Το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Ναυτιλίας με τίτλο "Ενίσχυση λειτουργίας Οργανισμών Λιμένων και λοιπές διατάξεις", βρίσκεται υπό δημόσια διαβούλευση.
Μια από τις βασικές μας παρατηρήσεις είναι ότι θέτει ένα κρίσιμο ερώτημα: ποιος σχεδιάζει το μέλλον των ελληνικών λιμένων, ποιος αποφασίζει για τις προτεραιότητές τους, ποιος χαράσσει Λιμενική Πολιτική και διαμορφώνει τον Εθνικό Λιμενικό Σχεδιασμό και σε ποιον λογοδοτεί;
Η επιλογή της κυβέρνησης και με αυτό το Νομοσχέδιο, ενισχύει τον ρόλο της Ελληνικής Εταιρείας Συμμετοχών και Περιουσίας (ΕΕΣΥΠ) ως Αρχής Σχεδιασμού Λιμένων και της αναθέτει ειδικά τον σχεδιασμό του λιμένα της Σούδας. Πρόκειται για συνέχεια μιας πορείας που ξεκίνησε με το ΤΑΙΠΕΔ και συγκεντρώνει ολοένα περισσότερες λειτουργίες δημόσιας πολιτικής σε μια εταιρική δομή διαχείρισης της δημόσιας περιουσίας, που λειτουργεί με ειδικό καθεστώς.
Η θεσμική φύση της ΕΕΣΥΠ δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι εταιρεία με μοναδικό μέτοχο το Ελληνικό Δημόσιο, αλλά ο νόμος την τοποθετεί εκτός του δημόσιου και ευρύτερου δημόσιου τομέα και ορίζει ότι λειτουργεί με κανόνες ιδιωτικής οικονομίας. Η εποπτεία της μέσω του μετόχου και του αρμόδιου επί των οικονομικών υπουργού, όπως και η άπαξ ετησίως ενημέρωση της Βουλής, δεν αρκούν όταν η εταιρεία καλείται να επηρεάζει συγκεκριμένες αποφάσεις για υποδομές εθνικής στρατηγικής και τοπικής σημασίας. Ο στρατηγικός λιμενικός σχεδιασμός χρειάζεται πολιτική ευθύνη, δημόσια αιτιολόγηση και δυνατότητα κοινοβουλευτικού ελέγχου πριν παγιωθούν οι επιλογές. Όταν μάλιστα αφορούν και σε «κρίσιμες υποδομές» όπως αυτές ορίζονται από την Ε.Ε.
Ας επιχειρήσουμε κάποιες σκέψεις/προτάσεις.
Πρώτον, πρέπει να υπάρξουν σαφή όρια στον ρόλο της ΕΕΣΥΠ. Η ωρίμανση μιας μελέτης ή ενός έργου μπορεί να ανατεθεί σε φορέα με σχετική τεχνογνωσία. Η επιλογή όμως του αναπτυξιακού προσανατολισμού ενός λιμένα ανήκει στην Πολιτεία. Αφορά την ακτοπλοϊκή και νησιωτική συνοχή, τις χρήσεις της λιμενικής ζώνης, την ασφάλεια, το περιβάλλον και τη σχέση του λιμένα με την πόλη. Το όποιο εθνικό λιμενικό σχέδιο δεν μπορεί παρά να είναι με ευθύνη του Υπουργείου Ναυτιλίας, δημόσια διαβούλευση και συζήτηση στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής. Η ΕΕΣΥΠ θα μπορούσε να ενεργεί μόνο βάσει συγκεκριμένης, δημοσιευμένης εντολής, με σαφώς προσδιορισμένα παραδοτέα.
Δεύτερον, έχει αξία να μάθουμε το πλήρες κόστος της επιλογής για τη Σούδα. Το σχέδιο νόμου προβλέπει σύμβαση της ΕΕΣΥΠ με το Λιμενικό Ταμείο Χανίων, στην οποία θα καθοριστούν οι όροι συνεργασίας και η αμοιβή της. Η Βουλή δεν είναι δυνατόν να εγκρίνει πρώτα τον φορέα μιας αμειβόμενης υπηρεσίας και να πληροφορηθεί αργότερα το αντικείμενο, τη διάρκεια και το τίμημά της. Πριν από την ψήφιση του συγκεκριμένου Νομοσχεδίου, προς χάρη της διαφάνειας και των κανόνων χρηστής διοίκησης και ανταγωνισμού, ας δοθεί στη δημοσιότητα το σχέδιο της σύμβασης, αναλυτική κοστολόγηση και σαφή διάκριση ανάμεσα στις εργασίες που θα εκτελέσει η ΕΕΣΥΠ και σε όσες σκοπεύει να αναθέσει σε τρίτους.
Το ότι η ΕΕΣΥΠ ή δομές που ενσωματώθηκαν σε αυτήν, έχουν αμειφθεί και στο παρελθόν για υπηρεσίες προς δημόσιους φορείς δεν αποτελεί επιχείρημα αποδοχής του ίδιου μοντέλου. Κάθε νέα αμειβόμενη ανάθεση πρέπει να κρίνεται ως προς την αναγκαιότητα, το κόστος και τη λογοδοσία της.
Τρίτον, το εθνικό δίκαιο και οι κατακτήσεις της ελληνικής δημοκρατίας επιβάλλουν διαγωνιστική διαφάνεια και αιτιολόγηση κάθε εξαίρεσης. Η νομοθεσία επιτρέπει, υπό προϋποθέσεις, συμβάσεις μεταξύ φορέων που συνδέονται με το Δημόσιο χωρίς ανοικτό διαγωνισμό. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε τέτοια ανάθεση είναι αυτομάτως η καταλληλότερη επιλογή ή ότι οι συνέπειές της για τις μη κρατικές επιχειρήσεις μπορούν να αγνοηθούν. Η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει τη νομική βάση της συγκεκριμένης ανάθεσης στην ΕΕΣΥΠ, να συγκρίνει τεκμηριωμένα το κόστος και την ποιότητά της με εναλλακτικές λύσεις και να διασφαλίσει ότι η επιλογή της δεν περιορίζει αδικαιολόγητα τον θεμιτό ανταγωνισμό.
Η ίδια απαίτηση ισχύει και για το επόμενο στάδιο: τις μελέτες, τις συμβουλευτικές υπηρεσίες και τις συμβάσεις που θα αναθέτει η ΕΕΣΥΠ. Πρέπει να δημοσιοποιούνται τα κριτήρια επιλογής, οι αμοιβές, οι υπεργολαβίες, τα παραδοτέα και οι πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων. Δεν μπορεί οι κρίσιμες επιλογές για έναν δημόσιο λιμένα να διαμορφώνονται μέσα από μια αλυσίδα αναθέσεων που οι πολίτες και η Βουλή δυσκολεύονται να παρακολουθήσουν.
Τέταρτον, είναι επιβεβλημένη η λογοδοσία ανά λιμένα και η προστασία των πόρων των τοπικών κοινωνιών. Το σχέδιο προβλέπει σε ορισμένες περιπτώσεις ετήσια καταβολή 25.000 ευρώ ανά λιμένα προς την ΕΕΣΥΠ για δαπάνες σχεδιασμού, καθώς και παρακρατήσεις από έσοδα παραχωρήσεων πριν από την απόδοση του αντισταθμιστικού τέλους στους δήμους. Χρειάζεται να γνωρίζουμε τι ακριβώς πληρώνεται, για πόσο διάστημα, τι εισπράττει τελικά κάθε δήμος και ποιο είναι το μετρήσιμο αποτέλεσμα για τον λιμένα. Ζητούμε δημόσιο οικονομικό και επιχειρησιακό απολογισμό ανά έργο και ανά λιμένα, με έλεγχο από τη Βουλή και ουσιαστική συμμετοχή της αυτοδιοίκησης.
Η ανάπτυξη και αξιοποίηση των λιμένων της χώρας απαιτεί Εθνικό Λιμενικό Σχεδιασμό, φορείς λιμενικής οργάνωσης και διαχείρισης με γνώση του αντικειμένου, επενδύσεις, διοικητική ικανότητα και ταχύτητα. Απαιτεί εξίσου σαφή κατανομή ευθυνών. Η ΕΕΣΥΠ δεν μπορεί να εξελίσσεται σε υποκατάστατο του δημόσιου λιμενικού σχεδιασμού, να επιλέγεται ως αμειβόμενος πάροχος χωρίς πλήρη τεκμηρίωση και να ελέγχεται για τις επιμέρους αποφάσεις της εκ των υστέρων και αφού αυτές έχουν ληφθεί.
Το λιγότερο που θα μπορούσε να συμβεί είναι η συνολική επανεξέταση των άρθρων 4 και 5 και να προσκομιστούν τα αναγκαία στοιχεία πριν την κοινοβουλευτική επεξεργασία του νομοσχεδίου και τη συζήτηση στη Βουλή.