Με τις υπογραφές του Κυριάκου Μητσοτάκη και σύσσωμου του υπουργικού συμβουλίου επιχείρησαν να περάσουν το άρθρο 23 του Σχεδίου Νόμου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, με τον πομπώδη κατά τα άλλα τίτλο «Προστασία συνεπών οφειλετών».
Μία διάταξη που, πίσω από τις κυβερνητικές διακηρύξεις περί προστασίας, διευκόλυνε ουσιαστικά και ακραία τις τράπεζες, τα funds και τους servicers εις βάρος των δανειοληπτών.
Τί προέβλεπε; Η σύμβαση ρύθμισης οφειλής, ένα απλό ιδιωτικό έγγραφο δηλαδή, θα μετατρεπόταν σε εκτελεστό τίτλο, επιτρέποντας την αναγκαστική εκτέλεση χωρίς να προηγείται η έκδοση διαταγής πληρωμής.
Όπως επεσήμανε ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, Ανδρέας Κουτσόλαμπρος, η ρύθμιση παρέκαμπτε τον προβλεπόμενο δικαστικό έλεγχο, δημιουργούσε σοβαρά ζητήματα ως προς τη βεβαίωση και εκκαθάριση του υπολοίπου της οφειλής, στερούσε από τον οφειλέτη τη δυνατότητα ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής και απάλλασσε τους πιστωτές από δικαστικό ένσημο και τέλος απογράφου, λοιπά νομικά έξοδα και δικηγορικές αμοιβές.
Με απλά λόγια, ευκολότερες, ταχύτερες και φθηνότερες κατασχέσεις για τους πιστωτές, με πολύ λιγότερες δικαστικές εγγυήσεις για τους πολίτες.
Ο Νίκος Ανδρουλάκης ανέδειξε με συγκεκριμένο τρόπο τον πραγματικό κίνδυνο: μία σύμβαση ρύθμισης, στην οποία το ύψος της απαίτησης θα προσδιορίζεται από τον ίδιο τον πιστωτή, θα μπορούσε να οδηγήσει σε κατάσχεση και πλειστηριασμό περιουσίας οφειλέτη ή εγγυητή ακόμη και μετά από σύντομη καθυστέρηση στην καταβολή μίας δόσης, χωρίς να έχει προηγηθεί διαταγή πληρωμής ή δικαστική απόφαση.
Το ΠΑΣΟΚ απαίτησε την απόσυρση της διάταξης, ανέδειξε τις συνέπειές της και άσκησε την αναγκαία κοινοβουλευτική πίεση. Μαζί με την τεκμηριωμένη παρέμβαση της Συντονιστικής Επιτροπής της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων, συνέβαλε καθοριστικά στην άτακτη κυβερνητική αναδίπλωση και στην απόσυρση του επίμαχου άρθρου.
Και τότε συνέβη το εξοργιστικότερο.
Αντί η κυβέρνηση να αναγνωρίσει το λάθος της για τη διάταξη που η ίδια συνέταξε, υπέγραψε και επιχείρησε να νομοθετήσει, βγήκε να διακηρύξει με περισσή αλαζονεία: «Η ασυδοσία των funds και των servicers τέλος!».
Δηλαδή, αφού πρώτα επιχείρησαν να διευκολύνουν νομοθετικά τις κατασχέσεις υπέρ των funds και των servicers, αφού αποκαλύφθηκαν και αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν, τώρα εμφανίζονται ως οι υπερασπιστές των πολιτών απέναντι στην ασυδοσία!
Ο υπουργός Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης, που φαίνεται να έχει ως βασική προτεραιότητα την επικοινωνιακή προβολή του νέου του ρόλου ως Προέδρου του Eurogroup, άφησε τον υφυπουργό Δημήτρη Μαρκόπουλο να αναλάβει με τραγελαφικά αποτελέσματα την πολιτική υπεράσπιση μίας κυβερνητικής επιλογής που δύσκολα μπορεί να δικαιολογηθεί.
Η αντίθεση αυτή δεν είναι μόνο ρητορική. Το ΠΑΣΟΚ έχει ήδη καταθέσει στη Βουλή ολοκληρωμένη πρόταση νόμου για την αντιμετώπιση του ιδιωτικού χρέους, με συγκεκριμένες παρεμβάσεις: επαναφορά της προστασίας της κύριας κατοικίας και προστασία της αγροτικής περιουσίας, ρύθμιση οφειλών προς την Εφορία, τα ασφαλιστικά ταμεία και τους Δήμους σε έως 120 δόσεις, αντιμετώπιση των υπέρογκων τόκων και προσαυξήσεων, ουσιαστική συμμετοχή των πιστωτών στον εξωδικαστικό μηχανισμό και αυστηρότερους, δεσμευτικούς κανόνες για τις τράπεζες και τους servicers. Προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι δεν θα μπορεί να καταγγελθεί δανειακή σύμβαση ή ρύθμιση πριν από καθυστέρηση τουλάχιστον τεσσάρων μηνιαίων δόσεων. Μία πρόταση που αντιμετωπίζει το ιδιωτικό χρέος ως μείζον κοινωνικό και οικονομικό πρόβλημα, θέτοντας στο επίκεντρο την προστασία των πολιτών και τη δυνατότητα μίας πραγματικής δεύτερης ευκαιρίας.
Το ΠΑΣΟΚ απέδειξε ότι η ουσιαστική αντιπολίτευση ασκείται κοινοβουλευτικά με τεκμηρίωση, πολιτική επιμονή και συγκεκριμένες νομοθετικές παρεμβάσεις που επιδιώκουν να δώσουν λύσεις στα προβλήματα των πολιτών, όχι απλώς με συνθήματα και καταγγελίες.
Ας σταματήσει, λοιπόν, το αφήγημα ότι δήθεν δεν υπάρχει αντιπολίτευση.
Το πραγματικό πολιτικό ζήτημα είναι σαφώς βαθύτερο: Μία κυβέρνηση που επιχειρεί να νομοθετήσει προς όφελος των funds και των servicers, περιορίζοντας τις δικαστικές εγγυήσεις των πολιτών, και μόλις αποκαλυφθεί η επιλογή της εμφανίζεται ως πολέμιος της ασυδοσίας τους, έχει σοβαρό πρόβλημα πολιτικής αξιοπιστίας.
Όταν, μάλιστα, οι νομοθετικές της πρωτοβουλίες διευκολύνουν τις επιδιώξεις των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων, το ερώτημα είναι αναπόφευκτο:
Η κυβέρνηση και η ΝΔ λειτουργούν ως θεματοφύλακες των συμφερόντων των πολιτών ή ως άτυπος υπάλληλος των funds και των servicers, νομοθετώντας για την εξυπηρέτηση των δικών τους συμφερόντων;