Δημοκρατικός Πατριωτισμός και η Πατρίδα ως Ευθύνη- Ενδιάμεσες Αμερικανικές Εκλογές

Κώστας Χλωμούδης 03 Νοε 2026

Στις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές, σήμερα, δοκιμάζεται κάτι ευρύτερο από την κοινοβουλευτική ισχύ ενός προέδρου: η δυνατότητα της δημοκρατίας να θέτει όρια σε μια πολιτική που ταυτίζει το έθνος με τον ηγέτη και το εθνικό συμφέρον με την επιβολή. Η ελπίδα για πολιτική αποδοκιμασία του “Τραμπισμού” αφορά και την Ευρώπη. Για την Ελλάδα, όμως, το ουσιαστικό ερώτημα είναι τι περιεχόμενο δίνουμε εμείς στην αγάπη για την πατρίδα.

Η δημοκρατική συνείδηση της “πατρίδας”

Ο δημοκρατικός πατριωτισμός συνδέει την ιστορική συνείδηση και το αίσθημα του ανήκειν με τη λαϊκή κυριαρχία, την πολιτική ισότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη. Αναγνωρίζει στην πατρίδα μια κοινότητα ανθρώπων που δικαιούνται να ζουν σε έναν σύγχρονο κόσμο ελεύθεροι, ασφαλείς και αξιοπρεπείς. Η αξία της μετριέται και από τη δυνατότητα των πολιτών της να διαφωνούν, να ελέγχουν την εξουσία και να αλλάζουν το κοινό τους μέλλον.

Η συζήτηση για τον συνταγματικό πατριωτισμό, από τον Χάμπερμας έως τον Γιαν-Βέρνερ Μύλλερ, προσφέρει ένα χρήσιμο θεωρητικό έρεισμα: η πολιτική αφοσίωση στηρίζεται σε δημοκρατικές αρχές που ελεύθεροι και ίσοι πολίτες μπορούν να δικαιολογήσουν μεταξύ τους. Στην Ελλάδα, αυτή η οπτική συναντά τις δημοκρατικές και απελευθερωτικές παραδόσεις μας, χωρίς να απαιτεί εξιδανίκευση του παρελθόντος. Η ιστορική αυτογνωσία ενισχύει την πατρίδα.

Ο εθνικισμός αποδίδει σε ορισμένους το μονοπώλιο της εθνικής αυθεντικότητας, αντιμετωπίζει τη διαφωνία ως μειωμένη εθνική νομιμοφροσύνη και αναζητεί εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς. Η πατριδοκαπηλία αξιοποιεί αυτόν τον μηχανισμό για εξουσία, εκλογική επιρροή ή ιδιωτικό όφελος. Εκεί όπου ο δημοκρατικός πατριωτισμός απαιτεί λογοδοσία, η πατριδοκαπηλία απαιτεί σιωπή στο όνομα της πατρίδας.

Κλίμα και ενέργεια: ποια συμφέροντα βαφτίζονται εθνικά;

Η εντολή Τραμπ για αποχώρηση από τη Συμφωνία των Παρισίων αποτυπώνει την υποταγή της συλλογικής αντιμετώπισης παγκόσμιων κινδύνων σε μια στενή ανάγνωση του εθνικού οφέλους. Όταν οι ισχυροί διεκδικούν εξαίρεση από τις κοινές δεσμεύσεις, το κόστος μεταφέρεται στους ασθενέστερους και στις επόμενες γενιές. Για την Ελλάδα, η διάβρωση της πολυμέρειας αποτελεί συγκεκριμένο πρόβλημα ασφάλειας.

Με αυτό το κριτήριο πρέπει να αξιολογηθεί η ενεργειακή πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Η εξορυκτική προσδοκία και η ανάδειξη της χώρας σε πύλη αμερικανικού LNG παρουσιάζονται ως αυτονόητη γεωπολιτική αναβάθμιση. Ο Κάθετος Διάδρομος έχει αξία ως υποδομή διασύνδεσης και διαφοροποίησης του εφοδιασμού. Η αξία αυτή, όμως, χρειάζεται να αποδεικνύεται σε όρους κόστους ενέργειας, δημόσιου οφέλους, ασφάλειας και συμβατότητας με την κλιματική μετάβαση.

Η εικοσαετής συμφωνία του σχήματος AKTOR–ΔΕΠΑ Εμπορίας με τη Venture Global, με έναρξη το 2030 και διεύρυνση των συμφωνημένων ποσοτήτων το 2026, δίνει συγκεκριμένο περιεχόμενο στην κριτική: πόσο υπηρετεί την ενεργειακή αυτονομία μια στρατηγική που επεκτείνει τις δεσμεύσεις σε εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα έως το 2050; Η παρουσία αμερικανικών εταιρειών χρειάζεται οικονομική αξιολόγηση· δεν παρέχει από μόνη της εγγύηση κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Η Ευρώπη αγοράζει επίσης αμερικανικό LNG και έχει τις δικές της αντιφάσεις. Ωστόσο, το Συμβούλιο της ΕΕ προσδιορίζει την καθαρή μετάβαση ως βασική στρατηγική για την ευρωπαϊκή αυτονομία. Η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να κρίνεται με αυτό το μέτρο. Πατριωτική ενεργειακή πολιτική σημαίνει μετρήσιμη μείωση της ευαλωτότητας, καθαρή εγχώρια παραγωγή, αποδοτικότητα και προστασία των καταναλωτών. Η σύμπτωση αμερικανικής εξαγωγικής στρατηγικής και ελληνικών επιχειρηματικών επιδιώξεων χρειάζεται δημόσιο έλεγχο πριν αναγορευθεί σε εθνικό συμφέρον.

Ο ΙΜΟ και ο πατριωτισμός των επιχειρηματικών συμφερόντων

Ανάλογο ερώτημα θέτει η ελληνική στάση στον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό. Τον Οκτώβριο του 2025 η Ελλάδα και η Κύπρος απείχαν στην ψηφοφορία για την ετήσια αναβολή της συνεδρίασης υιοθέτησης του Net-Zero Framework. Οι υπόλοιπες παρούσες χώρες της ΕΕ καταψήφισαν την αναβολή. Την πρόταση της Σαουδικής Αραβίας υποστήριξαν οι ΗΠΑ, μαζί με άλλες πετρελαιοπαραγωγές και ναυτιλιακές χώρες.

Οι ψήφοι διέφεραν. Ως πολιτικό αποτέλεσμα, όμως, η ελληνική αποχή απομάκρυνε τη χώρα από την ευρωπαϊκή γραμμή και διευκόλυνε την επιδίωξη της αναβολής. Η συμπόρευση αυτή με την αμερικανική αντίθεση και με συγκεκριμένες αραβικές πετρελαιοπαραγωγές χώρες απαιτεί εξήγηση. Η αόριστη επίκληση της ανταγωνιστικότητας δεν αρκεί.

Η Ένωση Ελλήνων Εφοπλιστών υποδέχθηκε την αναβολή ως ευκαιρία για διαφορετική διαμόρφωση του πλαισίου, δηλώνοντας παράλληλα προσήλωση στην απανθρακοποίηση. Η θέση της αποτελεί θεμιτή εκπροσώπηση κλαδικών συμφερόντων. Η κυβέρνηση, ωστόσο, έχει ευθύνη απέναντι στο σύνολο της κοινωνίας. Οφείλει να σταθμίζει την περιβαλλοντική προστασία, την τεχνολογική προσαρμογή, την απασχόληση και την ευρωπαϊκή συνοχή μαζί με το κόστος για τις επιχειρήσεις.

Εδώ δοκιμάζεται το είδος του πατριωτισμού που επικαλούμαστε. Όταν η υπεράσπιση της ελληνικής ναυτιλίας ταυτίζεται με τις εκάστοτε ρυθμιστικές προτιμήσεις των πλοιοκτητών, ένα επιμέρους συμφέρον αποκτά αξίωση εθνικού μονοπωλίου. Ο δημοκρατικός πατριωτισμός απαιτεί μια ναυτιλία ανταγωνιστική, περιβαλλοντικά υπεύθυνη και συνδεδεμένη με το ευρύτερο κοινωνικό όφελος. Οι σοβαρές ενστάσεις για καύσιμα και κόστος απαιτούν εφαρμόσιμες λύσεις και δεσμευτικό προσανατολισμό. Η αναβολή χρειάζεται να κρίνεται και από το ποιος πληρώνει την καθυστέρηση.

Η υπεράσπιση της διεθνούς δικαιοσύνης

Για μια χώρα του μεγέθους της Ελλάδας, η υποστήριξη των διεθνών θεσμών αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο εθνικής ασφάλειας. Ο Χάρτης του ΟΗΕ, η ειρηνική επίλυση διαφορών και η ανεξάρτητη δικαιοσύνη περιορίζουν την αυθαιρεσία της ισχύος.

Το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, που επιλύει διαφορές μεταξύ κρατών υπό τις προϋποθέσεις της δικαιοδοσίας του, και το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, που κρίνει την ατομική ευθύνη για τα σοβαρότερα διεθνή εγκλήματα, επιτελούν διαφορετικές λειτουργίες. Και τα δύο χρειάζονται θεσμική ανεξαρτησία και σεβασμό στις νόμιμες διαδικασίες τους.

Οι αμερικανικές κυρώσεις κατά του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου δείχνουν πόσο ευάλωτη γίνεται η λογοδοσία όταν ενοχλεί ισχυρούς. Η ΕΕ έχει απορρίψει τις πιέσεις και έχει επαναβεβαιώσει τη στήριξή της στο Δικαστήριο. Η Ελλάδα οφείλει να συμβάλλει ενεργά στην ευρωπαϊκή αυτή στάση. Η στήριξη πρέπει να ισχύει και όταν ελέγχονται σύμμαχοι, όπως και όταν αυταρχικά καθεστώτα επιχειρούν να αποφύγουν τη διεθνή λογοδοσία. Η επιλεκτική δικαιοσύνη αποδυναμώνει ακριβώς την προστασία που η χώρα μας έχει ανάγκη.

Η Κούβα και η συνέπεια των αρχών

Η περίπτωση της Κούβας προσφέρει μια ακόμη δοκιμασία. Στις 28 Οκτωβρίου 2026 η Ελλάδα απείχε από την ψηφοφορία της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ για την άρση του αμερικανικού εμπάργκο, μαζί με ορισμένα άλλα ευρωπαϊκά κράτη. Η ευρωπαϊκή δήλωση, ωστόσο, επανέλαβε τις αρνητικές οικονομικές και ανθρωπιστικές συνέπειες του εμπάργκο και την αντίθεση στα εξωεδαφικά μέτρα που αντιβαίνουν στο διεθνές δίκαιο.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη οφείλει να εξηγήσει πώς η αποχή υπηρετεί το εθνικό συμφέρον και τη διακηρυγμένη προσήλωση στους διεθνείς κανόνες. Η παρουσία και άλλων Ευρωπαίων στην ίδια επιλογή δεν αίρει την ελληνική ευθύνη· αναδεικνύει και την ευρωπαϊκή ασυνέπεια μεταξύ αρχών και πράξης.

Η αλληλεγγύη στον κουβανικό λαό συμβαδίζει με την κριτική στις παραβιάσεις δικαιωμάτων από τις αρχές της χώρας και με την απαίτηση δημοκρατικών ελευθεριών. Η καταδίκη της καταστολής δεν δικαιολογεί οικονομικά μέτρα που επιβαρύνουν έναν πληθυσμό. Μια Ελλάδα που επικαλείται την κυριαρχική ισότητα χρειάζεται να την υπερασπίζεται και όταν αυτό δυσαρεστεί την Ουάσιγκτον.

Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις υπό ευρωπαϊκό πρίσμα

Οι τουρκικές αμφισβητήσεις της κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων κρατών-μελών οφείλουν να αντιμετωπίζονται ως ευρωτουρκικό ζήτημα, με συνέπειες στη συνολική σχέση της Ένωσης με την Τουρκία. Η ελληνική διπλωματία χρειάζεται να μετατρέπει τις ευρωπαϊκές διακηρύξεις αλληλεγγύης σε συνεκτική πολιτική.

Αυτό προϋποθέτει, αλλά όχι αποκλειστικά και απευθείας διάλογο με την Τουρκία. Η πολυμέρεια προσφέρει κανόνες, συμμαχίες και εγγυήσεις μέσα στις οποίες οι διαπραγματεύσεις μπορούν να είναι ουσιαστικές. Οι διμερείς συμφωνίες κρίνονται από το περιεχόμενο και τους όρους τους. Η ειρηνική διευθέτηση των διαφορών οριοθέτησης, με συμφωνημένη προσφυγή στη διεθνή δικαιοσύνη, υπηρετεί την ασφάλεια περισσότερο από τη μονιμοποίηση της έντασης.

Ο σεβασμός του εδαφικού status quo σημαίνει απαραβίαστο των διεθνώς αναγνωρισμένων συνόρων και απόρριψη της βίαιης αναθεώρησής τους. Δεν νομιμοποιεί τετελεσμένα κατοχής ούτε ακυρώνει νόμιμα δικαιώματα και εκκρεμείς οριοθετήσεις. Στην Κύπρο σημαίνει επιμονή σε λύση εντός του πλαισίου του ΟΗΕ και απόρριψη της νομιμοποίησης της διχοτόμησης.

Η ίδια συνέπεια απαιτεί η καταδίκη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία και η προστασία των αμάχων στη Μέση Ανατολή. Οι κανόνες χάνουν την προστατευτική τους αξία όταν η εφαρμογή τους εξαρτάται από την ταυτότητα του παραβάτη.

Η ιστορική μνήμη ως δημοκρατική ευθύνη

Ο “τραμπισμός”, ο γερμανικός ναζισμός, ο ιταλικός φασισμός και τα μεταπολεμικά νεοφασιστικά ρεύματα έχουν διαφορετικές διαδρομές και ευθύνες. Η επισήμανση συγγενών μηχανισμών —λατρεία του ηγέτη, αποκλεισμός του «άλλου», απαξίωση των θεσμικών αντιβάρων— απαιτεί ιστορική ακρίβεια. Το Ολοκαύτωμα και ο ναζιστικός πόλεμος εξόντωσης διατηρούν το ιδιαίτερο ιστορικό τους βάρος. Η γερμανική μεταπολεμική εμπειρία δείχνει, ωστόσο, πόσο μακρά είναι η αναμέτρηση μιας κοινωνίας με τις εγκληματικές επιλογές της εξουσίας της.

Στην Ελλάδα, η συγκέντρωση υποστηρικτών του Ηλία Κασιδιάρη στη Θεσσαλονίκη, ανήμερα της 28ης Οκτωβρίου, προσδίδει στη συζήτηση άμεσο περιεχόμενο. Η καταδίκη του και σε δεύτερο βαθμό για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης καθιστά επιτακτική την αντίσταση στην πολιτική κανονικοποίηση του νεοναζισμού. Η δημοκρατική απάντηση συνδυάζει εφαρμογή του νόμου, εγγυήσεις του κράτους δικαίου, ιστορική παιδεία και πολιτική απομόνωση του φασισμού.

Η προοδευτική διάσταση του πατριωτισμού ολοκληρώνεται στην κοινωνική συνοχή: δημόσια παιδεία, αξιοπρεπής εργασία, περιορισμός των ανισοτήτων και αξιόπιστοι θεσμοί δημιουργούν πολίτες με πραγματικό μερίδιο στο κοινό μέλλον.

Η ελπίδα για εκλογική αποδοκιμασία του τραμπισμού έχει αξία ως δυνατότητα αναχαίτισης του αυταρχισμού. Η ελληνική ευθύνη παραμένει δική μας: να δώσουμε στον πατριωτισμό περιεχόμενο ελευθερίας, δικαιοσύνης και ευρωπαϊκής συνυπευθυνότητας. Να αγαπούμε την πατρίδα αρκετά ώστε να απαιτούμε από την εξουσία της αλήθεια, συνέπεια και σεβασμό στον άνθρωπο.