θα μου πείτε: Σιγά τώρα, ένα καφενείο ήταν!
Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και το Υπουργείο Πολιτισμού, όταν της υποβλήθηκε το αίτημα από 600 και πλέον κατοίκους της περιοχής των Εξαρχείων, αλλά και του Δημοτικού Συμβουλίου της Αθήνας, να διατηρηθεί το καφενείον «Μουριά» ως νεότερου μνημείου σύγχρονης πολιτιστικής κληρονομιάς.
Γιατί η «Μουριά» δεν είναι ένα οποιοδήποτε καφενείο.
Ανοιξε το 1915 κι έκτοτε δεν έκλεισε ποτέ παραμένοντας φωλιά συνύπαρξης και κοινωνικής ζύμωσης με φόντο Παγκόσμιους Πολέμους, Κατοχή, εμφύλιο, Χούντα, μεταπολίτευση, μνημόνια, πανδημία, σόσιαλ μίντια, τεχνητή νοημοσύνη. Και σήμερα κατεβάζει ρολά για να στεγαστεί στο χώρο ένα ακόμη φαρμακείο...
Έτσι ακολουθεί το δρόμο και των άλλων εμβληματικών κτιριών- χώρων της Αθήνας που χάθηκαν, γιατί οι άνθρωποί της δεν έμαθαν να σέβονται τις μνήμες της.
Γιατί εκεί στη «Μουριά», ήπιαν τον καφέ τους, το ούζο ή τις μπύρες τους, φιλοσόφησαν, συζήτησαν και πήραν μεγάλες αποφάσεις καθηγητές που έγιναν αρθρογράφοι, ανέντακτοι, καταληψίες, ποιητές, βιβλιοφάγοι, διανοητές, διακινητές, άνθρωποι του πνεύματος και του θεάματος.
Εκεί έπινε τον καφέ του, ο Λεωνίδας Κύρκος, ο οποίος έμενε στην Καλλιδρομίου και την Μπλε Πολυκατοικία, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, που έμενε στη συμβολή των οδών Κουντουριώτου και Οικονόμου, η Σοφία Βέμπο, κάτοικος κι αυτή της Μπλε Πολυκατοικίας, η Κατίνα Παξινού, ο Φρέντυ Γερμανός, η Αρλέτα, ο Δημήτριος Φιλιππότης, ο Νικόλαος Γύζης, ο Γεώργιος Σουρής. Ήταν η γειτονιά του Παύλου Σιδηρόπουλου, του Νικόλα Άσιμου και της Κατερίνα Γώγου.
Ζούμε, τελικά σε μια πόλη που δεν έμαθε να αγαπά τον εαυτό της...